Στο θεατρικό σκηνικό τοποθετήθηκαν πρόσφατα για να δημιουργήσουν ένα αντι-χώρο σ’ ένα τοπίο που όπως λένε πάσχει από μεγάλα εγώ. Ο Αλέξανδρος Αχτάρ και ο Παναγιώτης Μπρατάκος, δυο νέοι, ιδεαλιστές ηθοποιοί που αγαπούν τον ποιητικό λόγο και τον έρωτα, επανέρχονται με τη «Φαίδρα» του Ρίτσου για να συνεχίσουν με τις «Ρίμες της Αγάπης» τη μοναδική συλλογή μεσαιωνικών ερωτικών κυπριακών ποιημάτων κι ύστερα έχουν στα πλάνα τους ένα Βόυτσεκ, μια Τζούλια, ένα Δάφνις και Χλόη…
Πώς λειτουργεί ο ποιητικός λόγος στο έργο σας; Mπορεί να μεταδοθεί με ευκολία στον θεατή;
Παναγιώτης Μπρατάκος: Εστιάζουμε στο πώς εκφέρεται ο ποιητικός λόγος, το πώς μπορεί να μεταδοθεί στον θεατή, χωρίς να γίνει πεζός αλλά να μετατραπεί σε ένα λόγο που να λειτουργήσει, με ένα καθημερινό άκουσμα, συναισθηματικά στον θεατή. Είναι πολύ σημαντικό να μην αλλοιώνεται. Έτσι όπως έγινε η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ένα κείμενο που ξεπερνά τις 100 λέξεις θεωρείται απαγορευτικό. Αυτό είναι λάθος. Εννοείται πως έχουμε γλωσσικό ένστικτο και πάνω σ’ αυτό είναι που δουλεύουμε με τον Αλέξανδρο. Το κοινό δεν πάσχει από έλλειψη λεξιλογίου, πάσχει από εθισμό σε ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο.
Αλέξανδρος Αχτάρ: Εμάς μας νοιάζει ο απλός θεατής. Είναι σημαντικό ο άνθρωπος που επέλεξε να πάει να δει μια παράσταση, να την καταλάβει. Να διασκεδάσει να ψυχαγωγηθεί να συγκινηθεί. Είναι ένας όρος που έχουμε βάλει και τον οποίο ακολουθούμε στις σκηνοθεσίες και τις δουλειές μας. Από εκεί και πέρα ο ηθοποιός είναι ο διάμεσος του θεατή με τον συγγραφέα με το κείμενο. Αυτή είναι η δουλειά του. Οτιδήποτε άλλο με βάση τα δικά μας πιστεύω είναι εγωιστικό.
Να υποθέσω πως κι αυτή είναι μια απ’ τις αρχές σας ως ομάδα;
Αλ.: Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούσαμε από δασκάλους ή μεγάλους σκηνοθέτες τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα, πως μια παράσταση είναι σημαντικό να την καταλάβει έστω κι ένας θεατής. Εμείς διαφωνούμε μ’ αυτό. Είμαστε κάθετα αντίθετοι.
Παν.: Δεν δεχόμαστε την αποστασιοποιημένη ουδέτερη ανάγνωση του ποιητικού λόγου που συνηθίζεται. Ούτε μας αρέσει να βλέπουμε ένα λόγο ξεφτισμένο από την ποιητικότητά του από το φόβο μήπως δεν γίνει κατανοητός από το κοινό. Το θέμα είναι να βρεθεί μια χρυσή τομή έτσι ώστε να φωτιστεί το ποιητικό κείμενο και ο θεατής να κατανοήσει τη συνθήκη. Εδώ μπαίνει και ο ρόλος του ηθοποιού, που λειτουργεί ουσιαστικά ως ο οδηγός στις συνθήκες του κειμένου. Η συναισθηματική εμπλοκή του αρχίζει και τελειώνει με το να οδηγεί το θεατή προς την πρόσληψη του έργου. Δημιουργήσαμε εξάλλου την ομάδα μας για να φτιάξουμε ένα αντιχώρο. Ένα εργαστήρι στο οποίο οι καλλιτέχνες κάτω από τη δική μας ιδεολογία θα μπορούν να πειραματίζονται χωρίς φόβο. Στην ομάδα μας ως σκηνοθέτες δεν θα κάνουμε ποτέ αυτά που μας ενοχλούσαν στο θέατρο.
Και τι σας ενοχλούσε;
Αλ.: Η σκηνοθετική επιβολή. Ο ηθοποιός δεν πρέπει να είναι το πιόνι του σκηνοθέτη, αλλά ένας συν-δημιουργός του. Μ’ αυτό δεν εννοώ πως ο ηθοποιός θα κάνει τη σκηνοθεσία. Ο σκηνοθέτης όμως μπορεί να πάρει το υλικό απ’ τον ηθοποιό και να το αξιοποιήσει. Αν θέλει κάτι αντίθετο, μπορεί να φέρει τον ηθοποιό σε επαφή μ’ αυτό που ζητά. Αλλά να μην του το επιβάλει. Έχουμε πολλούς φασίστες θεάτρου και στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Παν.: Όλη μας η μέθοδος στηρίζεται στην ευγένεια. Και δεν μιλώ μόνο για το θέατρο. Οφείλεις να είσαι ευγενής με το συνεργάτη σου, οφείλεις να σκηνοθετείς με ευγένεια. Οι καλλιτέχνες γενικά θα έπρεπε από τη φύση τους να διαθέτουν μια ευαισθησία που προκύπτει από τη μελέτη των κειμένων. Και δεν συναντώ πολλούς που να χαρακτηρίζονται απ’ αυτήν. Όταν βλέπω φασισμό και επιβολή και εξουσία και ιδιότητες που αρμόζουν σε πολιτικούς στο θέατρο, σημαίνει πως αυτό πάσχει. Σημαίνει πως οι άνθρωποι δεν εκπαιδεύονται σωστά και ξεχνούν την ευγένειά τους.

Θα λέγατε πως τέτοιες συμπεριφορές έχουν αντίκτυπο σε μια παράσταση;
Παν: Αν ο καλλιτέχνης δεν είναι επί σκηνής ανθρωπιστής και ευγενής όσο καλός ηθοποιός και όσο καλός σκηνοθέτης και να ‘ναι, μπορεί να αφήσει ικανοποιημένους θεατές, αλλά όχι εξελιγμένους ανθρώπους. Το ζήτημα δεν είναι να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά να μοιραστείς μια συνθήκη μαζί του.
Αλ: Ο ηθοποιός θα πρέπει να μεταφέρει στη σκηνή τη θεατρική πράξη, αυτό το διάλογο με το κοινό, χωρίς το δικό του εγώ, χωρίς να θέλει να αποδείξει πόσο καλός είναι. Το κοινό δεν σε πληρώνει για να του κουνήσεις το χέρι και να του διδάξεις, αλλά για να ψυχαγωγηθεί, να ευαισθητοποιηθεί, να συγκινηθεί, να χαθεί για μια-δυο ώρες. Οι ηθοποιοί όταν ανεβαίνουν στη σκηνή χωρίς να τους νοιάζει το εγώ τους είναι μαγικοί.
Παν: Αν υποτιμήσεις το κοινό ως σκηνοθέτης, αν θεωρήσεις τον εαυτό σου ανώτερό του, αν πιστέψεις πως είσαι επαναστάτης, παύεις να είσαι καλλιτέχνης. Ο κόσμος σήμερα χρειάζεται περισσότερους Μαχάτμα Κάντι όχι Τσε. Δεν οφείλουμε να είμαστε επαναστάτες, αλλά ιδεαλιστές.
Πώς φαντάζεστε τα επόμενα επαγγελματικά σας χρόνια;
Παν.: Στόχος μας όσο είμαστε Κύπρο, είτε για ένα μήνα είτε για μια ζωή, είναι να είμαστε ενεργοί δημιουργικά, να είμαστε ανήσυχοι και να γίνουμε σταδιακά μια φωνή που να πρεσβεύει κάτι συγκεκριμένο και έντιμο. Είναι μεγάλο πράμα η εντιμότητα στο θέατρο, τις σχέσεις, στη ζωή…
Αλ.: Δεν ξέρουμε τι θα μας προκύψει στο άμεσο μέλλον. Έχουμε τώρα τη δεύτερη σκηνοθεσία μας, πάμε για την επόμενη τον Ιούνιο, ζούμε δημιουργικά και μας ενδιαφέρει να περνάμε όμορφα. Το τι θα ακολουθήσει μετά δεν το ξέρουμε. Αν πούμε ξαφνικά πάμε Λονδίνο θα πάμε. Θεωρώ όμως πως τώρα άνοιξε ο κύκλος στην Κύπρο. Μακάρι να προσφέρουμε μια νέα πρόταση.
* «Φαίδρα», Γιάννη Ρίτσου. Ερμηνεύουν: Χριστίνα Κωνσταντίνου και Γιώργος Καλογήρου. Στο MERES – Βιβλιοπωλείο (Πενταδακτύλου 33 Λευκωσία 1016, Κύπρος), έως 7/5, 20:30. Κρατήσεις: 96765505.