Στην κινηματογραφική πιάτσα της Κύπρου τον γνωρίζουν μέχρι και οι πέτρες. Εκτός από σκηνοθέτης, είναι μορφωτικός λειτουργός κινηματογράφου και γραμματέας της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κινηματογράφου (ΣΕΚιν), ένας άοκνος εργάτης της 7ης τέχνης με υποστηρικτική προσφορά στον συντονισμό των παραγωγών και την επιχορήγηση ταινιών. Για τον Διομήδη Νικήτα, αν ο κινηματογράφος είναι η σύζυγος, το θέατρο είναι μια ερωμένη την οποία συναντά σπάνια. Όταν λοιπόν οι ομάδες Σόλο για Τρεις και Αντίλογος του πρότειναν να ανεβάσει τη γαλλική κωμωδία «Le Prenom» των Ματιέ Ντελαπόρτ και Αλεξάντρ ντε λα Πατελιέρ για τον ίδιο ήταν το πιο όμορφο δώρο. Όντας δημιουργός με γαλλική παιδεία, είχε παράλληλα την ευκαιρία να μεταφράσει και να διασκευάσει το κείμενο αποστάζοντας έτσι κάθε λέξη, κάθε ατάκα και κάθε ανάσα των χαρακτήρων.
Αισθάνεσαι πιο άνετα στον κινηματογράφο ή το θέατρο; Ποτέ δεν μπόρεσα να αγαπήσω το ένα περισσότερο από το άλλο ή να αισθανθώ πιο άνετα με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση από το θέατρο. Πρόκειται για διαφορετικά είδη που υπόκεινται σε άλλους κανόνες και συμβάσεις. Το ίδιο και η σκηνοθετική προσέγγιση. Διαφορετική, αλλά εξίσου μαγευτική. Απλά αποδέχεσαι την πρόκληση και προσπαθείς να το υπηρετήσεις και να το απολαύσεις όσο διαρκεί. Το αποτέλεσμα μετράει. Στο θέατρο, με συναρπάζει περισσότερο η διαδικασία της ανάγνωσης, της πρόβας και η σχέση που δημιουργείται με τους ηθοποιούς. Άμεση, χωρίς τεχνικά μέσα και τεχνητή υποστήριξη. Το γεγονός ότι αυτό που παράγεις είναι ένας εφήμερος ζωντανός οργανισμός, σε απευθείας έκθεση στο κοινό, το βρίσκω σαγηνευτικά τρομακτικό. Και όμορφο.
Με ποια αισθήματα επιστρέφεις στο θέατρο μετά από δέκα χρόνια; Είναι το ίδιο συναίσθημα κάθε φορά. Για μένα το θέατρο είναι όπως μια όμορφη γυναίκα, ένα θεσπέσιο, θείο πλάσμα που εκπέμπει τέτοια μαγεία, που σε παραλύει η ιδέα και μόνο ότι θα τολμούσες να της (ξανα)μιλήσεις. Γιατί, αν το κάνεις και αποδεχτεί το κάλεσμά σου, θα πρέπει να της αφοσιωθείς ψυχή τε και σώματι και άνευ όρων.
Γιατί δοκιμάζεις τις δυνάμεις σου τόσο αραιά; Έχω μάθει να δεσμεύομαι και να υπηρετώ ολοκληρωτικά και με πάθος αυτό που αναλαμβάνω. Σκηνοθετώ μόνο όταν ξέρω ότι μπορώ να κλέψω τον απαιτούμενο χρόνο για να υπηρετήσω με ειλικρίνεια και σεβασμό το έργο. Προφανώς, οι λοιπές μου επαγγελματικές υποχρεώσεις, τα τελευταία χρόνια, δεν μου το επέτρεπαν. Ίσως απλά γιατί ο οργανισμός μου αποθηκεύει τέτοια δημιουργικά απωθημένα στο διάστημα αυτό, που αυθ-υποβάλλει να ανοίξουν οι σκονισμένες βαλβίδες αποσυμπίεσης για να μην επέλθει η απολίθωση. Μάλλον, μεγαλώνοντας -ηλικιακά!- θα πρέπει να αναθεωρήσω και να γρασάρω λίγο περισσότερο τις ελαττωματικές «βαλβίδες».
Σε άγχωσε ο βαθμός δυσκολίας αυτής της δουλειάς; Αντίθετα. Για μένα, είναι μία από τις ωραιότερες σύγχρονες γαλλικές κωμωδίες, μαζί με το «Art» της Γιασμίνα Ρεζά. Ονειρευόμουν να τολμήσω να το ανεβάσω. Το άρπαξα λαίμαργα και το καταβρόχθισα. Βέβαια, η επιτυχημένη πορεία του στο θέατρο και τον κινηματογράφο δεν μπορούσε παρά να με στοιχειώνουν. Ήταν τεράστια ευθύνη, αλλά και πρόκληση.
Με ποιον τρόπο σκέφτηκες να αποφύγεις τις νάρκες; Ακόμη διασχίζω το ναρκοπέδιο. Η μεγαλύτερη απ’ όλες, ήταν η παγίδα της απλής μεταφοράς του κινηματογραφικού έργου στο σανίδι. Αυτό θα το καθιστούσε εντελώς αδιάφορο. Γι’ αυτό έμεινα όσο πιο πιστός γίνεται στο θεατρικό κείμενο. Προβληματίστηκα πολύ για το αν η γλώσσα θα ήταν το κυπριακό ιδίωμα ή η ελληνική. Μεγάλη πρόκληση ήταν η προσαρμογή του κειμένου στην ελληνική με τρόπο που οι αναφορές, τα λογοπαίγνια και οι παραπομπές να είναι λειτουργικά και να μη χάνεται η συνοχή.
Ποιες οι ιδιαίτερες απαιτήσεις του είδους; Το συγκεκριμένο κείμενο μοιάζει με καρδιογράφημα. Μια γελάς και μια βουρκώνεις. Απαιτούνται τεράστιες ισορροπίες και εγκράτεια. Εύκολα πέφτεις στη παγίδα της σάτιρας και της υπερβολής για χάρη του γέλιου. Ευτυχώς, είχα μια γερή βάση και μια υπέροχη πεντάδα ηθοποιών που το αγάπησαν και το στήριξαν.
Το γέλιο δεν είναι ο κύριος σκοπός της κωμωδίας; Το συγκεκριμένο έργο, ενώ βγάζει αβίαστα γέλιο, παράλληλα προβληματίζει, καυτηριάζει νοοτροπίες, ηθικούς και κοινωνικούς καθωσπρεπισμούς. Διαχειρίζεται το θέμα του κοινωνικού και ενδοοικογενειακού φασισμού με λεπτότητα και ευαισθησία. Το γέλιο αποκτά λειτουργικό και καταλυτικό χαρακτήρα. Λειτουργικό, γιατί μεταμορφώνεται σε βαλβίδα αποσυμπίεσης – λόγω της τεταμένης ατμόσφαιρας και των φραστικών εντάσεων που δημιουργούνται επί σκηνής. Και καταλυτικό, αφού δίνει και παίρνει ενέργεια από τους ηθοποιούς, γρασάροντας τα γρανάζια μίας πολύπλοκης δράσης.
Συνέλαβες τον εαυτό σου να ταυτίζεται με τους χαρακτήρες; Με όλους και με τον καθένα ξεχωριστά. Είναι αδύνατον να μην ταυτιστεί κανείς με κάποιον από τους χαρακτήρες ή τουλάχιστον με κάποια από τα βασικά τους χαρακτηριστικά και απωθημένα. Όλοι βασίζονται σε τυποποιημένα πρότυπα ανθρώπινων χαρακτήρων του «εννεαγράμματος» και είτε το θέλουμε είτε όχι, συνειδητά ή υποσυνείδητα επέρχεται η ταύτιση.
Εξακολουθούν να σε εκπλήσσουν οι άνθρωποι; Αν είναι με την καλή έννοια, ναι. Το απολαμβάνω και το επιδιώκω. Όπως άλλωστε θα ήθελα κι εγώ να εκπλήσσω ευχάριστα τους άλλους. Αλλιώς θα ήμασταν βαρετοί και άχρωμοι. Με τη δυσάρεστη έννοια θα προτιμούσα να το αποφεύγω. Αλλιώς, θα το παλέψω για να συμμαζέψω και να ξανακολλήσω τα κομμάτια. Αν δεν κολλιέται, θα λυπηθώ, αλλά θα προχωρήσω. Αν αφορά την οικογένεια, θα το παλέψω μέχρι τέλους. Έτσι ακριβώς γίνεται και στο έργο.

Τι ΔΕΝ θα ήθελες να ακούσεις να λένε για την παράσταση; Το να μην ακούσω τίποτα, θα ήταν ο χειρότερος μου εφιάλτης. Έχω ανάγκη να ακούσω. Είτε αρνητικά, είτε θετικά. Κυρίως τα αρνητικά για να μπορέσω να γίνω καλύτερος την επόμενη φορά. Σίγουρα θα με κολάκευαν τα θετικά σχόλια. Δεν με τρομάζει η κριτική. Γι’ αυτό άλλωστε δεν εκτιθέμεθα; Για να μας κρίνουν οι θεατές, ο κόσμος, οι κριτικοί. Φτάνει να είναι ειλικρινής και εποικοδομητική.
Ποιες σκέψεις κάνεις σχετικά με την πολιτιστική δραστηριότητα στην Κύπρο; Είναι άξιο θαυμασμού πώς σε ένα τόσο μικρό χώρο όπως η Κύπρος, η πολιτιστική δραστηριότητα είναι τόσο έντονη, τόσο πλούσια και τόσο ποικίλη. Υποκλίνομαι σε όλους του φορείς και δημιουργούς αυτού του τόπου που η αγάπη τους για το αντικείμενο που υπηρετούν συνεχίζει να τους δίνει δύναμη να συνεχίζουν να δημιουργούν, παρά τις πενιχρές κρατικές χορηγίες. Ο Πολιτισμός χρειάζεται περισσότερα κονδύλια για να στηρίξει ουσιαστικά και να θρέψει τη δημιουργία. Δεν πρέπει να συνεχίσει να είναι ο φτωχός συγγενής. Λίγη αύξηση στον προϋπολογισμό του Κράτους για τον Πολιτισμό, όχι μόνο θα απογείωνε τη δημιουργία και θα ενίσχυε οικονομικά τους δημιουργούς στις προσπάθειές τους, αλλά θα την καθιστούσε και εξαγώγιμη. Υπάρχει δημιουργική έξαρση. Όμως, είναι κρίμα που ορισμένα ωραία πράγματα διαρκούν τόσο λίγο, γεννιούνται και πεθαίνουν εδώ.
* Η παράσταση «Le Prenom– Και το όνομα αυτού» παρουσιάζεται κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 8.30μ.μ. στο Flea Theatre μέχρι τις 13 Μαΐου. Κρατήσεις 97829257