«Γράφω κυρίως στην εξοχή. Σε άδεια σπίτια που μου τα δίνουν οι φίλοι μου γι’ αυτό τον σκοπό. Βλέπω ή το δάσος ή τη θάλασσα ή τον συνδυασμό τους. Και είμαι μόνος με τρόπο ευδαιμονικό»

Πώς άρχισε η ιδέα του νέου σας βιβλίου «Ψεύτικοι Δίδυμοι»; 
Από ένα φονικό που έγινε απέναντι από το σπίτι των γονιών μου, σ’ ένα χωριό της Λακωνίας. Ένας νεαρός Βούλγαρος, μεγαλωμένος στο ίδιο χωριό, σκότωσε μια γριά για να της πάρει τη σύνταξη. Είδα τους γονείς μου να τρομάζουν για πρώτη φορά.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι κατά τη διάρκεια της συγγραφής; 
Νομίζω η διόρθωση. Αλλά και πάλι οι διορθώσεις στους «Ψεύτικους Διδύμους» ήταν πιο συνειδητές από κάθε άλλη φορά. Και είχα και για δίχτυ προστασίας το έμπειρο βλέμμα της Τζένης Μαστοράκη.

Γράφετε μεταξύ άλλων για τη συντριβή στα όρια της ενηλικίωσης. Πότε τοποθετείτε τη δική σας ενηλικίωση; 
Μοιάζω κυρίως με τα αυτοκινητάκια στο λούνα παρκ: Τρακάρω συνέχεια, αλλά δεν συντρίβομαι.

Τι σας ωρίμασε σε όλη αυτή τη διαδρομή; 
Το διάστημα που άρχισε μετά την έκδοση του βιβλίου. Γεμάτο ερωτηματικά είναι ακόμη, αλλά δεν βιάζομαι. Θα τ’ απαντήσω ένα ένα.

Τι επιρροή έχει στη δική σας ζωή η ενασχόλησή σας με τη συγγραφή βιβλίων;
Είναι τα διαστήματα της ευτυχίας. Σαν να μπαίνει στη θέση του το σπασμένο ποδάρι της καρέκλας. 

Όταν γράφετε πώς είναι ο περιβάλλων χώρος σας;
Γράφω κυρίως στην εξοχή. Σε άδεια σπίτια που μου τα δίνουν οι φίλοι μου γι’ αυτό τον σκοπό. Βλέπω ή το δάσος ή τη θάλασσα ή τον συνδυασμό τους. Και είμαι μόνος με τρόπο ευδαιμονικό.

Σήμερα ποιο βιβλίο έχετε στο κομοδίνο σας;
Ευτυχώς, βιβλία φίλων, κυρίως ποιήματα. Και παραδίπλα, πλάι στην πολυθρόνα, τα δύο τελευταία δοκίμια της Κατερίνας Μάτσα: Τις Κρύπτες και τους Παρίες.