Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στον μυθικό Έλληνα ήρωα Μελέαγρο και στον Ιησού και πώς μια φραγκόκοτα έγινε σύμβολο των Παθών του Χριστού; Γιατί, σε αντίθεση με άλλες περιοχές όπου ο Χριστιανισμός άπλωσε τις πρώιμες ρίζες του, στην Κύπρο δεν υπάρχει ούτε μια παλαιοχριστιανική απεικόνιση του Αμνού του Θεού και το σύμβολο αυτό δεν εμφανίστηκε παρά μόνο στον Μεσαίωνα; Ποια σοβαρή αμαρτία διέπραξε η φιλήσυχη πέρδικα ώστε να γίνει έμβλημα του διαβόλου; Και γιατί σ’ ένα μικρό κυπριακό εκκλησάκι του 13ου αιώνα συναντάται ο μοναδικός Άγιος Γεώργιος στον κόσμο, που εμφανίζεται να κεντρίζει έναν δράκο με πρόσωπο και κορμό ανθρώπου και ουρά φιδιού;
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα συναρπαστικά ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση το υπό έκδοση βιβλίο με τίτλο «Χριστιανικά σύμβολα στην Κύπρο: ένα ταξίδι για την ανακάλυψη των εικόνων μιας θρησκείας που πριν από 2000 χρόνια άλλαξε το πρόσωπο του νησιού» του Ιταλού δημοσιογράφου, συγγραφέα και μελετητή Φούριο Μορόνι. Ο τίτλος έχει φυσικά μεταφραστεί από τον συντάκτη, καθώς μέχρι τώρα το κείμενο είναι διαθέσιμο στα ιταλικά και τα αγγλικά και βρίσκεται στη διαδικασία εξεύρεσης εκδότη, που να μπορεί να υποστηρίξει τις απαιτητικές του προδιαγραφές και τον όγκο των περιεχομένων.
Η έκδοση εκτείνεται σε πάνω από 300 σελίδες καθαρού κειμένου, 463 έγχρωμες φωτογραφίες και 60 εικονογραφήσεις, μέσω της ανάλυσης των συμβόλων που βρίσκονται σε πέντε σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και 12 βυζαντινές εκκλησίες της Κύπρου. Περιλαμβάνονται επίσης εικόνες από αρχαία χειρόγραφα που εντόπισε σε βιβλιοθήκες ανά την Ευρώπη. Περισσότερες από 700 υποσημειώσεις και πάνω από 400 πηγές που αναφέρονται στη βιβλιογραφία μαρτυρούν ένα τεράστιο σε μέγεθος εγχείρημα. Οι πηγές αυτές αφορούν Πατέρες της Εκκλησίας, αρχαίους Χριστιανούς φιλόσοφους, σχολιαστές των Γραφών, αλλά και τους πιο έγκυρους λόγιους του συμβολισμού, σύγχρονους και του 19ου αιώνα.

Η πρώτη έρευνα στο είδος της
Ο Φούριο Μορόνι, έχει να επιδείξει μια πορεία 40 χρόνων στη δημοσιογραφία κυρίως ως ανταποκριτής του ιταλικού πρακτορείου ANSA στη Μέση Ανατολή, αλλά και στη Λευκωσία, την Αθήνα και την Άγκυρα. Έχει ζήσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στην Κύπρο, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα τα τελευταία χρόνια και με βάση το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τον συμβολισμό και την ιστορία των αρχαίων θρησκειών της Μεσογείου, είχε την ευκαιρία να εμβαθύνει σ’ ένα σαγηνευτικό πεδίο έρευνας. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχαν βιβλία για τον πλούτο των χριστιανικών συμβόλων που εντοπίζονται στο νησί, αποφάσισε να γράψει αυτός ένα. Από ιστορική σκοπιά, πιστεύει ότι η έρευνα αυτή είναι σημαντική επειδή είναι η πρώτη και μέχρι στιγμής η μόνη που ανιχνεύει την εξέλιξη του χριστιανικού συμβολισμού στο νησί που αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα λίκνα του Χριστιανισμού. «Τους τελευταίους δύο αιώνες γράφτηκαν σε πολλές γλώσσες δεκάδες βιβλία σχετικά με τα χριστιανικά σύμβολα, αλλά κανένα δεν ήταν αφιερωμένο στην Κύπρο» αναφέρει.
Κι εδώ ίσως τίθεται ένα ακόμη ενδιαφέρον ερώτημα: Γιατί μέχρι σήμερα δεν έχει καταπιαστεί κανένας με ένα τόσο ενδιαφέρον θέμα; «Αυτό φάνηκε περίεργο και σε μένα» απαντά, «αλλά ίσως η εξήγηση έγκειται στο ότι κανένας μελετητής που ασχολείται με άλλα πιο εμφανή θέματα – αρχαιολογικά ευρήματα, αρχαία έργα ζωγραφικής ή γοτθικούς ναούς- δεν έχει παρατηρήσει ποτέ την τεράστια, αλλά λιγότερο ορατή, προοπτική των συμβόλων που έχουν συγκεντρωθεί σ’ αυτό νησί. Ή ίσως κάποιος να το συνειδητοποίησε, αλλά έκρινε ότι ο χριστιανικός συμβολισμός που περιορίζεται στην Κύπρο ήταν θέμα περίπλοκο και απαιτητικό για να ασχοληθεί κι όχι αρκετά ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό».
Στο προλογικό του σημείωμα, επικαλείται το γνωστό απόφθεγμα του Γκαίτε ότι «το πιο δύσκολο να δεις είναι αυτό που είναι μπροστά στα μάτια σου». Έτσι, για τρία χρόνια ερεύνησε σε όλα τα μήκη και πλάτη του νησιού, αναζητώντας τα ίχνη που άφησαν οι πρώτοι Χριστιανοί. Και τώρα επιθυμεί να μοιραστεί κάποιες εκπληκτικές ανακαλύψεις που έκανε, μέσα από ένα ταξίδι που για τον ίδιο αποτέλεσε μια περιπέτεια ψυχής. Μεταξύ άλλων, επιχειρεί να εξηγήσει ότι οι κόμβοι του Σολομώντος και τα αλληλοκαλυπτόμενα, κλιμακωτά τετράγωνα στις χριστιανικές βασιλικές (όπως και στις βυζαντινές εκκλησίες) δεν είναι απλώς διακοσμητικά γεωμετρικά μοτίβα, αλλά ακριβείς αναπαραστάσεις δημιουργιστικών θεωριών και μαθηματικής γνώσης από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, που υιοθετήθηκαν από τον Χριστιανισμό. Όπως, παράλληλα, αποκαλύπτει η επονομαζόμενη «σφραγίδα του Μελχισεδέκ», δεν ήταν ποτέ ένα αρχαίο σύμβολο, αλλά δημιουργήθηκε από έναν Αμερικανό τέκτονα του 19ο αιώνα και στη συνέχεια διαδόθηκε ευρέως από έναν συμπατριώτη του, Μορμόνο ιστορικό, τον 20ό αιώνα.

Ο Μορόνι ξεκαθαρίζει ότι το πόνημά του δεν απευθύνεται σε ειδικούς στον συμβολισμό, αλλά σε ανθρώπους με φυσική περιέργεια και ενδιαφέρον στην ανακάλυψη νοημάτων που κρύβονται πίσω από εικόνες που φαντάζουν αρίδηλες, αλλά συχνά είναι αντιφατικές ή και ακατανόητες. «Προσπάθησα όχι μόνο να φανερώσω την προέλευση των συμβόλων, αλλά και να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους με την πάροδο του χρόνου έλαβαν την ακριβή αξία τους και μέσω ποιων ιστορικών, καλλιτεχνικών και πολιτιστικών διαδρομών συνέβη αυτό» σημειώνει.

«Δεν είμαι ο Νταν Μπράουν»
Ο συγγραφέας αναμένει ότι στον σύγχρονο, υπερβολικά υλιστικό κόσμο, οποιοσδήποτε αναγνώστης περίεργος να κατανοήσει τη σκέψη και τις ψυχές των προγόνων, θα απολαύσει αυτό το βιβλίο. Απευθύνεται επίσης και στους πολλούς λάτρεις του συμβολισμού σε όλο τον κόσμο. «Σκεφτείτε μόνο τα περισσότερα από 80 εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν διαβάσει τον ‘Κώδικα Ντα Βίντσι’ – παρά τις επικρίσεις σχετικά με ορισμένες ιστορικές και επιστημονικές ανακρίβειες» λέει. «Φυσικά, δεν είμαι ο Νταν Μπράουν και το βιβλίο μου δεν θα γίνει ποτέ μπεστ σέλερ, αλλά νομίζω ότι εκείνοι που θα το διαβάσουν θα χαρούν να μάθουν κάτι πιο βαθύ και μοναδικό. Μπορώ να σκεφτώ και τους πολλούς φοιτητές αρχαιολογίας, ιστορίας, φιλοσοφίας και θεολογίας: κατευθύνσεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν να κάνουν με συμβολισμό» προσθέτει.
Με το βιβλίο ο Φούριο Μορόνι φιλοδοξεί ότι επιπλέον θα προβάλει την πλούσια και πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά του νησιού. Ελπίζει ότι μπορεί επίσης να κινήσει το ενδιαφέρον στους αναγνώστες για ένα συναρπαστικό πεδίο γνώσης: αυτό της μελέτης των συμβόλων. Επιπλέον, θεωρεί ότι το βιβλίο σίγουρα δεν περιορίζεται στους ευσεβείς χριστιανούς: «Πιστεύω ότι ακόμη και άνθρωποι που δεν ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα θα βρουν τροφή για σκέψη. Τέλος, πιστεύω ότι σήμερα έχουμε το κρίσιμο καθήκον, μελετώντας και τον χριστιανικό συμβολισμό, να ανακαλύψουμε εκ νέου τις χριστιανικές μας ρίζες και να είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτές, ειδικά σε αυτή την τραγική ιστορική στιγμή που βρίσκει τη Χριστιανική Ευρώπη να δέχεται την επίθεση του ισλαμικού φονταμενταλισμού».

Η σπαζοκεφαλιά της φραγκόκοτας
Η μεγαλύτερη πρόκληση σ’ όλη αυτή την περιπέτεια ήταν ίσως αυτή… μιας φραγκόκοτας. Ο Φούριο Μορόνι εξέταζε τα χριστιανικά σύμβολα στην Οικία του Ευστολίου, στο Κούριο, όπου υπάρχουν κυρίως πουλιά. Για τη χήνα, τον φασιανό, την καρακάξα και το περιστέρι δεν είχε κανένα πρόβλημα να βρει ερμηνείες. Όταν έφτασε στη φραγκόκοτα, δεν κατάλαβε τι ακριβώς γύρευε αυτό το πουλί στη μέση ενός ψηφιδωτού δαπέδου καλυμμένου με χριστιανικά σύμβολα, μιας και ανήκει εξ ολοκλήρου στην ελληνική μυθολογία. «Είχα κολλήσει για μερικές εβδομάδες, αλλά τελικά η διαίσθησή μου ήταν σωστή: ήμουν σε θέση να κατανοήσω το νόημα που ήθελε ο Ευστόλιος να δώσει σ’ αυτό το πτηνό κι είναι ο πόνος που υπέφερε η ανθρωπότητα για τη σταύρωση και τα Πάθη του Ιησού Χριστού. Αλλά το πώς έφτασα ως εκεί είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία».

Πιο συναρπαστικό εύρημα θεωρεί ένα ρωμανικό υπέρθυρο στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Τρυπιώτη, στην παλιά Λευκωσία. Όπως σημειώνει, σ’ αυτό εντοπίζονται μερικά από τα πιο σημαντικά σύμβολα της μεσαιωνικής χριστιανικής εικονολογίας: ο προφήτης Δανιήλ ανάμεσα σε λιοντάρια, το δέντρο της ζωής, η άρπυια, η γοργόνα με μονή και η γοργόνα με διπλή ουρά, ο δράκος, το κουκουνάρι, η άμπελος και το σταφύλι, ο κύκλος, ο αριθμός πέντε. «Ένας πραγματικός θησαυρός!»

Με μεγάλο ενθουσιασμό μιλά επίσης για τη διαπίστωσή του ότι ο γοτθικός καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο είναι πιθανότατα ο μοναδικός σε ολόκληρη την Ευρώπη που έχει στην πρόσοψή του ένα ροδοπαράθυρο που χωρίζεται σε εννέα τμήματα, αντί για τα πιο κοινά των 6, 7, 8, 11 και 12 τμημάτων. «Φυσικά, υπάρχει ένας συμβολικός λόγος γι’ αυτό…».

Ο Ιταλός συγγραφέας μας εξέπληξε παρατηρώντας ότι παραδόξως, όλες οι «εμπιστευτικές πληροφορίες» που χρειάστηκε είναι προσβάσιμες στον καθένα. «Στην πραγματικότητα, ως επί το πλείστον, το νόημα των χριστιανικών συμβόλων προέρχεται από την Αγία Γραφή και τα Ευαγγέλια που αποτελούν μέρος της Καινής Διαθήκης. Πρέπει λοιπόν να αρχίσουμε να διαβάζουμε προσεκτικά αυτές τις πηγές, όπως έκαναν στο παρελθόν οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι σχολιαστές, για να αρχίσουμε να κατανοούμε το νόημα που έχει αποδώσει στους επόμενους αιώνες ο Χριστιανισμός σ’ αυτά τα σύμβολα».

Επιστήμη και θρησκεία δεν είναι αντίπαλοι
Όπως πολλοί άλλοι άνθρωποι, ο Φούριο Μορόνι πιστεύει ότι η επιστήμη και η θρησκεία δεν είναι αντίπαλοι αλλά δύο τομείς που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο: «η επιστήμη ερευνά, ενώ η θρησκεία ερμηνεύει. Η επιστήμη ασχολείται με γεγονότα, ενώ η θρησκεία με αξίες».
Παράλληλα, εκτιμά ότι υπάρχει μια βασική διαφορά μεταξύ της μυθολογίας και της θρησκείας: «ο μύθος είναι μια συμβολική ιστορία έξω από την ιστορική εποχή που έχει ηθικό σκοπό να δώσει απαντήσεις σε θεμελιώδη ζητήματα της ζωής, που έθεσαν οι αρχαίοι άνθρωποι στον εαυτό τους. Η θρησκεία, από την άλλη, είναι ένα σύνολο εναρμονισμένων κοινωνικών και ηθικών κανόνων οι οποίοι, στην περίπτωση του Χριστιανισμού, βασίζονται σε γεγονότα και πράξεις που πραγματικά έλαβαν χώρα. Όπως η ζωή του Χριστού». Αντίθετα, θεωρεί ότι είναι πιο περίπλοκο να καθοριστεί η σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και τη φιλοσοφία λόγω της αντικρουόμενης φύσης της, εκφράζει ωστόσο την πεποίθηση ότι μπορεί να συνοψισθεί με αυτό τον τρόπο: «η φιλοσοφία αναζητά την αλήθεια μέσω της λογικής απόδειξης. Η θρησκεία, από την άλλη, καθορίζει την αλήθεια μέσω των πεποιθήσεων, της παράδοσης και των δογμάτων μέσω της πίστης των ανθρώπων και χωρίς καμία λογική απόδειξη».