Από μικρό παιδί του άρεσε να βλέπει θέατρο. «Δεν υπήρχε παράσταση του Κουν ή του Εθνικού Θεάτρου που να μην έβλεπα όταν ήμουν δεκαέξι ετών παιδί», λέει χαρακτηριστικά. «Θυμάμαι τον Χορν και τη Λαμπέτη πάνω στη σκηνή, πόσο μαγευτικοί ήταν μαζί, ιδίως όταν έκαναν κωμωδία». Στη συνέχεια, έγινε και ο ίδιος ηθοποιός και έπαιξε μαζί με όλους τους μεγάλους ερμηνευτές που θαύμαζε. «Ήμουν πραγματικά αρκετά τυχερός. Βγήκα πολύ εύκολα στο θέατρο και πήρα πολύ νωρίς πρωταγωνιστικούς ρόλους», παραδέχεται.
Πλέον μετρά πενήντα εννέα χρόνια πάνω στο σανίδι. Τον ρωτάω αν «ηθοποιός σημαίνει –όντως- φως»: «Υπερβολές» μου απαντά, «σαν αυτές του τύπου “ο κόσμος διψά για αληθινή τέχνη” ή “το θέατρο αλλάζει τον κόσμο”. Εγώ δεν μπορώ να λέω τέτοια πράγματα. Δεν αισθάνομαι ότι είμαι κάτι το ιδιαίτερο. Απλώς το κέφι μου κάνω. Τώρα, αν μέσα από τη δουλειά μου κάποιος συγκινηθεί ή σκεφτεί κάτι παραπάνω, μια χαρά. Αλλά μέχρι εκεί. Δεν έχω καμία απαίτηση από τον κόσμο να τρελαίνεται μαζί μου».
Πραγματιστής και ευχάριστα γήινος, δεν κρύβεται πίσω από καλλιτεχνικούς ακκισμούς. Αυτές τις ποιότητές του έχουν εκτιμήσει οι θεατές –μαζί με την αξιοπρεπή αλλά και αξιοθαύμαστη επαγγελματική του πορεία- και τον ακολουθούν πιστά όλα αυτά τα χρόνια σε ό,τι επιχειρεί πάνω στη σκηνή. Φέτος έχει αφήσει και πάλι τις καλύτερες εντυπώσεις στους «Ήρωες» του Gerald Sibleyras που έρχονται και στην Κύπρο.
Αυτοκριτική: «Πάντα έκρινα αυστηρά τον εαυτό μου. Στη δουλειά μου, πάρα πολλές φορές δεν ήμουν ευχαριστημένος με αυτό που έκανα. Ερχόταν κόσμος και μου έλεγε, “Τι καλός που είστε” κι εγώ δεν αισθανόμουν καλά. Μάλιστα, τους έλεγα, “ε, δεν ήμουν και τόσο καλός”. Αισθανόμουν ότι αυτά που άκουγα ήταν μια υπερβολή. Μάλλον νιώθω άβολα όταν με επαινούν».
Βραχνάς: «Εδώ και κάποια χρόνια, βραχνάς μου είναι ότι μεγάλωσα και δεν μαθαίνω εύκολα το κείμενο. Στους “Ήρωες” παιδεύτηκα πολύ για να μάθω τα λόγια μου. Και ξέρετε τι κάνω; Κάθε μέρα, πριν την παράσταση, περνάω όλο το κείμενο, για να αισθάνομαι ασφαλής. Επίσης, τον τελευταίο καιρό, συνειδητοποιώ ότι ξεχνώ αρκετά ονόματα. Αισθάνομαι περίεργα και ώρες-ώρες λέω, “Πάει, μεγάλωσα, άντε να τα παρατήσω να τελειώνουμε”».
Γεννήθηκα: «H μητέρα μου μού είχε πει ότι γεννήθηκα Μεγάλη Πέμπτη στις 24 Απριλίου 1938. Όμως, μια κοπέλα που έψαχνε τα ζώδια και τις ημερομηνίες, μου είχε πει ότι αν είχα γεννηθεί Μεγάλη Πέμπτη εκείνη τη χρονιά, θα είχα γεννηθεί 21 Απριλίου. Έτσι και ήταν τελικά. Το είχε ελέγξει και ο συγχωρεμένος ο μικρότερος αδερφός μου στο Ληξιαρχείο. Οπότε άλλαξα την ταυτότητά μου και έκτοτε γράφει ότι γεννήθηκα στις 21 Απριλίου. Στη συνέχεια αυτή η ημερομηνία συνδέθηκε με τη Χούντα και έκτοτε οι φίλοι μου μού κάνουν πλάκα».
Δακρύζω: «Συγκινούμαι και δακρύζω εύκολα. Όσο μεγαλώνω όλο και περισσότερο. Βέβαια, ανέκαθεν ήμουν ευσυγκίνητος. Η τελευταία φορά που δάκρυσα ήταν όταν έβλεπα το “Survivor” όπου κάποιοι είχαν κερδίσει το βραβείο επικοινωνίας. Ένας νεαρός επικοινώνησε με τον πατέρα του μετά από πολύ καιρό και του θύμισε κάποια στιγμή που είχαν τσακωθεί. Τότε, του είπε πολύ απλά, πολύ ήσυχα, πολύ σοβαρά: “Πατέρα, εγώ έφταιγα και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη”. Ήταν μια πολύ ανθρώπινη στιγμή που λειτούργησε μέσα μου και έπιασα τον εαυτό μου να δακρύζει».
Ευτυχία: «Σε όλη μου τη ζωή ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Μπορεί να πέρασα αρκετές δυσκολίες, αλλά επί της ουσίας ένιωθα ευτυχισμένος. Ίσως, γιατί, παρόλες τις αντιρρήσεις που είχα από το σπίτι μου, έκανα στη ζωή μου αυτό που ήθελα να κάνω –δεκάξι ετών το είχα αποφασίσει οριστικά ότι θα γίνω ηθοποιός».
Ζηλεύω: «Δεν ζηλεύω. Μπορεί να έχω θαυμάσει συνάδελφο, αλλά δεν τον έχω ζηλέψει. Επίσης, σε ερωτικό επίπεδο, δεν έχω ζηλέψει γυναίκα. Να, εγώ έχω κάνει απιστίες. Πώς, λοιπόν, εγώ, όταν κάνω απιστία, δεν θέλω να με ζηλεύουν και όταν κάνει κάτι η άλλη πλευρά, εγώ να τη ζηλέψω; Μπορεί να στενοχωρηθώ, αλλά γιατί να ζηλέψω ή να κάνω σκηνή; Δεν οδηγούν πουθενά αυτά».
«Ήρωες»: «Στην παράστασή μας, οι “Ήρωες” είναι τρεις εν αποστρατεία στρατιωτικοί -ο Δημήτρης Πιατάς, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης και εγώ- οι οποίοι βρίσκονται σε έναν οίκο ευγηρίας, όπου αισθάνονται εγκλωβισμένοι. Γι’ αυτό και ονειρεύονται συνεχώς ότι θα φύγουν μακριά σε νέες περιπέτειες, αλλά ποτέ δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους. Κατά τη γνώμη μου, κανένας από τους τρεις δεν είναι ήρωας. Είναι απλοί, φυσιολογικοί άνθρωποι που τους αρέσει να υπερβάλλουν, άλλος για τα κατορθώματά του στον στρατό, άλλος για τις γυναίκες. Πρόκειται για μια γλυκόπικρη κωμωδία που αρέσει στον κόσμο, έτσι όπως το εισπράττουμε».
Θάνατος: «Τον περιμένω. Πολύ ψύχραιμα, θα έλεγα. Ελπίζω μόνο όταν θα έρθει εκείνη η στιγμή, να μην υποφέρω. Αυτό που δεν ξέρω είναι το πότε θα συμβεί. Όμως, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα συμβεί. Και το αναμένω».
Ισορροπία: «Μπα, δεν έχω. Παραπατάω καμιά φορά». (γελάει)
Καθρέφτης: «Εντάξει, βλέπω ότι έχω σαφώς μεγαλώσει, αλλά λέω “δόξα τω Θεώ, κρατιέμαι ακόμα”. Όταν λέω σε διάφορους ότι ογδοντάρισα, δεν με πιστεύουν. Αλλά, γενικά, δεν είμαι του καθρέφτη, να κοιτάζομαι συνέχεια και τέτοια. Και στο καμαρίνι, δεν ασχολούμαι. Δεν βάφομαι κιόλας. Τα τελευταία χρόνια έχω αποφασίσει να μη βάφομαι καθόλου».
Λατρεύω: «Τα λουλούδια. Στο σπίτι μου μπορεί να έχω και 150 γλάστρες. Παλιότερα, έπαιρνα τα βουνά και μάζευα λουλούδια. Πάντα με προσοχή τα έκοβα αφήνοντας τον βολβό ή τη ρίζα. Πριν από πολλά χρόνια, όταν ήμουν με την Ξένια (σ.σ. Καλογεροπούλου), είχα φύγει αφήνοντάς της ένα σημείωμα τα ξημερώματα ότι παίρνω το αμάξι και πάω να κόψω λουλούδια σε ένα βουνό στο χωριό του πατέρα μου, δυόμισι ώρες διαδρομή από την Αθήνα. Έφυγα στις 3.00 το πρωί και με βρήκε το ξημέρωμα πάνω στο βουνό. Ήταν όνειρο. Μάζεψα τα λουλούδια μου και επέστρεψα στις 11.00 στην Αθήνα. Τακτοποίησα τα λουλούδια στα βάζα και μετά κοιμήθηκα. Πλέον δεν πάω στο βουνό για λουλούδια. Από τότε που κάηκε η Πεντέλη και είδα την καταστροφή, σταμάτησα».
Ματαίωση: «Κάθε φορά που σκέφτομαι μήπως πρέπει να σταματήσω να παίζω είναι μια ματαίωση για μένα».
Νύχτα – Ξενυχτάω: «Όταν ήμουν νέος και μέχρι τα σαράντα μου και βάλε, ζούσα για τη νύχτα, ζούσα για να ξενυχτάω. Μαζευόμασταν σε σπίτια και ξενυχτούσαμε μέχρι τις 4.00-4.30 το ξημέρωμα. Και μετά πηγαίναμε σε άλλο σπίτι σερί ή έπαιρνα το αυτοκίνητο μόνος μου και πήγαινα μέχρι το Σούνιο φερ’ ειπείν. Θυμάμαι μια φορά, εκεί στα 21-22 μου, μετά από τις παραστάσεις στο Τέχνης, πηγαίναμε οι ηθοποιοί σε ένα σπίτι και ξενυχτούσαμε παίζοντας πόκα, χωρίς φυσικά να το ξέρει ο Κουν, γιατί θα μας διέλυε. Μια φορά μας βρήκε το πρωί με τα χαρτιά αλλά και το επόμενο απόγευμα, οπότε πήγαμε κατευθείαν στο θέατρο όπου είχαμε να παίξουμε σε δύο παραστάσεις. Ε, σερνόμασταν! Τώρα πια δεν ξενυχτάω πολύ. Δεν έχω τις αντοχές».
Οικογένεια: «Έζησα σε μια μεγάλη και αγαπημένη οικογένεια. Ο πατέρας μου κατέβηκε 12 ετών από το χωριό σε ένα συγγενή της μητέρας του στην Αθήνα. Ο πατέρας μου είχε εφτά αδέρφια. Όταν κατέβηκαν όλα τα παιδιά στην Αθήνα έφτιαξαν ένα πολύ ωραίο σπίτι όπου ζούσαν όλα τα αδέρφια μαζί με την οικογένειά μας. Φανταστείτε, στο οικογενειακό τραπέζι ήμασταν δεκατέσσερα άτομα -τα εφτά αδέρφια του πατέρα μου, οι γονείς μου, εμείς τα τέσσερα παιδιά τους και η γιαγιά μου, η μητέρα του πατέρα μου. Πολύ μου άρεσε που μικρός ζούσα σε μια τόσο μεγάλη οικογένεια. Μετά άρχισαν να παντρεύονται τα αδέρφια του πατέρα μου και έφευγαν σιγά-σιγά από το σπίτι».

Παιδική ηλικία: «Μεγάλωσα στην οδό Ασκληπιού. Ποδόσφαιρο – πάντα δεξί εξτρέμ, πατίνι με τους φίλους μου στην Αλεξάνδρας, σκανταλιές, κοπάνες από το σχολείο, ματωμένα γόνατα, ωραία χρόνια. Ως μαθητής, ήμουν πολύ καλός στο Δημοτικό, όχι καλός στο Γυμνάσιο –κάτι συνέβη εκεί και τα παράτησα. Μόνο θεατρικά έργα διάβαζα και έβλεπα παραστάσεις. Αυτά με ενδιέφεραν και όχι τα μαθήματα. Είχα πάθος με το θέατρο από τότε».
Ρεμβάζω: «Ναι, μου αρέσει να ρεμβάζω με τις ώρες. Να χαζεύω φυτά, λουλούδια, ζώα, τη φύση. Το χωριό του πατέρα μου στη Φθιώτιδα είναι σε υψόμετρο 1.100 μέτρα μέσα στα έλατα και έχει μια θέα αριστούργημα για να ρεμβάσει κανείς. Αλλά και από το μπαλκόνι του σπιτιού μου που είναι στον τελευταίο όροφο μου αρέσει να ρεμβάζω το αττικό τοπίο».
Σιωπώ: «Τις περισσότερες φορές σιωπώ. Ακόμα και αν κάτι με έχει ενοχλήσει, μπορεί να μην το πω ποτέ. Χωρίς, όμως, να το κρατάω μέσα μου. Είναι σαν να το σβήνω. Σπάνια, επίσης, βάζω τις φωνές –μια φορά στα δύο χρόνια».
Τέχνης Θέατρο – Κάρολος Κουν: «Ήταν αυστηρός ο Κουν, αλλά δεν μπορούσε να ήταν αλλιώς, γιατί έπρεπε να βγει πολλή δουλειά. Σκεφτείτε, μπορεί σε ένα χειμώνα να ανεβάζαμε και τέσσερα-πέντε έργα. Πολύωρες πρόβες, πολύ στενά χρονικά περιθώρια, ένταση, άγχος, αγωνίες, κάποιος έπρεπε να τα ρυθμίζει όλα αυτά στιβαρά. Θυμάμαι όταν ανεβάσαμε το «Γλυκό πουλί της νιότης» με τη Μελίνα Μερκούρη. Εκεί να δείτε αγωνία που είχε ο Κουν. Εγώ ήμουν είκοσι ένα μισό και απέναντί μου είχα μία σταρ, τη Μελίνα. Ήταν το 1959-1960 και είχα ελάχιστη εμπειρία –είχα παίξει μόνο άλλους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους και στην αρχή έβλεπα με δέος τη Μελίνα. Αλλά γρήγορα το ξεπέρασα, γιατί με βοήθησε ο τρόπος της. Η Μελίνα ήταν απλός άνθρωπος και με αντιμετώπισε ως συνάδερφο, επί ίσοις όροις. Η παράσταση έκανε μεγάλη επιτυχία, αλλά εγώ ήμουν μέτριος».
Υποσημείωση: «Κρατώ υποσημειώσεις στο μυαλό μου, χωρίς να το ξέρει κανένας. Έχω βοηθήσει ανθρώπους και το ξέρουν μόνο οι ίδιοι κι εγώ».
Φοβάμαι: «Το ότι έχω μεγαλώσει, το ότι άλλοτε με “τραβάει” η μέση, άλλοτε το γόνατο. Φοβάμαι τα θέματα υγείας που μπορεί να προκύπτουν πάντα σε σχέση με τη δουλειά που κάνω. Φοβάμαι, όταν έχω πει “ναι” σε μια δουλειά ή όταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή, μη συμβεί κάτι ή μην πεθάνω και αφήσω τους συναδέλφους μου στα κρύα του λουτρού. Έχω πάντα ένα άγχος μην αφήσω εκτεθειμένους τους άλλους».
Χιούμορ: «Λένε ότι έχω χιούμορ. Τι να σας πω; Ναι, καμιά φορά λέω και αστεία πράγματα και οι άνθρωποι γελάνε. Δεν μου αρέσουν όμως οι εξυπνακισμοί».
Ψέματα: «Ναι, βέβαια, έχω πει ψέματα στη ζωή μου. Κάποιες φορές το έχω ομολογήσει, κάποιες άλλες όχι. Κάποιες φορές είχα απιστήσει και το είχα πει και κάποιες άλλες όχι. Τι νόημα, όμως, έχει να ομολογείς κάτι αφού το έχεις κάνει; Πλέον δεν νομίζω ότι λέω ψέματα».
Ωχ!: «Πάντα ακολουθεί αυτό το επιφώνημα όταν αντιμετωπίζω ένα αδιέξοδο, όταν βλέπω να γίνονται και να λέγονται βλακείες, όταν βλέπω τους ανθρώπους να γίνονται “ψώνια”. Δεν αντέχω τους “ψωνισμένους”, αυτούς που νομίζουν ότι είναι κάτι σπουδαίο. Ειδικά, στη δική μας δουλειά πρέπει να έχεις κρατήματα να μην την πατήσεις, γιατί ακούς συχνά “τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα”. Εγώ ήξερα πάντα ότι είχα κάποια προσόντα, αλλά σιγά τώρα, δεν ήμουν ο μόνος και άλλοι είχαν. Ήμουν μάλλον τυχερός. Το ότι έπαιξα δίπλα στη Μελίνα στο “Γλυκό πουλί της νιότης” ήταν κυρίως θέμα τύχης. Η Μελίνα είχε προτείνει τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, αλλά ο Κουν ήθελε ηθοποιό της Τέχνης. Ήμουν τυχερός που πήρα τον ρόλο. Ήταν τεράστια ευκαιρία».
«Ήρωες» σε σκηνοθεσία Νιkita Milivojevic, 2 Mαΐου Δημ. Θέατρο Στροβόλου Λευκωσία, 8.30 μ.μ., τηλ. 22313010. 3 και 4 Μαΐου, Θέατρο Ριάλτο Λεμεσός, 8.30μ.μ., τηλ. 77 77 77 45 E-tickets: www.rialto.com.cy