Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος δεν είναι διάττων αστέρας στο θεατρικό μας σύμπαν. Προσγειώθηκε μάλλον σαν αστεροειδής: με «θόρυβο». Μόνο για το 2018 προγραμματίζονται ελέω Σχεδίου Θυμέλη να ανέβουν τέσσερα έργα του: «Σιδηρά» και «Έξω από την πόρτα του Στάλιν» (Versus), «Χαρωπά τα δυο μου χέρια» (Ανεμώνα), «Ο εξπρεσιονιστής» (Ένα). Κι άλλο ένα του οποίου υπογράφει τη θεατρική μεταφορά: «Δεκαήμερον» του Βοκάκιου (Ένα). Οι «συστάσεις» έγιναν πριν από δύο χρόνια όταν η Δανάη Χρίστου παρουσίασε το έργο του «Myra» και το πράγμα άρχισε να… σοβαρεύει όταν η Αλεξία Παπαλαζάρου ανέβασε πέρσι στο Ανεμώνα την «Επανάσταση του Άλφι». Την ίδια εποχή στην Αθήνα (Τσάι στη Σαχάρα) ανέβαινε με επιτυχία ο μονόλογος «Και τ’ αγόρια κλαίνε», σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Λιακόπουλου. Καθόλου άσχημα για έναν ζωγράφο με έξι ατομικές εκθέσεις στο ενεργητικό του, με σπουδές επίσης στην ιστορία της τέχνης και τα νομικά, που απασχολήθηκε ως σκηνογράφος, αλλά και φωτογράφος μόδας. Ο ίδιος δείχνει να απολαμβάνει τον θόρυβο, παρόλο που αισθάνεται ότι τα πράγματα άρχισαν να κυλούν από μόνα τους, απλά και μόνο επειδή προφανώς η αλήθεια του κάνει γκελ. 
 
Θεωρείς μετάβαση ή εξέλιξη το βήμα από τη ζωγραφική στη θεατρική συγγραφή; Εξέλιξη βέβαια! Ανακάλυψα πως με το θέατρο θα μπορούσα να περάσω πιο άμεσα τα μηνύματα μου, το είδα σαν ένα όπλο μαζικής καταστροφής, μπορούσα να «μολύνω», αν θέλεις, με τον τρόπο που σκέφτομαι ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή. Αυτό δεν θα μπορούσα να το κάνω με τη ζωγραφική.
 
Πώς ξεκινάς ένα έργο; Αρχίζω πάντοτε με έρευνα. Υποβόσκει βέβαια η οργή ή το πάθος, αλλά πάντοτε η έρευνα προηγείται. Μελετώ πολύ πριν πιάσω το κομπιούτερ.
 
Από πού εμπνέεσαι τα θέματα; Είναι απλά το καβούκι. Η ουσία είναι στα λόγια, στα νοήματα, σ’ αυτά που θέλεις να πεις, σ’ αυτά που κουβαλάς μέσα σου κι αυτά είναι, ήταν και θα είναι πάντοτε εκεί. Γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και γέρασαν μαζί μου. Τώρα αν θα τα πει η Μαρία Αντουανέτα ή μια αγελάδα σ’ ένα λιβάδι, μού είναι παγερά αδιάφορο. 
 
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς; Μου αρέσουν οι κλασικοί. Ο Τενεσί Ουίλιαμς, ο Έρνεστ Λέμαν, ο Τσέχωφ,  ο Άρθρουρ Μίλερ, ο Στρίντμπεργκ κ.π.ά. Βαριέμαι τους εναλλακτικούς, τους μοντέρνους, τους μεταμοντέρνους, τους παραμοντέρνους, βαριέμαι, βαριέμαι! Βαρέθηκα να ψάχνω ντε και καλά το νόημα σε κάθε ανοησία.
 
Έχεις απωθημένα; Όχι. Πέρασα καλά και φρόντισα να τα χορτάσω.
 
Ποια η άποψή σου για το θεατρικό τοπίο της Κύπρου; Πιστεύω πως κάθε χρόνο πάμε και καλυτέρα. Γίνονται καλές δουλείες, υπάρχει το υλικό, η διάθεση. Πιστεύω πως θα πάμε ακόμα πιο καλά.
 
Ποια η μεγαλύτερη αγωνία σου πριν παρακολουθήσεις ένα έργο σου στη σκηνή; Δεν έχω καμία αγωνία, γιατί απλά πάω στις παραστάσεις σαν ένας απλός θεατής. Ναι, το έχω αυτό το χάρισμα, άλλωστε πιστεύω πως ένα έργο ανήκει πιο πολύ στον σκηνοθέτη πάρα σε μένα. Με τους σκηνοθέτες έχω προσωπική σχέση, είναι φίλοι μου και τους εμπιστεύομαι. Τον Μαρίνο τον ξέρω 20 χρόνια, την Αλεξία είναι σαν να την ξέρω μια ζωή και με τον Μηνά νιώθω ότι μας δένει ένα κοινό παρελθόν.     

Είσαι εικαστικός. Ποιο ρόλο διαδραματίζει το οπτικό στοιχείο στα έργα σου; Στο θέατρο τα μάτια μου και η ματιά μου εξασθενούν. Σχεδόν παύουν να υπάρχουν. Αυτό που θα δω δεν είναι  δική μου εικόνα, είναι η ματιά του σκηνοθέτη. Αυτός θα με οδηγήσει εκεί που θέλει, αυτός είναι που θα κάνει εικόνα τα λόγια μου. 
 
Σ’ ενδιαφέρει η ανταπόκριση που έχουν στο κοινό; Φυσικά! Η σχέση αυτή μοιάζει ερωτική. Αποπλανείς το κοινό και το κοινό εσένα, αν αυτό δεν είναι αμφίδρομο, αν δεν υπάρχει ανταπόκριση, διάλογος, τότε όλο αυτό μετατρέπεται σε αυνανισμό.
 
Γιατί η τέχνη έχει χάσει την ισχύ και την παρεμβατικότητά της στις μέρες μας; Γιατί βιάστηκε να προχωρήσει μόνη της. Δεν μιλάει πια στον απλό πολίτη. Υπάρχει μονάχα για μια απαίδευτη ελίτ που αρέσκεται σε εξυπνάδες. Στο θέατρο τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίεργα. Οι άνθρωποι φοβήθηκαν το συναίσθημα, όποιος κατεβάζει κάτω πράγματα βαφτίζεται «μελό». Δεν πάμε στο θέατρο για να νιώσουμε, αλλά για να θαυμάσουμε το ποσό καλός σκηνοθέτης μπορεί κάποιος να είναι. Πάμε για να δούμε πόσο όμορφα κατάφερε να ενορχηστρώσει τα ζόμπι του. Ευτυχώς υπάρχει ακόμα μια γερή πλειοψηφία που δεν απευθύνεται σε ψυχασθενείς και αντιστέκεται.
 
Έζησες αρκετά χρόνια στο εξωτερικό. Τι σε ενοχλεί περισσότερο στην κυπριακή πραγματικότητα; Η Κύπρος ήταν πολύ γενναιόδωρη μαζί μου και δεν θα δαγκώσω το χέρι που με ταΐζει. Μ’ ενοχλούν τα ίδια πράγματα που με ενοχλούν και στην ελληνική πραγματικότητα, την αγγλική, τη ρωσική. Δεν υπάρχει παράδεισος στη Γη. Παντού υπάρχουν προβλήματα.
 
Τι κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο; Ευτυχία είναι για μένα η δημιουργία, γιατί είναι το μόνο που μπορεί να μεταμορφώσει και τη μεγαλύτερη δυστυχία σε ηδονή.
 
Ποιος είναι ο κινητήριος μοχλός της δημιουργίας; Νομίζω αντικαθιστά την τεστοστερόνη μου, που μειώνεται μέρα με τη μέρα. Όσο μεγαλώνω τόσο πιο πολύ δημιουργώ. Αυτό βέβαια το έχουμε όλοι εμείς που δεν κάναμε παιδιά. Δημιουργούμε ή νομίζουμε ότι δημιουργούμε. Στολίζουμε τη ζωή μας με πρεμιέρες, με εγκαίνια, με πολύχρωμα καθρεφτάκια. Έτσι παλεύουμε τον θάνατο… και φεύγουμε στολισμένοι. Αλλά φεύγουμε, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι.  

Σε επηρεάζει η ιδέα του θανάτου; Πολύ! Έχασα τον μπαμπά μου πρόσφατα. Αυτό μου έδωσε να καταλάβω πως ο χρόνος που έχουμε είναι περιορισμένος. Δεν πιστεύω πως θα ζήσω μέχρι τα βαθιά γεράματα, οι άντρες της οικογένειάς μου δεν ζουν πολύ κι αυτό δεν το λέω με φόβο, το λέω για να συνεχίσω να δουλεύω λυσσασμένα. Θέλω να αφήσω κάτι πίσω μου.
 
Με ποιον τρόπο καλλιεργήθηκε η αγάπη σου για την τέχνη; Μεγάλωσα μέσα στη Τέχνη. Οι γονείς μου μας έτρεχαν εμένα και τον αδερφό μου σε μουσεία και γκαλερί. Αγαπούσαν τα βιβλία και μας χάριζαν κι εμάς πολλά. Συζητούσαμε με τους γονείς μας γι’ αυτά. Για φιλοσοφία, για ιστορία…
 
Ήσουν ευτυχισμένος ως παιδί; Ήμουνα ένα πολύ ευτυχισμένο παιδί, δεν στερήθηκα κάτι, δεν πέρασα ούτε δράματα ούτε τραγωδίες. Κι όταν λέω ευτυχισμένο δεν εννοώ χαζοχαρούμενο.
 
Ο σημερινός εαυτός σου θα σε γοήτευε ή θα σε απογοήτευε αν τον έβλεπες όταν ήσουν παιδί; Νομίζω πως έτσι με ονειρεύτηκα. Ξέρεις, λέω πάντοτε στους μαθητές μου πως πρέπει να έχουν όνειρα. Ο πετυχημένος άνθρωπος, τους λέω, είναι στα 40 του αυτό που ονειρεύτηκε στα 16.