Σ’ ένα «αδιευκρίνιστο» νησί της Μεσογείου, ένα μοναχικό αγόρι συναντά δύο αλλόκοτους άντρες με ριγέ κοστούμια. Σύντομα, συνειδητοποιεί ότι κι η ίδια ζωή διαθέτει δύο όψεις. Μπορεί να είναι ένας απαίσιος πόλεμος, αλλά κι ένα όμορφο κορίτσι που ακούει στο όνομα «Κλέμενταϊν».

Αυτή είναι η σύνοψη της πρώτης ταινίας μεγάλου μήκους του φίλου σκηνοθέτη και συναδέλφου δημοσιογράφου Λογγίνου Παναγή, με τον ίδιο να χαρακτηρίζει το δημιούργημά του «ένα ψυχολογικό, πολιτικό δράμα με σατιρικά και σουρεαλιστικά στοιχεία». Η ταινία «Clementine», που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες- Κύπρος 2018 και έλαβε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Φλωρεντίας, αποτελεί το επιστέγασμα μιας πορείας μακράς και βαθιά εσωτερικής. Ήρθε, όμως, ο καιρός η ταινία να παρουσιαστεί και στο ευρύ κοινό: παρουσιάζεται στον κινηματογράφο Πάνθεον από τις 20 μέχρι τις 26 Οκτωβρίου 2022

Η δημιουργική διαδικασία είναι κι ένα μάθημα. Το δικό του μάθημα ήταν πως στην πραγματικότητα δε φτάνεις ποτέ στην πηγή: το ζητούμενο είναι να βρίσκεσαι στη ροή της πηγής κι όλα να γίνονται φυσικά, αθώα και αβίαστα.
 
– Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία; Ήμουν σ’ ένα ταξίδι με τρένο στη Γερμανία. Περνώντας από τον Μέλανα Δρυμό, μέσα από την καταπράσινη άγρια φύση, άρχισα να σκέφτομαι τη μεταπολεμική μας πραγματικότητα στην Κύπρο. Ξαφνικά, όλα μου φάνηκαν εντελώς περίεργα, σουρεαλιστικά, ενώ αισθάνθηκα ότι η δική μου γενιά χάθηκε μέσα στους μεταεισβολικούς μύθους και δεν μπόρεσε να αρθρώσει το δικό της όραμα. Άρχισα λοιπόν να γράφω μια παραβολική ιστορία, ένα προσχέδιο σεναρίου γύρω από το τέλος του ονείρου, της αθωότητας και του ρομαντισμού μέσα από τον πόλεμο.
 
– Πόσο κοντά ήταν το αποτέλεσμα στο αρχικό σου όραμα; Πάντοτε όταν ξεκινάς ένα καλλιτεχνικό ταξίδι -και ειδικά κινηματογραφικό- ο τελικός προορισμός είναι άγνωστος. Αλλιώς δεν θα είχε και νόημα το ίδιο το ταξίδι. Όλα θα ήταν εντελώς διεκπεραιωτικά, σαν να οδηγείς το αυτοκίνητό σου σ’ έναν από αυτούς τους ατελείωτους δρόμους, όπου κάθε τόσο μια πινακίδα ξεπετάγεται για να σ’ ενημερώσει πότε θα φτάσεις στον προορισμό σου. Ο Φελίνι έλεγε πως πρέπει να αφεθείς στο ταξίδι, να μην το «μολύνεις» με τις δικές σου ιδεοληψίες και προκαταλήψεις. Έτσι λοιπόν κι εγώ, προσπάθησα να «αφεθώ» στην ταινία, προσέχοντας πάντα να παραμένω αληθινός και συνεπής στο πρωταρχικό όραμα, αλλά και στον ίδιο τον εαυτό μου. Στην πορεία και μέσα από χίλια μύρια κύματα, η ταινία άρχισε να ξετυλίγεται όλο και πιο καθαρά μπροστά μου. Το τελικό σχήμα ήταν διαφορετικό από το αρχικό, καθώς ενσωμάτωσε τα εσωτερικά και τα εξωτερικά ερεθίσματα. Η «Clementine» πέρασε μέσα από μια οικονομική, αλλά και προσωπική κρίση και στο τέλος έγινε σοφότερη.
 
– Είσαι αισιόδοξος για το κατά πόσο το μήνυμα της ταινίας θα βρει απήχηση; Πιστεύω ότι αρκετοί θα μοιραστούν το όραμα της ταινίας καθώς μέσα απ’ αυτήν, ο καθένας μπορεί να καθρεφτιστεί. Ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιούμε, είμαστε όλοι μας παιδιά ενός πολέμου. Οι συνέπειές του είναι εκεί, είναι μια βαριά σκιά που σκοτεινιάζει τα βήματά μας. Ταυτόχρονα, αν το δεις από κάποια απόσταση, το όλο σκηνικό φαίνεται σαν φάρσα, σαν ένα κακόγουστο αστείο: ένα τσίρκο που λαμβάνει χώρα καθημερινά και σερβίρεται σαν μια σοβαρή και αδιάσειστη πραγματικότητα. Είναι αυτή η κωμικοτραγική διάσταση των πραγμάτων που ελπίζω να συγκινήσει.
 
– Νιώθεις ασφαλής να τοποθετείς τόσο πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία; Μα, δεν μπορείς να δημιουργήσεις αν δεν εκτεθείς. Διαφορετικά, θα ποζάρεις ως σκηνοθέτης ή ως καλλιτέχνης, διεκπεραιώνοντας απλώς μια δουλειά. Στην περίπτωσή μου το αυτοβιογραφικό στοιχείο υπερτονίζεται από το γεγονός ότι υποδύομαι έναν από τους βασικούς ρόλους. Βέβαια, δεν είμαι πρόσφυγας, ούτε έχω χάσει δικούς μου στον πόλεμο κι -ευτυχώς- δεν βλέπω παντού άντρες με ριγέ κοστούμια, όπως ο ήρωας! Ωστόσο, αυτός ο ρόλος λειτουργεί ως σύμβολο της γενιάς μου, η οποία είναι ψυχικά τραυματισμένη. Με αυτό τον τρόπο, με εκφράζει απόλυτα.
 
– Δεν ανησυχείς μήπως έτσι η ταινία γίνει πολύ προσωπική και δυσανάγνωστη; Πιστεύω ότι η ταινία -όπως η ίδια η ζωή- ισορροπεί ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, το κωμικό και το τραγικό. Κι ενώ όλα εμφανίζονται ως πολύ ιδιαίτερα και προσωπικά (μέσα από μια δοκιμαστική προβολή που έχω πραγματοποιήσει) συνειδητοποίησα ότι στους θεατές φαίνονται παράξενα οικεία και κοντινά. Ίσως γιατί αγγίζουν τα συλλογικά μας βιώματα. 

 
 
– Τι κρύβεται πίσω από την επιλογή του σκοπού του παραδοσιακού «Oh My Darling, Clementine»; Κατά την επεξεργασία του σεναρίου έψαχνα κάτι που να εκφράζει την «ψυχή» της ταινίας, αυτή τη λεπτή ειρωνεία, τη γέφυρα ανάμεσα στο πραγματικό και το σουρεαλιστικό. Τότε, ο φίλος -και παραγωγός της ταινίας- Κωνσταντίνος Όθωνος, μού έβαλε να ακούσω το συγκεκριμένο τραγούδι, που εμείς εδώ το διασκευάσαμε κάποια στιγμή ως τον ύμνο του απελευθερωτικού αγώνα. Το τραγούδι μιλάει για ένα μικρό κορίτσι, την Κλέμενταϊν. Σύμφωνα με τους στίχους, η όμορφη κόρη του ανθρακωρύχου πνίγηκε στο ποτάμι κι ο μικρός ήρωας δεν μπόρεσε ποτέ να την ξεπεράσει. Καμία σχέση με πολέμους και επανάσταση.
 
– Υπάρχει κάποια αναφορά και στον Τζον Φορντ; Ο Τζον Φορντ εμπνεύστηκε από αυτό ένα από το γουέστερν του κι εγώ βρήκα το σύμβολο και τον τίτλο της ταινίας μου. Έβαλα το μουσικό κουτί που παίζει τον σκοπό στο σπίτι του Άγγλου αρμοστή και τοποθέτησα τη μικρή Κλέμενταϊν, σ’ ένα ξερό, άνυδρο ποτάμι. Το δε τραγούδι, ακούγεται την ίδια στιγμή κοροϊδευτικά, από δύο παράξενους τύπους με ριγέ κοστούμια οι οποίοι πιθανό να μην υπάρχουν στην πραγματικότητα. Αυτή είναι η ειρωνεία των πραγμάτων: να γίνονται όλα «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη» όπως έγραφε κι ο Σεφέρης.
 
– Σε ενοχλούν ή σε κολακεύουν συγκρίσεις με άλλους σκηνοθέτες; Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι με κάποιους αγαπημένους μου σκηνοθέτες λειτουργούμε στο ίδιο μήκος κύματος.
 
– Ποιου σκηνοθέτη το όραμα αισθάνεσαι ότι σε εκφράζει περισσότερο και γιατί; Πάντα αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στο δίπολο Φελίνι- Ταρκόφσκι. Σε αυτούς αναγνωρίζω περισσότερο τον εαυτό μου: στον πρώτο είναι ο εξωστρεφής που βλέπει τη ζωή σαν μια γιορτή, ένα τσίρκο, ή ένα καρναβάλι. Στον δεύτερο είναι ο εσωστρεφής που βιώνει τα πάντα μ’ ένα προσωπικό, ποιητικό τρόπο. Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στις δύο τάσεις: ξεκινά με εξωστρέφεια και κλείνει με εσωστρέφεια. 
 
– Από τους σύγχρονους σκηνοθέτες ποιους ξεχωρίζεις; Ενώ στους παλιούς σκηνοθέτες δεν έχω δυσκολία να αναγνωρίσω αυτό που με εκφράζει, δεν ισχύει το ίδιο με τους σύγχρονους. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιοι που προσωπικά ξεχωρίζω. Για παράδειγμα, οι δύο «θαυμάσιοι Άντερσον»: ο Σουηδός Ρόι και ο Αμερικανός Πολ Τόμας.
 
– Πιστεύεις ότι οι σκηνοθέτες έχουν κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο στο να αναγνωρίζουν την ομορφιά γύρω τους; Έχω μια σχεδόν πλατωνική θεώρηση. Πιστεύω πως τα πράγματα γύρω μας είναι καλυμμένα σ’ ένα πέπλο, μια ομίχλη. Δεν τα βλέπουμε λοιπόν στις σωστές τους διαστάσεις. Σκηνοθέτης είναι αυτός που μετακινεί το πέπλο μπροστά από τα πράγματα για να δούμε την αληθινή ομορφιά τους.
 
– Τι είναι ασχήμια για σένα; Άσχημο είναι αυτό που προσπαθεί να προσποιηθεί κάτι εντελώς ξένο προς την ουσία του. 

– Τι δείχνει η πορεία του κυπριακού κινηματογράφου; Προς τα πού οδεύει; Καθώς η δική μου γενιά ανακάλυψε στον κινηματογράφο το ιδανικό όχημα για να εκφράσει τις αγωνίες της, τα αποτελέσματα είναι -τηρουμένων των αναλογιών- εξαιρετικά. Παρά τα πενιχρά μέσα, δημιουργείται ένα ρεύμα που ξεπερνά τα σύνορα της Κύπρου. Έχουμε ταινίες ιδιαίτερες, μοναδικές, που ταξιδεύουν στο εξωτερικό κι ενίοτε διακρίνονται.
 
– Πόσο δύσκολο είναι, όμως, να κάνεις κινηματογράφο στην Κύπρο; Ο κινηματογράφος είναι η βαριά βιομηχανία της τέχνης: χρειάζεται σημαντικά οικονομικά και τεχνικά μέσα, αλλά και το ανάλογο κοινό προκειμένου να λειτουργήσει. Στον τόπο μας, όλα αυτά είναι εξαιρετικά περιορισμένα, ωστόσο, χάρη στην επιμονή και -συχνά- την αυταπάρνηση των ανθρώπων του σινεμά, η τέχνη αυτή καταφέρνει, με χίλιες δυο αντιξοότητες, ν’ ανθίσει.
 
– Πώς βλέπεις τον εαυτό σου μέσα στην εγχώρια κινηματογραφική πραγματικότητα; Σε αυτό το πλαίσιο προσπαθώ κι εγώ να αρθρώσω την δική μου κινηματογραφική φωνή. Είναι αλήθεια πως -ελλείψει κινηματογραφικής παράδοσης και κουλτούρας- αισθάνομαι πολλές φορές και λίγο εξωγήινος.
 
– Πού θα ήθελες να ζεις και να δημιουργείς; Είναι σημαντικό για ένα δημιουργό να βρίσκεται συνεχώς μέσα σε μια «ροή», σε μια πηγή που λειτουργεί και ως έμπνευση, αλλά και ώθηση για να προχωρεί παραπέρα. Το πρόβλημα εδώ είναι πως αυτή η ενέργεια είναι μπλοκαρισμένη. Προσπαθείς να δημιουργήσεις και νιώθεις σαν τον Δον Κιχώτη, που παλεύει ανεμόμυλους. Δεν ξέρω αν υπάρχει ένας τόπος που διαθέτει αυτή την καθαρότητα. Κάποτε ήμασταν εμείς έτσι, τότε που μας θησαύριζαν μεγάλοι ποιητές, σαν τον Σεφέρη. Αλλά, κάπου χαθήκαμε στην πορεία.
 
– Κάποιοι βλέπουν την τέχνη ως έναν τρόπο να «νικήσουν τον θάνατο». Εσύ γιατί κάνεις σινεμά; Μιλώντας για ποιητές, μου θύμισες τον στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «και το βράδυ στον κινηματογράφο βλέπεις […] ότι δεν αγαπάει τον θάνατο ο κινηματογράφος». Ο Ταρκόφσκι έλεγε πως με τον κινηματογράφο, μοιάζουμε με τον Θεό και δημιουργούμε έτσι, ζωή. Ο κινηματογράφος έχει την ιδιαιτερότητα να φτιάχνει ξανά το βίωμά μας και να το παρουσιάζει με όλες τις υπέροχες λεπτομέρειες. Είναι φύσει νοσταλγικός και όμως οι πλείστοι τον βλέπουν σαν σκέτη διασκέδαση ή εκτόνωση, μια ευκαιρία να ζήσουν τις ψεύτικες ζωές που δεν έζησαν. Αυτή η νοσταλγική, συγκινητική φύση του σινεμά είναι που με οδήγησε στη σκηνοθεσία.
 
– Για ποιες επιλογές σου έχεις μετανιώσει; Έχω μετανιώσει για τον χρόνο που έχω χάσει παίρνοντας τα πράγματα βήμα- βήμα και περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες. Πολλές φορές, νιώθω πως «στην κόχη τούτη τη μικρή» οι ζωές μας αναβάλλονται. Πάντα κάτι περιμένουμε: τη λύση του κυπριακού, το τέλος της οικονομικής κρίσης, την ολοκλήρωση της πλατείας Ελευθερίας. Όμως, στη ζωή αλλά και στην τέχνη, πρέπει να προχωράς τον δρόμο σου και να μην περιμένεις από άλλους προκειμένου να κάνεις το επόμενο σου βήμα. Πρέπει να ξέρεις πότε ένας κύκλος έκλεισε και να ζεις την κάθε μέρα γι’ αυτό που είναι: μια καινούρια μέρα.
 
– Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σου σχέδια; Μια νέα ποιητική συλλογή, ένα νέο θεατρικό έργο, το σενάριο μιας καινούριας ταινίας, πιθανότατα μ’ αυτή τη χρονολογική σειρά.
 
INFO: Η ταινία του Λογγίνου Παναγή «Clementine» προβάλλεται στον στον κινηματογράφο Πάνθεον Λευκωσίας από τις 20 μέχρι τις 26 Οκτωβρίου, κάθε βράδυ στις 8.30μ.μ. Είναι μια παραγωγή της εταιρείας Roll-Out Vision Services και έχει χρηματοδοτηθεί από τη Συμβουλευτική Επιτροπή Κινηματογράφου του Υφυπουργείου Πολιτισμού.