Ίσως να μη σβηστεί ποτέ από την τηλεοπτική μνήμη η ευσυνείδητη γραμματέας που υποδυόταν στο Δις Εξαμαρτείν ή η συντηρητική αλλά ταυτόχρονα τσαχπίνα Φλώρα των Εγκλημάτων. Αν, όμως, δεν την έχεις δει στο Συμβολαιογράφο –που έπαιζε για 8 χρόνια- ή ως αποφασισμένη σύζυγο ενός άνδρα που νοσεί με Αλτσχάιμερ στη φετινή παράσταση του ΘΟΚ, τότε δεν έχεις ακόμη μετρήσει το μέγεθος του ταλέντου της.

Η εμπειρία με το Κέλυφος στον ΘΟΚ πώς είναι; Είναι πολύ καλή, περισσότερο θετική απ’ όσο περίμενα. Δεν σου κρύβω ότι ερχόμουν σε ένα άγνωστο περιβάλλον, δεν ήξερα κανέναν απ’ τους συνεργάτες επομένως είχα μια ανασφάλεια. Έχω όμως εκπλαγεί θετικά γιατί έχω να κάνω με ταλαντούχους ανθρώπους –ξεκινώντας απ’ τον Αντρέα (σ.σ. Αραούζο) τον σκηνοθέτη της παράστασης. Είμαι πραγματικά ενθουσιασμένη και τυχερή που τον γνώρισα. Αλλά και όλη η ομάδα είναι άνθρωποι με όραμα, θεατρική παιδεία, επαγγελματίες που θέλω να ξαναδουλέψω μαζί τους. 

Πώς προέκυψε αυτή η πρόταση; Ήρθε απ’ τον Σάββα Κυριακίδη, τον καλλιτεχνικό διευθυντή που είναι μεγάλη τύχη που τον έχετε στον ΘΟΚ. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι ο σκηνοθέτης της παράστασης, ο Αντρέας Αραούζος, με έχει ζητήσει για το συγκεκριμένο έργο. Ρώτησε λοιπόν αν είμαι διαθέσιμη και εάν με ενδιαφέρει. Μου άρεσε πολύ το θέμα, η ιδέα και έτσι είμαι εδώ και τα λέμε. 

Έχεις αγωνία για την πρεμιέρα; Πάντα! 

Και πώς σου βγαίνει το άγχος; Βγαίνει δημιουργικά πια. Μπορώ να το μετατρέπω στη σκηνή υπέρ μου, να μην με καταπίνει. Στο παρελθόν, ιδιαίτερα στα πρώτα μου βήματα, το άγχος δεν ήταν δημιουργικό. 

Βρήκες κοινά στοιχεία με την Άννα, τη νέα σου ηρωίδα; Σου μοιάζει καθόλου αυτή η γυναίκα στον τρόπο που σκέφτεται και κινείται; Δεν θα έλεγα ότι μου μοιάζει… Μου είναι όμως οικείος ο τρόπος της, τον ξέρω. Δεν ξέρω αν βρήκα στοιχεία… Έχει ένα πολύ βασικό κεφάλαιο που μοιάζουμε. Γνωρίζω την ψυχολογία αυτής της γυναίκας γιατί ξέρω τι σημαίνει να υπάρχει στο περιβάλλον σου άνθρωπος που πάσχει από αυτή την ασθένεια, το Αλτσχάιμερ. Έχω όλη την εσωτερική της διαδρομή, την ξέρω καλά. Είναι πέρα απ’ το χάρτινο πρόσωπο, είναι πολύ βιωματικό. 

Πώς δηλαδή; Έχω στο περιβάλλον μου ασθενή… Και αυτός είναι ο λόγος που δέχτηκα να κάνω αυτό το έργο. 

Παρόλο που στο έργο υποδύεσαι τη γυναίκα του ανθρώπου που πάσχει από Αλτσχάιμερ πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται ότι μπορεί να βρεθείς στη θέση του; Ότι μπορεί να αντιστραφούν οι ρόλοι; Με παραλύει… Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Επειδή ακριβώς ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει αυτό, το απωθώ. Καμιά φορά ξεχνάμε κάτι και εν τη ρύμη του λόγου λέμε για πλάκα «άρχισε το Αλτσχάιμερ». Τώρα ούτε σαν χιούμορ δεν θέλω να το λέω.

Γιατί αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει κάτι τέτοιο. Ακριβώς. Είναι βιωμένο και δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Είναι τραγικό γιατί έχει να κάνει με την απώλεια ενός αγαπημένου σου εν ζωή. Δεν είναι όπως ένα θάνατο όπου αποχαιρετάς τον άνθρωπό σου, στεναχωριέσαι αλλά προχωρείς. Είναι αυτό που λέει και στο κείμενο της η Σωτηρίου. Ότι βλέπεις ένα Κέλυφος, ένα περίγραμμα. Και είναι επώδυνο. Βλέπεις στα μάτια του, που σε αναγνωρίζουν, και λες έχουμε ακόμα, με ξέρει, έχουμε συναίσθημα. Όταν απολεσθεί το τελευταίο στοιχείο συναισθήματος και είσαι ξένος είναι τρομακτικό. 

Εάν βρισκόσουν σε αυτή τη θέση και έπρεπε να βάλεις ένα δικό σου άνθρωπο σε ίδρυμα θα σκεφτόσουν το κοινωνικό ταμπού ή θα το αψηφούσες; Δεν ξέρω… Θέλω να πιστεύω ότι θα είχα τη δύναμη και τις δικλείδες ασφαλείας όπως επίσης και πολλές ενοχές. Ζούμε σε ένα περιβάλλον που μας έχει επιβάλει να έχουμε ενοχές. Νομίζω όμως πως θα έβρισκα τη δύναμη να δώσω άλλοθι στον εαυτό μου όπως δίνω και στην ηρωίδα μου. Η ζωή δεν σταματά με αυτό τον τρόπο επειδή κάτι συνέβη ούτε σημαίνει ότι δεν αγαπάς έναν άνθρωπο ή τον αγαπάς περισσότερο αν επιλέξεις να φυλακιστείς κι εσύ στο πρόβλημα. Έχει να κάνει με το πώς του φέρεσαι κάθε φορά που σε έχει ανάγκη. Είναι δύσκολο πάντως… Δεν ξέρω την απάντηση. 

Ίσως γιατί πρόκειται για ένα ισχυρό κοινωνικό ταμπού. Μα γι’ αυτό λέω πως εάν ήμουν σε αντίστοιχη θέση, όπως αυτή της Άννας, μπορεί να έμπαινα στη διαδικασία να σκεφτώ το περιβάλλον, τον κοινωνικό περίγυρο… Καλώς ή κακώς είμαστε δέσμιοι της ζωής που ζούμε και του περιβάλλοντος που βιώνουμε την καθημερινότητά μας, μέσα στα ταμπού της κοινωνίας. Και όσο πιο μικρή και κλειστή είναι μια κοινωνία τόσο πιο ισχυρά είναι τα ταμπού και οι κανόνες που σε περιορίζουν. Δεν είναι τυχαίο που η Κωνσταντία Σωτηρίου γράφοντας αυτό το έργο, έχει ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, την Κύπρο. Μπορεί το θέμα να είναι παγκόσμιο αλλά τα βιώματα και οι αφορμές της είναι από το περιβάλλον της. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που έβαλε αυτές τις αναρωτήσεις στην Άννα. Αφορά όλους το ηθικό θέμα του τι θα κάνεις με τον άνθρωπό σου, αν θα τον βάλεις σε ίδρυμα και θα συνεχίσεις τη ζωή σου. Αυτό είναι το βασικό διακύβευμα που απασχολεί την ηρωίδα μου. Εάν έχει δικαίωμα να κάνει αυτή την πράξη… 

Και αν η κόρη σου ερχόταν και σου έλεγε ότι ελκύεται από άτομο του ίδιο φύλου; Θα ήσουν τόσο ψύχραιμη όσο η ηρωίδα σου, η Άννα; Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η ψυχή μας μαυρίζει από πάρα πολλά πράγματα. Θεωρώ λοιπόν ότι ο στόχος κάθε ανθρώπου πρέπει να είναι η ευτυχία του. Πόσο μάλλον όταν ο άνθρωπος που θέλεις να είναι ευτυχισμένος είναι το παιδί σου. Αν λοιπόν προέκυπτε κάτι τέτοιο θα με ενδιέφερε πρωτίστως να είναι καλά. Αν έβρισκε σε αυτό το δρόμο τη χαρά του θα ήμουν απόλυτα ικανοποιημένη. Μου φαίνεται, δεν θα το πω γελοίο, θα πω απάνθρωπο να περιθωριοποιώ συνανθρώπους μου που έχουν κάνει συγκεκριμένες επιλογές. Απ’ τη στιγμή που δεν με βλάπτουν και δεν ενοχλούν βλαβερά το κοινωνικό σύνολο γιατί θα πρέπει με νοιάζει η σεξουαλική επιλογή της; 

Έχεις καταλάβει γιατί οι άνθρωποι φοβούνται το διαφορετικό; Υπάρχουν πολλές απαντήσεις κοινωνιολογικά και ψυχολογικά. Σίγουρα ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να ζει με άλλους ανθρώπους. Είναι λοιπόν πιο εύκολο να ταυτίζεσαι με κάποιους σε κοινά πράγματα, οικεία, που σε κάνουν να νιώθεις ασφαλής. Όταν δεν υπάρχει στοιχείο ταύτισης και οι αποκλίσεις δεν σε βρίσκουν σύμφωνο τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Δεν μας αρέσει να δυσκολευόμαστε. Είναι μια πολύ απλουστευτική ερμηνεία… 

Θυμάσαι το πρώτο συναίσθημα όταν έγινες μητέρα; Ήσουν έτοιμη να γίνεις μάνα; Είμαι αναποφάσιστη ως άνθρωπος. Εάν δεν τύχαινε να μείνω έγκυος ίσως και να μη γινόμουν μάνα απ’ το αίσθημα ευθύνης που εμπεριέχει όλο αυτό. Μου έτυχε και ήμουν τυχερή, το δέχτηκα και αφέθηκα. 

Παράλληλα, είστε πολλά χρόνια με το σύζυγό σου. Πώς κρατάει μια σχέση τόσο πολύ; Νομίζω πως μόνο η ελευθερία και η εμπιστοσύνη είναι ωφέλιμες στην πορεία μιας σχέσης. Όλα τα άλλα περιττεύουν. Πρέπει να αφήνει χώρο ο ένας στον άλλον. 

Απ’ την άλλη, δεν υπάρχουν σύννεφα, δεν υπάρχουν τσακωμοί; Αλίμονο! Αν δεν υπάρχουν συννεφιές δεν θα εκτιμήσεις τη λιακάδα. Όλα υπάρχουν αλλά σημασία έχει να τα ξεπερνάς και να μην τους δίνεις μεγαλύτερη διάσταση απ’ ό,τι πρέπει. Εάν τα προσπερνάς –ακόμα κι αν είναι δύσκολα και δύσβατα- βλέποντάς τα με αισιοδοξία τότε όλα μοιάζουν καλύτερα. Ίσως βέβαια αυτό το λέω εκ του ασφαλούς… 

Στη Χίο, το νησί καταγωγής σου επιστρέφεις συχνά; Πηγαίνω πάντα με χαρά. Είναι ο τόπος καταγωγής μου αλλά έχω φύγει πολύ μωρό. Έχω παρατηρήσει όμως ότι η Κύπρος μου θυμίζει το νησί μου. Είναι η μικρή κοινωνία, η γλώσσα που είναι τόσο τραγουδιστή και έχει σχέση με την αρχαία ελληνική, είναι ο κόσμος που είναι φιλήσυχος και αυτάρκης. Γι’ αυτό νομίζω εγκλιματίστηκα και τόσο εύκολα εδώ. 

Απ’ τα παιδικά σου χρόνια ποιες εικόνες κρατάς; Η ζωή μου στην Αθήνα ήταν λιγάκι πληκτική, δεν είχε κάτι λαμπερό. Ήταν σπίτι, σχολείο σε μια απλή ζωή. Αυτό άλλαζε τα καλοκαίρια όταν πήγαινα στη Χίο. Εκεί ήταν όλα λαμπερά, χαρούμενα και ελεύθερα. 

Ένας δρόμος, μια γωνιά, ένα σπίτι, θα μπορούσε να σε πάνε πίσω στην παιδική σου ηλικία; Βέβαια! Οι ηθοποιοί είμαστε κατεξοχήν πλάσματα που αναμοχλεύουμε το παρελθόν μας, τις εικόνες μας. Εξάλλου πάντα το κομμάτι της συγκίνησης είναι λίγο εγωκεντρικό. Κι αυτό δεν το είπα εγώ, το είπε ο Κούντερα πριν από μένα. Λειτουργούμε με πράγματα που ανασύρουμε από εμάς τους ίδιους. Η συγκίνηση έρχεται γιατί κάτι δικό μας αγγίζει. Οπότε εύκολα μου συμβαίνει αυτό.

Έχεις πιάσει τον εαυτό σου, να σου συμβαίνει κάτι τραγικό και εσύ να σε παρατηρείς; Τις κινήσεις σου, τη συμπεριφορά σου έτσι ώστε αυτά τα στοιχεία αργότερα να τα βάλεις σε κάποιο ρόλο σου. Μα αυτή είναι η διαστροφή του ηθοποιού! Έχει συμβεί να δω τον εαυτό μου την ώρα που μου συμβαίνει κάτι και να κλέψω στοιχεία. Γίνεται μια λειτουργία εκείνη την ώρα που δεν μπορώ να ερμηνεύσω.

Παρατηρείς και τους ανθρώπους γύρω σου; Βέβαια! Εάν κάτι μου κινήσει την περιέργεια το βλέπω, αποθηκεύεται κάπου στο μυαλό και την κατάλληλη στιγμή το ανακαλώ και βγαίνει. Είναι μια διαδικασία που γίνεται αυτόματα… 

Στο βιογραφικό σου λέει ότι πέρασες στη Νομική. Αυτή ήταν η επιδίωξή σου; Συγκεκριμένα σπούδασα στο Πολιτικό της Νομικής, Πολιτικές επιστήμες και Δημόσιο Δίκαιο. Επιδίωξη δεν ήταν… Μου άρεσε η δικηγορία και το κατάλαβα μετά, γιατί είχα την εικόνα του ανθρώπου που δίνει παράσταση στο δικαστήριο. Για καλή μου τύχη υπήρχε θεατρικό τμήμα στο πανεπιστήμιο, πήρα μια γεύση απ’ εκεί και συνέχισα στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. 

Ζούσε ακόμα ο Κουν όταν ήσουν στη σχολή; Δεν δίδασκε τότε, όχι. Είχα την τύχη όμως να πάρω μέρος ως μαθήτρια σε παραστάσεις που σκηνοθέτησε και να πάμε και στην Επίδαυρο. 

Τι θυμάσαι πιο έντονα απ’ τη σχολή; Θυμάμαι ωραία πράγματα. Πολύ μεγάλη χαρά γι’ αυτό που έκανα. Όπως θυμάμαι και την περιπέτειά μου για να μπω…

Δηλαδή; Αποφάσισα να πάω μια Κυριακή πρωί καθυστερημένα. Κατέβηκα τις σκάλες ενώ ήξερα ότι τελείωσαν οι εξετάσεις και ζήτησα να δω τον κύριο Κουν. 

Είχες θράσος Υρώ. Το θράσος της άγνοιας! Ο πρώτος ρόλος της ζωής μου ήταν εκείνος γιατί είπα ψέματα στον Λαζάνη ότι είχα πολύ σοβαρά οικογενειακά προβλήματα γι’ αυτό έχασα τις εξετάσεις. Μου είπε λοιπόν να πάω ύστερα από δυο εβδομάδες για να με δουν. Πήγα, έδωσα και απ’ εκεί ανέβηκα αμέσως να κάνω μάθημα.

Κράτησες φιλίες από τότε; Ποιοι ήταν στο έτος σου; Συμμαθητές μου ήταν η Μαρία Καβογιάννη, η Καίτη Κωνσταντίνου, ο Πέτρος Φιλιππίδης, η Μαρία Γεωργιάδου, ο Κλέων Γρηγοριάδης, ο Γιάννης Καπετάνιος και άλλοι. Ο Κουν έλεγε ότι είμαστε τάξη πρωταγωνιστών. Βέβαια και κρατώ επαφές. Δεν είμαστε κολλητοί αλλά έχουμε πολύ καλές σχέσεις. 

Τότε φανταζόσουν την εξέλιξη, την επιτυχία, την αναγνώριση; Τα ονειρευόμουν, το ήλπιζα. Τι άλλωστε να ονειρευτεί ένα νέο παιδί; Να γίνει αγαπητό απ’ τον κόσμο, να παίξει ωραία πράγματα. 

Πότε νομίζεις ήρθε η αναγνώριση απ’ τον κόσμο; Κακά τα ψέματα σε αυτό έπαιξε ρόλο η τηλεόραση. Βέβαια, όταν ξεκινούσα δεν ήθελα να ακούσω για τηλεόραση. Κατάλαβα όμως ότι μπορείς να κάνεις ποιότητα και εκεί. Για να απαντήσω όμως η αναγνώριση ξεκίνησε απ’ τους «Μήτσους», ακολούθησε με το «Δις Εξαμαρτείν» και απογειώθηκε με τα «Εγκλήματα» που με ακολουθούν ακόμα και σήμερα. 

Η πρώτη σου δουλειά ήταν οι «Δέκα Μικροί Μήτσοι». Τι θυμάσαι από τότε; Ήταν το ξεκίνημά μου και ήταν μια ωραία εμπειρία. 

Αλήθεια, θα συμμετέχεις στους νέους Μήτσους; Όχι. 

Και απ’ τα Εγκλήματα; Τι γεύση έχεις; Εκείνη την περίοδο που ήμουν στον πανικό της δουλειάς, έτρεχα απ’ πρωί μέχρι το βράδυ σε γυρίσματα και πρόβες, είχα και το παιδί μου μικρό, δεν είχα απολαύσει το τι γινόταν. Τώρα το απολαμβάνω πιο πολύ παρόλο που μου φαίνεται να είμαι μια άλλη. Είναι ωραίο που το βλέπω από απόσταση.  

Η επιτυχία της σειράς ήταν το σενάριο και οι φαρμακερές ατάκες; Όχι μόνο. Επιτυχία έγινε γιατί ήταν μια πολύ καλή ομάδα ηθοποιών που απογείωσε και το σενάριο. Μπορούσε ο σεναριογράφος να γράψει πάνω μας. Ακόμα και οι guest ήταν διαλεγμένοι και αυτό δικαιούμαι να το λέω γιατί αυτό μαρτυρούν οι άπειρες επαναλήψεις. Την ιστορία την έφτιαξε η παρέα που είχε ένα εξαιρετικό σενάριο και το απογείωσε. Δεν έγινε μονομερώς. 

Αλήθεια, υπάρχουν στιγμές που βαριέσαι να μιλάς για τα Εγκλήματα; Για τη Φλώρα, τις σχέσεις των πέντε σήμερα, την εκκωφαντική επιτυχία της σειράς, για τους τσακωμούς σας. Αν μιλάω μόνο γι’ αυτό βαριέμαι φρικτά. Αν είναι σε μια κουβέντα που λέμε πολλά άλλα πράγματα, όπως γίνεται τώρα, μου αρέσει. Άλλωστε είναι κομμάτι της ιστορίας μου. Θα αποποιηθώ την ιστορία μου; Είναι ένα απ’ τα πιο ωραία πράγματα που έχω κάνει, το αγαπώ και θα ήμουν αγνώμων να μη μιλούσα γι’ αυτό. 

Να υποθέσω ότι το τηλέφωνό σου χτύπαγε συνέχεια μετά τα «Εγκλήματα»; Ναι…

Το σήκωνες; Προσπαθούσα να κρατηθώ, να έχω έναν μπούσουλα. Δεν ξέρω αν έκανα καλά ή όχι. Θα μπορούσα να το εξαργυρώσω με πολλούς τρόπους αλλά δεν ήθελα. 

Σε παρατηρώ τώρα που μιλάς και αναρωτιέμαι: Πώς γίνεται να μοιάζεις μικρότερη σήμερα παρόλο που τα «Εγκλήματα» προβάλλονταν το 2000, 18 χρόνια πίσω; Μου το λένε κι άλλοι. Ήταν το styling, ήταν τα μαλλιά πιο σκούρα, υποδυόμουν μια συντηρητική γυναίκα που φοβόταν τον ίσκιο της αλλά απ’ την άλλη ήταν και τσαχπίνα, όχι από θέση αλλά από αίσθημα. Αυτό αντανακλούσε ο ρόλος αλλά είμαι ένας άλλος άνθρωπος στη ζωή μου. 

Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις την τηλεόραση σαν ρετσινιά; Καθόλου! Ποτέ δεν το ένιωσα αυτό ακριβώς γιατί έχω κάνει ποιοτική τηλεόραση. Είναι το μέσο που κάνει παρέα σε χιλιάδες ανθρώπους. Κάνω ένα συγκεκριμένο επάγγελμα που περιέχει θέατρο, κινηματογράφο, τηλεόραση και ραδιόφωνο. Ο καλός ηθοποιός πρέπει να μπορεί να σταθεί σε αυτά και να μη χαλάει κάτι απ’ τον εαυτό του. Ίσα-ίσα να μπορεί να φέρει την ποιότητά του και να βάζει το στίγμα του στην κάθε δουλειά. 

Αυτή η επιτυχία σε έκανε πιο καχύποπτη στις σχέσεις σου ή στους ανθρώπους που σε προσεγγίζουν; Όχι. Είναι ένα χαρακτηριστικό που δεν έχω. Μπορώ όμως να βλέπω πίσω απ’ το επιφαινόμενο ή να αντιλαμβάνομαι κάποια κίνητρα που μικρότερη δεν έβλεπα. Δεν ήμουν καχύποπτη ποτέ. Μου αρέσει να είμαι ανοικτή με τους ανθρώπους γιατί νομίζω έτσι μπορείς να πάρεις το καλό τους. Εάν είσαι φοβικός και μαγκωμένος απέναντί τους πώς θα είναι και αυτοί ανοικτοί μαζί σου; 

Η ταμπέλα «κωμική» – «δραματική» ηθοποιός πώς ηχεί μέσα σου; Μου αρέσει να την ανατρέπω. Και είχα την ευτυχία να ανατρέψω την εικόνα της κωμικής ηθοποιού με το ρόλο μου στο «Συμβολαιογράφο». Ήταν ένας ρόλος που ξεκίνησε το 2010 και συνεχίζει ακόμα και το κοινό με ακολούθησε. Αυτό ήταν ένα στοίχημα μεγάλο, έτρεμε το φυλλοκάρδι μου αλλά το ένστικτό μου ήταν πολύ καθαρό. Εμπιστεύτηκα το ρόλο, τον σκηνοθέτη μου και αφέθηκα. 

Κατατάσσεις κάπου τον εαυτό σου; Εμένα η καλύτερή μου είναι όταν μπορείς να ακροβατείς απ’ το κωμικό στο δραματικό. Μου αρέσει να κάνω κωμωδία, είναι πολύ σπουδαίο να κάνεις τον κόσμο να γελάει, και μου αρέσει πολύ να δοκιμάζω τον εαυτό μου και σε άλλες καταστάσεις όπως γίνεται τώρα με το «Κέλυφος» με διαδρομές διαφορετικές, πιο εσωτερικές. Είναι μεγάλη ευλογία αυτό. Επομένως, δεν μπαίνει ταμπέλα. 

Επιμέλεια: Shona Muir/ Μακιγιάζ: Στέλιος Μιχαήλ (Bobbi Brown)/ Μαλλιά: John Παφίτης (Kevin Murphy cyprus)
Ευχαριστούμε το The Gym στην Ονασαγόρου για τη φιλοξενία