Δηλώνει φύσει αισιόδοξη, αλλά ενίοτε και θέσει απαισιόδοξη. Η Λέα Μαλένη επιστρέφει στον ΘΟΚ μετά από τέσσερα χρόνια, διάστημα που για η ίδια χαρακτηρίζει «περίοδο ασάφειας και σκοταδισμού». Και επιστρέφει μάλιστα αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά τη σκηνοθεσία παραγωγής της Κεντρικής Σκηνής. Εκ των πραγμάτων, για την ίδια το «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» του Σάιμον Στίβενς είναι ένα νέο ξεκίνημα κι ένα στοίχημα που θέλει οπωσδήποτε να κερδίσει.
Πώς αντέδρασες όταν έγινε η πρόταση; Ομολογώ πως αρχικά με ξένισε, αλλά και με ξάφνιασε ευχάριστα, αφού μετά την, κατά γενική ομολογία, επιτυχημένη συνεργασία με το «Κάλι-Καντζάρ & ΣΙΑ!…», είχα τεθεί μυστηριωδώς στο περιθώριο. Από την πρώτη στιγμή που με κάλεσε ο Σάββας Κυριακίδης και παρά το ότι στη συνάντηση είχα πάει με καχυποψία, μ’ έκανε να νιώσω ότι απέναντι μου έχω έναν άνθρωπο με καλές προθέσεις, βαθιά αγάπη για το θέατρο, με σχέδια για το μέλλον, σκεπτόμενο, ειλικρινή, ευθύ και ανοιχτό να συζητήσει, αλλά και ν’ ακούσει. Η χαρά ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν δέχτηκε την αντιπρόταση που του έκανα για το έργο του Στίβενς.
Πώς αισθάνεσαι για την επιστροφή στον ΘΟΚ μετά από 4 χρόνια; Για μένα είναι μια καινούργια αρχή μετά από μια σκοτεινή περίοδο ασάφειας και σκοταδισμού, την οποία ούτε μπορώ ούτε και θέλω να εξηγήσω. Ένα νέο ξεκίνημα κι ένα στοίχημα το οποίο θέλω να κερδίσω, τόσο προσωπικά όσο και για τον Οργανισμό, μέσα στον οποίο μεγάλωσα και διαμορφώθηκα. Έχω τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού κι εύχομαι όλα να πάνε κατ’ ευχή γιατί όντως πρόκειται για εγχείρημα ιδιαίτερου βαθμού δυσκολίας. Πιστεύω όμως πολύ σ’ αυτό το έργο και στην ουσία του και είμαι σίγουρη πως ο κόσμος θα το αγκαλιάσει.
Ποιο είναι το πιο γοητευτικό στοιχείο του έργου; Τα έχει όλα: χιούμορ, μυστήριο, δράση, περιπέτεια, συγκρούσεις, ανατροπές, ευαισθησία, φαντασία, αφοπλιστική αθωότητα, συγκίνηση, ωμότητα, και πάνω απ’ όλα, αλήθειες. Αβίαστα βγαλμένες μέσα από καθημερινούς, πραγματικούς ανθρώπους της ζωής. Ένα στοιχείο που αγαπώ πολύ είναι η αποσπασματική δομή του, οι σύντομες εναλλαγές εικόνων και οι καταιγιστικοί ρυθμοί του. Άκρως ευρηματική και εύστοχη είναι και η επιλογή του διασκευαστή να απογυμνώσει τη θεατρική μηχανή μπροστά στα μάτια του θεατή, υιοθετώντας τη σύμβαση «θέατρο στο θέατρο», ακροβατώντας ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Σε ταξιδεύει στον χώρο και στο χρόνο και στα ενδότερα του μυαλού του πρωταγωνιστή χωρίς αναταράξεις.
Ποιου τύπου έργα σε ελκύουν περισσότερο; Ανακαλύπτω με τα χρόνια πως μου λείπει η διαδικασία του επινοημένου θεάτρου. Πιστεύω στο σύνολο και στη δύναμη της Ομάδας, έτσι γοητεύομαι και ιντριγκάρομαι περισσότερο από έργα σαν κι αυτό, που αντλούν από τη δύναμη της ομάδας και αναπτύσσονται επενδύοντας στη διάδραση όλων των ηθοποιών, δίνοντας το περιθώριο για παιχνίδια και πειραματισμό, μέσα από πιο ελεύθερες αναγνώσεις και ερμηνείες.
Ποιο είναι κατά τη γνώμη σου το ηχηρό μήνυμα του έργου; Αποτελεί έναν ύμνο στη διαφορετικότητα, δίνοντας έμφαση στην αξία της μοναδικότητας του κάθε ανθρώπου και στο δικαίωμά του να συνυπάρχει επί ίσοις όροις μέσα σ’ αυτό τον απρόσωπο, αφιλόξενο κόσμο. Όταν μιλώ για διαφορετικότητα, αναφέρομαι στην ακούσια, μη συνειδητή απόκλιση από το κανονικό, την οποία δεν επιλέγει κανείς, αλλά έρχεται και κουρνιάζει σε μια οικογένεια, φέρνοντας τα πάνω κάτω στις ζωές των μελών της. Το έργο ρίχνει επίσης φως με τρόπο αριστουργηματικό, σ’ όλες τις λεπτές εκφάνσεις της ζωής, αλλά και στη βία που προκύπτει ως απότοκο των αδιεξόδων στις σχέσεις των ανθρώπων.
Είναι εξοικειωμένη η κυπριακή κοινωνία σε σχέση με τα άτομα με αναπτυξιακές διαταραχές; Δεν είμαι ειδική και δεν θα απαντήσω με στοιχεία ή στατιστικές. Αν όμως κρίνω από την εκπαιδευτική μου εμπειρία και την επαφή με παιδιά και εφήβους, η κοινωνία υστερεί κυρίως σε επίπεδο παιδείας και δεν αναφέρομαι μόνο στο σύστημα εκπαίδευσης, αλλά και στην παιδεία που κουβαλά κάθε παιδί από το ίδιό του το σπίτι. Δεν αναφέρομαι μόνο στα άτομα με αναπτυξιακές διαταραχές, αλλά σε όλα τα άτομα που ανήκουν σε ασθενείς ή ευάλωτες ομάδες.
Ξεκινάς μια δουλειά από τη φαντασία ή από την έρευνα; Ο τρόπος διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες που γεννά το εκάστοτε ζητούμενο και σύμφωνα με τις πλεύσεις που ορίζονται κάθε φορά. Κάποιες φορές μου έρχονται πρώτα εικόνες. Κάποιες άλλες, χρειάζομαι πρώτα το θεωρητικό υπόβαθρο για να προχωρήσω, αν και πάντα περνώ από ένα μεγάλο στάδιο έρευνας και τεκμηρίωσης. Δεν ακολουθώ πάντα συγκεκριμένη μεθοδολογία, δεν θεωρώ ότι υπάρχει ένας τρόπος για όλες τις περιπτώσεις και τα είδη. Με ενδιαφέρει ο ρυθμός και η μουσικότητα κάθε κειμένου, η σημειολογία και οι εικόνες που αυτό γεννά κάθε φορά.
Οι πρόβες είναι περισσότερο μια διαδικασία ψυχανάλυσης ή μια πορεία αυτογνωσίας; Είναι ένα συνονθύλευμα πραγμάτων. Σε κάθε περίπτωση προκύπτουν διαφορετικές ανάγκες και ζητούμενα. Κάθε φορά περνάς από μια βαθιά διαδικασία ψυχανάλυσης και τεκμηρίωσης, προκειμένου να καταλάβεις και να γνωρίσεις σε βάθος τους χαρακτήρες, η οποία δανείζεται στοιχεία από τον ψυχισμό των μελών της ομάδας, από άλλες πηγές έρευνας κι από παραδείγματα της καθημερινής ζωής. Πολλές φορές, αυτή η τριβή με το «μέσα» ξεκλειδώνει κομμάτια του προσωπικού σου παζλ, φωτίζοντας πτυχές του εαυτού σου που δε γνωρίζεις. Οπότε, ναι, αυτό δεν είναι μια πορεία αυτογνωσίας;
Οι προηγούμενες θεατρικές εμπειρίες επηρεάζουν τη μεθοδολογία ή ξεκινάς μ’ έναν άδειο πίνακα; Κάθε φορά ξεκινάς μ’ έναν άδειο πίνακα. Με τη διαφορά ότι η εμπειρία του παρελθόντος είναι εκεί όταν χρειαστεί, για να σε αποτρέψει από γνώριμες κακοτοπιές τις οποίες έχει ήδη βιώσει.
Εμπιστεύεσαι το ένστικτό σου; Δεν μου αρέσει να είμαι δογματική και απόλυτη, ούτε πιστεύω πως ξέρω τα πάντα. Πολλές φορές, το ένστικτό μου με βοήθησε. Και κάποιες με διέψευσε, μιας κι έχω την τάση να εμπιστεύομαι γενικά τους ανθρώπους. Επίσης, αρκετές φορές, έδωσα και δεύτερη και τρίτη και τέταρτη ευκαιρία σε ανθρώπους. Κάποιες φορές άξιζε τον κόπο, κάποιες πάλι όχι.
Σου έχει τύχει να νιώσεις, σε προχωρημένη φάση ετοιμασίας μιας παράστασης, ότι το έχεις πάρει λάθος; Όχι, αν και πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα στην αποτυχία. Για να πάρεις κάτι λάθος, πάει να πει πως δεν έχεις κάνει οποιαδήποτε προετοιμασία, ότι πας αδιάβαστος και με βάρκα την ελπίδα, χωρίς να προνοήσεις ούτε για βάρκα ούτε για κουπί. Πάντα βρίσκεις τις ασφαλιστικές δικλείδες προτού ξεκινήσεις το ταξίδι. Όμως, ακόμα κι αν κανείς δε μπορεί να σου διασφαλίσει το αποτέλεσμα, η μελέτη κι η προεργασία εξασφαλίζουν ένα σταθερό έδαφος πάνω στο οποίο μπορείς να δημιουργήσεις.
Προτιμάς να σκηνοθετείς ή να ερμηνεύεις; Δεν τα διαχωρίζω. Το θέατρο με συμπληρώνει ως άνθρωπο, είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνώ, με δεδομένο ότι είμαι εσωστρεφής. Αγαπώ με διαφορετικό τρόπο και την υποκριτική και τη σκηνοθεσία και θα ήθελα, εφόσον ο χρόνος κι οι συνθήκες το επιτρέπουν, να μπορώ να υπηρετώ το θέατρο μέσα κι από τις δυο ιδιότητες, εφόσον βέβαια έχω κάτι να πω και ως δημιουργός. Το ουσιαστικότερο είναι να έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε θέατρο. Χωρίς σκοπιμότητες και μικροπολιτικές, χωρίς εμπόδια, χωρίς μικρότητες και εμπάθειες, χωρίς κακεντρέχειες και μεμψιμοιρίες, χωρίς περιττές ενοχλήσεις και ψυχικές αναλώσεις.
Γιατί αποφάσισες να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία; Όταν δεν ανανεώθηκε το συμβόλαιό μου από τον ΘΟΚ το 2002, πέρασα στιγμές που δεν ήταν ευχάριστες. Έζησα μεγάλες ανατροπές κι αυτές με επηρέασαν βαθύτατα, χωρίς ποτέ να πάρω απαντήσεις. Και πάλι ήταν μετά από μια επιτυχημένη χρονιά με τα «Παιδιά ενός Κατώτερου Θεού». Θέλησα τότε να αποστασιοποιηθώ για λίγο, να φύγω, να αναπνεύσω και να επαναπροσδιορίσω εξ υπαρχής τους στόχους μου. Τελικά, αποφάσισα να ακολουθήσω μεταπτυχιακές σπουδές στη σκηνοθεσία, σε μια φαινομενικά γνωστή κουλτούρα με μακρά θεατρική παράδοση, την Αγγλική, για να διευρύνω τους ορίζοντές μου.
«Δεν είμαι σχιζοειδής προσωπικότητα»

Όταν σκηνοθετείς προσπαθείς να «σιγάσεις» μέσα σου τον ηθοποιό; Πάντα επικεντρώνομαι στο έργο, στο περιεχόμενο και στον στόχο που θέλω να πετύχω κάθε φορά, αλλά και στα ζητούμενα που προσπαθώ να περάσω στην ομάδα. Δεν είμαι σχιζοειδής προσωπικότητα. Κι όταν είμαι στην αίθουσα δοκιμών δεν διαχωρίζω τις ιδιότητές μου. Επιμένω στη λεπτομέρεια και δουλεύω με επιμονή και υπομονή για να βοηθήσω τον ηθοποιό να κατανοήσει πλήρως αυτό που κάνει. Μέσα από επιχειρήματα, κίνητρα, από τις αισθήσεις, από παραδείγματα. Κι έχω πάντα ειλικρινή σχέση με τους συναδέλφους, με αφετηρία την αγάπη και με στόχο να βγάλω το καλύτερο από μέσα τους.
Αυτή η ενασχόληση προϋποθέτει δόσιμο; Το θέατρο θέλει απόλυτη πίστη κι αφοσίωση. Είναι βασανιστικός πυρετός σκέψης κι εγρήγορσης, πάνω σε 24ωρη βάση. Θέλει να το αγαπάς με πάθος και να το φροντίζεις με επιμέλεια και τρυφερότητα όπως το αγαπημένο σου λουλούδι, για να μη μαραθεί, να μη φθαρεί, για να καταφέρει τελικά να σου κάνει την τιμή ν’ ανθίσει. Μόνο έτσι μπορείς να διεκδικείς κι εσύ την αγάπη του.
Είναι μοναχικό το ταξίδι της δημιουργίας; Η δημιουργία προϋποθέτει σιωπή. Η σιωπή εμπεριέχει την αίσθηση της μοναξιάς. Και στην καθημερινότητά μας συχνά είμαστε μόνοι. Στην τέχνη επίσης ο δρόμος είναι μοναχικός, με την έννοια ότι ο καθένας είναι υπεύθυνος των πράξεων του και υπόλογος για την προσωπική δημιουργία που θα καταθέσει. Η σιωπή είναι μόνιμο συστατικό της ιδιοσυγκρασίας μου. Το όχημα που οδηγεί στους μικρόκοσμους του νου, στις μικρές πραγματικότητες που ανακαλούνται κάθε φορά, προκειμένου να αποκτήσουν σάρκα και οστά οι θεατρικοί χαρακτήρες. Ένα συνεχές, βασανιστικό, δημιουργικό αλλά και ψυχοφθόρο νοητικό ταξίδι.
Ποιους ανθρώπους θεωρείς «πυξίδες» σου στο θέατρο; Συνδυάζοντας στοιχεία από διάφορες μεθόδους, συνέταξα ένα δικό μου θεατρικό κώδικα με βάση τις δικές μου αρχές, τον οποίο συμπληρώνω με το πέρασμα του χρόνου. Ενδεικτικά αναφέρω τους Στανισλάφσκι, Κοπώ, Μπρεχτ, Στρέλερ, Λεκόκ, Μ. Τσέχωφ, Μπρουκ, Μνούσκιν, κι από τους νεότερους τους Λεπάζ, Μακμπέρνι και Μίτσελ. Από την άλλη, έχω δεχτεί ερεθίσματα από ανθρώπους του Κυπριακού θεάτρου με τους οποίους μεγάλωσα δουλεύοντας από παιδί, αλλά και μεταγενέστερα. Όπως την ευρηματικότητα και την παιδικότητα του Γαβριηλίδη και τη μυσταγωγία και το πάθος του Χαραλάμπους.
«Τα πάντα είναι αέρας»
