Τα παιχνίδια στη θάλασσα μέχρι τη δύση του ήλιου, η Αμερική όπου σπούδασε κι έγινε μητέρα, η 30χρονη πορεία της στα ηνία των οικογενειακών επιχειρήσεων, όλα έγιναν εικόνες που επιστρέφουν κάθε φορά που η έμπνευση τής χτυπά την πόρτα. Αν έδωσε ποτέ σε κάτι ολοκληρωτικά τον εαυτό της, αυτό είναι η ποίησή της.
Το δωμάτιο όπου γράφει τα ποιήματά της, αν και δεν είναι το πιο ηλιόλουστο μέρος του σπιτιού, είναι το πιο ζεστό. Ίσως γιατί είναι το καταφύγιό της. Στις φωτογραφίες στον τοίχο συναντιούνται τρεις γενιές, η μητέρα της, η γιαγιά της κι εκείνη ως παιδάκι. Στη βιβλιοθήκη, υπάρχει μια μεγάλη συλλογή από παλιά βιβλία, μέρος της κληρονομιάς της. «Είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχω από τον πατέρα μου, ο οποίος τα κληρονόμησε από τον παππού μου. Τα βλέπω και ανοίγει η ψυχή μου» μου λέει και ανοίγει στην πρώτη σελίδα ενός βιβλίου και διαβάζουμε μαζί «Στοιχεία Φυσικής, 10 Δεκεμβρίου του 1867». Κοιτάζει στο διπλανό ράφι και σκάει ένα χαμόγελο, καθώς μου δείχνει τη ζωγραφιά του εγγονού της και ύστερα, μοιάζει να κάνει μια καταβύθιση στις αναμνήσεις της. «Βλέπεις αυτό το σπίτι με τους ευκαλύπτους μπροστά; Είναι το σπίτι μου στη Λάρνακα, στη Λεωφόρο Αρτέμιδος, το οποίο ζωγράφισε ένας Εγγλέζος». Η ιστορία της κυρίας Αλεξάνδρας Γαλανού, αρχίζει από τη Λάρνακα, όπου γεννήθηκε κι έζησε τις πρώτες, ίσως πιο όμορφες, εμπειρίες της ζωής της.
Το σπίτι μας ήταν σε μια πάροδο των Φοινικούδων κι έτσι είχα την ευτυχία να ζήσω τα πρώτα χρόνια της ζωής μου δίπλα στη θάλασσα. Η δική μου η θάλασσα είναι εκείνη η μαύρη αμμουδιά, με το ζεστό νερό και τα ρηχά νερά. Δεν είναι θέμα προτίμησης, είναι θέμα τι συνήθισες, τι αγάπησες, πώς μεγάλωσες. Αυτό μιλά στη δική μου ψυχή.
Εμείς, οι παλιοί Σκαλιώτες, νιώθουμε ότι έχουν λεηλατήσει την παιδική και εφηβική ηλικία μας. Με τον εκμοντερνισμό και την ανάπτυξη, οι Φοινικούδες όπως τις ξέραμε εμείς, δεν υπάρχουν σήμερα. Πηγαίναμε την Κυριακή και σουλατσάραμε πάνω – κάτω για να μιλήσουμε με τους φίλους μας και να ανταλλάξουμε ματιές με κάποιον. Είχε τρία τέσσερα ζαχαροπλαστεία/ καφενεία όλα κι όλα, όπου καθόμασταν οικογενειακώς. Πηγαίναμε στα «Τέσσερα Φανάρια» γιατί εκεί έφτιαχναν την καλύτερη πάστα σοκολάτας. Ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν ανακάλυψα σε ένα ζαχαροπλαστείο στη Λευκωσία μια σοκολατίνα που μου θύμισε την πάστα σοκολάτας των παιδικών μου χρόνων. Για μένα είναι ιεροτελεστία. Θα τη φέρω στο σπίτι, θα τη φάω και θα θυμηθώ… Τα χρόνια εκείνα που μαζευόμασταν όλοι οι Σκαλιώτες στα ζαχαροπλαστεία και τα καφενεία, τότε που γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας. Ήταν μικρή πόλη η Λάρνακα και πολύ διαφορετικός ο κόσμος της. Σήμερα δεν ξέρεις ποιοι είναι οι γείτονές σου. Υπάρχει αποξένωση.
Μετά τις Φοινικούδες μετακομίσαμε στη Λεωφόρο Αρτέμιδος, εκεί που είναι το παλιό ΓΣΖ. Ήταν ένας χωματόδρομος έξω από την πόλη, όλο ευκαλύπτους, ο οποίος αργότερα έγινε ο δρόμος που οδηγεί στο αεροδρόμιο. Το δεύτερό μας σπίτι ήταν μακριά από τη θάλασσα, αλλά η πίσω πλευρά του, επειδή δεν υπήρχαν πολυκατοικίες, έβλεπε τη θάλασσα μετά τον Άγιο Λάζαρο. Είχε απίστευτη θέα! Τώρα είμαστε γεμάτοι τσιμέντο, φαστφουντάδικα, καταστήματα. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις ανέμελα στη γειτονιά. Τότε πήγαινα με το ποδήλατό μου από το σπίτι μου στη Λεωφόρο Αρτέμιδος μέχρι το σχολείο μου στον Άγιο Γεώργιο. Βλέπω τα εγγόνια μου που ζουν με ένα τάμπλετ στα χέρια και φέρνω στο μυαλό μου τα δικά μας τα παιχνίδια, που δεν απαιτούσαν τίποτα άλλο παρά μόνο τη φαντασία μας. Εμείς παίζαμε Βασιλέα και παρακολουθούσαμε και καμιά ταινία στο σινεμά. Μεγαλώσαμε με τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη και τον Κούρκουλο. Στο σπίτι δεν είχαμε τηλεόραση. Ακόμη και όταν ήρθε στην Κύπρο, οι γονείς μου αποφάσισαν να μην αγοράσουν γιατί νόμιζαν πως θα μας αποσπούσε την προσοχή και δεν θα διαβάζαμε.
Μιλώντας για τη γειτονιά όπου μεγάλωσε κάνει μια μικρή παύση και μου διαβάζει μια ποιητική της σύνθεση: «Καθαρά Δευτέρα σήμερα, μέρα γιορτής στη γειτονιά μου, τότε που μεγάλωνα στο δρόμο με τους ευκαλύπτους. […] Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται από νωρίς για μια θέση στο πράσινο. Από τον φωνογράφο των πλανόδιων πωλητών ακούγονταν τραγούδια. Πελλόμασκες έκαμναν βόλτες, ο τόπος γέμιζε γέλια, φωνές, πειράγματα και ανάμεσα χαρούμενα να παίζουν τα παιδιά. [….] Τώρα πια η Καθαρά Δευτέρα στην περιοχή της Αγίας Φανερωμένης χάθηκε για πάντα. Την καταβρόχθισε το τσιμέντο, η πολυκοσμία, η αλλαγή κουλτούρας, η διασκέδαση, οι αποδράσεις τριημέρου σε ξενοδοχεία, οι εκπτώσεις της χαράς.»

Σου διαβάζω για να καταλάβεις το δέσιμό μου μ’ εκείνον τον τόπο. Βέβαια, τριάντα τέσσερα χρόνια παντρεμένη με τον Αλέξη, νιώθω πια και Αμμοχωστιανή. Δεν έζησα στην Αμμόχωστo, γιατί με τον Αλέξη παντρευτήκαμε το 1984, αλλά γνώρισα την πόλη, έτσι όπως ήταν πριν την εισβολή, μέσα από τα μάτια του. Όταν την είδα για πρώτη φορά, μαύρισε η ψυχή μου.
Η πιο συγκινητική στιγμή που έζησα στην Αμμόχωστο ήταν η πρώτη φορά που μας επέτρεψαν να λειτουργήσουμε τον Άγιο Γεώργιο τον Εξορινό, Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν κάτι ανεκδιήγητο. Ήμασταν χιλιάδες. Όλοι νιώθαμε δέος και συγκίνηση και είχαμε μια κρυφή ελπίδα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Τη δεύτερη φορά αυτό το συναίσθημα άρχισε να υποχωρεί και σιγά – σιγά έβλεπα, προς μεγάλη μου απογοήτευση, τον κόσμο να αραιώνει. Να απογοητεύεται.
Ο αριθμός που πέρασε τότε στην άλλη πλευρά και η εσωτερική διεργασία του καθενός, ο πόνος ψυχής με τον οποίο πήγε να επισκεφθεί τα κατεχόμενα μέρη μας, με απασχόλησε και ήταν η έμπνευσή μου για το ποίημα «Επισκέπτης 115.238»: «Επισκέπτης ημέρας χωρίς διανυκτέρευση στη μεταγλωττισμένη πόλη. Κάθεται στην ακροθαλασσιά και συνομιλεί με την ανεμογραμμή που χαϊδεύει το κύμα. [….] Από τότε, εκείνος δεν επέστρεψε στην πόλη με τους φθαρμένους οδοδείκτες. Παρέμεινε απλά στον κατάλογο ημερήσιων επισκεπτών ως ο αριθμός 115.238.»
Είχα την τραγωδία, δυστυχώς, να ζήσω την εισβολή από μακριά. Η πόλη μου, η Λάρνακα των 18.000 κατοίκων, έγινε μέσα σε μια νύχτα 58.000. Έλειπα τότε στην Αμερική, όπου σπούδαζα και έζησα τα γεγονότα μαζί με τον πατέρα μου, που ως πρέσβης της Κύπρου στην Ουάσιγκτον ήταν άμεσα εμπλεκόμενος. Ήταν τραγικές εμπειρίες που άφησαν τα σημάδια τους στην ψυχή μας, αλλά δεν συγκρίνονται με τον πόνο, την απώλεια που έζησε ο κόσμος που βίωσε την εισβολή και την κατοχή.
Τα χρόνια που έζησα στην Αμερική μού έμαθαν πολλά. Έμεινα εκεί πάνω από μια δεκαετία και αυτό με βοήθησε να γίνω πιο ανεξάρτητη και να βλέπω τους ανθρώπους διαφορετικά. Οι Αμερικάνοι έχουν και μια αφέλεια που σε κάνει να μη νιώθεις την κακία και τον φθόνο που συναντάς σε μικρές κοινωνίες όπως η δική μας.
Ο πατέρας μου με προόριζε να αναλάβω τις οικογενειακές επιχειρήσεις κι έτσι άρχισα να σπουδάζω οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης στην Ελβετία. Όταν παντρεύτηκα και έφυγα γι’ Αμερική, σκέφτηκα ότι επιτέλους θα σπούδαζα αυτό που ήθελα. Τελείωσα την Κοινωνιολογία και έκανα ειδίκευση στην Κοινωνική Ψυχολογία, κάτι που με βοήθησε πολύ στη ζωή μου και ως γυναίκα πολιτικού. Ολοκληρώνοντας το μεταπτυχιακό, μου δόθηκε η ευκαιρία να διδάξω Κοινωνική Ψυχολογία. Ήταν μία εμπειρία τρομερή και δύσκολη, γιατί δίδασκα σε νυχτερινές τάξεις και μόλις είχα γίνει μητέρα.
Ήμουν 27 χρόνων όταν έγινα μητέρα. Για την εποχή εκείνη ίσως και να άργησα. Δυο μέρες μετά τη γέννα, θυμάμαι που έβαλα την κόρη μου επάνω στο κρεβάτι και σκεφτόμουν τι θα κάνω εγώ τώρα με αυτό το μωρό; Δεν ήξερα πώς να είμαι μητέρα και είναι απίστευτο πώς εξελίσσεται ύστερα η σχέση αυτή. Σιγά – σιγά γίνεσαι γονιός. Τα δύο μου παιδιά, τη Νέδη και τον Νικόλα, τα μεγάλωσα στην Αμερική (ο τρίτος μου γιος ο Χρίστος, γεννήθηκε στην Κύπρο) χωρίς καμία υποστήριξη. Το μόνο που υπήρχε, θυμάμαι, ήταν ένας θεσμός σε μια εκκλησία, ο οποίος λεγόταν «Mother’s day out». Τους έπαιρνες το νεογέννητο βρέφος σου και το κρατούσαν δυο – τρεις ώρες το πρωί για να μπορείς να βγεις έξω από το σπίτι να κάνεις τις δουλειές σου.
Ο ποιοτικός χρόνος σε αντίθεση με τον ποσοτικό, είναι απλώς μια δικαιολογία όλων των εργαζόμενων γυναικών. Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά χρειάζονται τη μητέρα τους. Εγώ υπήρξα εργαζόμενη μητέρα και αργότερα, ερχόμενη στην Κύπρο. Ανέλαβα τις οικογενειακές επιχειρήσεις στη Λάρνακα και πηγαινοερχόμουν Λάρνακα – Λευκωσία καθημερινά. Αν ρωτήσεις τα παιδιά μου, νομίζω ότι θα σου πουν πως με στερήθηκαν.
Δεν ήθελα να μπω στον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά τα πράγματα κύλησαν τελικά όπως τα ήθελε ο πατέρας μου. Όταν τον χάσαμε ξαφνικά το 1983, επέστρεψα στην Κύπρο για να αναλάβω τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Δεν ήταν εύκολο. Η θέση της γυναίκας στις αρχές της δεκαετίας του ’80, δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Μέσα σε μια πορεία 30 χρόνων, όμως, είδα να γίνονται άλματα, ακόμη και στα διοικητικά συμβούλια. Τα πρώτα χρόνια, ούτε σε άφηναν να μιλάς. Η γυναίκα ήταν απλά η γυναίκα – σύμβολο. «The token female» είναι ο όρος στην κοινωνιολογία. Επειδή είχα το background της κοινωνιολογίας, ήμουν πάντα πολύ έντονη όταν επρόκειτο για θέματα ισότητας των δύο φύλων. Ως πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γυναικών Επιχειρηματιών Επαγγελματιών, προσπάθησα τα χρόνια που ήμουν εκεί να προωθήσω τα θέματα ισότητας στον χώρο εργασίας και τη γυναικεία επιχειρηματικότητα.
Η μητέρα μου δεν ήταν η συνηθισμένη γυναίκα της εποχής της. Είχε άποψη, ενδιαφέροντα, προσωπικότητα. Με αυτό το πρότυπο μεγάλωσα εγώ. Με τη μητέρα μου είχαμε ένα ιδιαίτερο δέσιμο λόγω της λογοτεχνίας. Έγραφε κι εκείνη ποιήματα και πάντα μου άρεσε να μου τα διαβάζει, να τα συζητούμε και να της λέω τη γνώμη μου. Μου μετέδωσε την αγάπη της για τη λογοτεχνία και για την ποίηση ειδικότερα. Είναι από τη μητέρα μου που κληρονόμησα αυτό το πολύτιμο δώρο, τη μικρή μου ποιητική φλέβα, αν υπάρχει.
Άρχισα να γράφω όταν ήμουν 16 χρόνων. Όλοι στην εφηβεία, μπορεί να γράψουμε κανένα ποίημα. Και συνήθως αυτά τα πρώτα ποιήματα είναι αισθηματικά. Ύστερα σταμάτησα. Αποφάσισα ότι αυτά που γράφω δεν αξίζουν. Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στην Αμερική δεν έγραφα, αλλά φαίνεται ότι αποθήκευα εικόνες. Υπάρχει ένα ποίημα στην πρώτη μου συλλογή που λέγεται «Πλανητούπολης» και το είχα γράψει για τη Νέα Υόρκη. Θυμάμαι που περπατούσα για να πάω στο πανεπιστήμιο μέσα στο χιόνι και παρατηρούσα τις δροσοσταλίδες πάνω στα δέντρα. Αυτή η εικόνα ήρθε να με επισκεφθεί σε ένα μου ποίημα μετά από χρόνια.
Άργησα να πάρω την απόφασή μου να εκδώσω τα ποιήματά μου –ίσως και γιατί ήμουν γυναίκα πολιτικού. Η πρώτη μου συλλογή «Ανάμεσα στο Ζαφειρί και το Γήινο» εκδόθηκε το 1996, από τότε μέχρι σήμερα έχω τέσσερις συνολικά ποιητικές συλλογές. Ειδικά στην πρώτη μου συλλογή υπάρχουν πολλές αναφορές στα βιώματά μου ως γυναίκα πολιτικού. Όποιος γράφει ποίηση και θέλει να είναι αυθεντικός με τον εαυτό του και τον κόσμο, εκθέτει την ψυχή του.
Ενοχλούμαι με το πόσο εύκολα αυτοαποκαλούνται ποιητές διάφοροι που γράφουν. Δεν μπορείς εσύ ο ίδιος να λες ότι είσαι ποιητής, μόνο ο κόσμος μπορεί να το πει αυτό για σένα. Υπάρχει ποιότητα στην ποίηση αλλά υπάρχει και μία ισοπέδωση.
Συγκινήθηκα πολύ με ένα απρόσμενο γράμμα που πήρα λίγο μετά την έκδοση της πρώτης μου ποιητικής συλλογής από τον Αντρέα Χριστοφίδη, έναν κατεξοχήν πνευματικό άνθρωπο της Κύπρου. Μου έγραψε ότι τον καταδιώκουν ακόμη οι τελευταίοι στίχοι μου: «Έκλεισες τη ζωή σου σε τετράγωνα, όμως ούτε ένα σταυρόλεξο δεν μπόρεσες να λύσεις».