Καθώς τον αποχαιρετούσα στο τέλος της συζήτησης μας, τον ρώτησα τι κέρδισε στα 20 χρόνια λειτουργίας του φάρου, του Ιδρύματος που ο ίδιος εμπνεύστηκε και έστησε. «Ήταν ένα ταξίδι που έχει εμπλουτίσει τη ζωή μουη και τη ζωή πολλώ άλλων ανθρώπων», θα μου πει με εμφανή ικανοποίηση. Αυτό, άλλωστε, ήταν και το όραμά του: Να δημιουργήσει έναν «φάρο» που θα φωτίζει το μυαλό του, το πνεύμα και την ψυχή. 

Κλείσαμε ραντεβού στο Shoe Factory, στην οδό Ερμού, πάνω στην Πράσινη Γραμμή. Ο Γκάρο Κεχεγιάν προτείνει να καθίσουμε στη μεγάλη σάλα με το πιάνο Steinway D. Είναι ένας υπέροχος χώρος, με άπλετο φως να τον λούζει, με μια υπέροχη συλλογή έργων τέχνης και με θέα στις βουκαμβίλιες και τους φοίνικες της παλιάς πόλης. Τα βράδια, η σάλα μεταμορφώνεται σε ένα μοναδικό συναυλιακό χώρο, ένα οικείο περιβάλλον όπου το κοινό απολαμβάνει μουσική από διεθνούς φήμης καλλιτέχνες.  

Στην αρχή, όταν αποφάσισε να αποκαταστήσει αυτό το εγκατελειμμένο εργοστάσιο παπουτσιών, θυμάται πως η οδός Ερμού θύμιζε πολεμική ζώνη. Γνωστοί και φίλοι του πίστευαν ότι ήταν θεότρελο να επενδύσει σ’ αυτή την περιοχή. Έκπληξη προκαλεί επίσης σε πολλούς το γεγονός ότι εδώ είναι και το σπίτι του αλλά και χώρος φιλοξενίας καλλιτεχνών. «Οι επισκέπτες μου λένε “Ω Θεέ μου, είναι απίστευτο αυτό το οποίο κάνεις, έχεις ανοίξει το σπίτι σου στον κόσμο, λίγοι άνθρωποι θα το έκαναν αυτό”».

Μου επισημαίνει πως, σήμερα πια, το Shoe Factory όχι μόνο αναγέννησε την Παλιά Λευκωσία, αλλά μεταμορφώθηκε σ’ ένα διεθνή χώρο συνάντησης μουσικών και καλλιτεχνών. «Μέχρι και ηχογράφηση έχουμε πραγματοποιήσει στον Φάρο, με καλλιτέχνες παγκόσμιας εμβέλειας, μέσω του BIS Records, με εξαιρετικά σχόλια σε διεθνή ΜΜΕ». Το Ίδρυμα Φάρος έχει τοποθετήσει τη Λευκωσία στον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη, τονίζει. Πιστεύει ότι η Λευκωσία θα μπορούσε να γίνει το Βερολίνο της Ανατολικής Μεσογείου. «Η Λευκωσία θα μπορούσε να είναι ένα μόνιμο ευρωπαϊκό πολιτιστικό κέντρο. Είναι μια ξεχωριστή πόλη. Γνωρίζω πάρα πολλούς ξένους εικαστικούς που θα ήθελαν να έχουν το στούντιό τους εδώ. Ένας Βραζιλιάνος καλλιτέχνης μου είπε ακριβώς αυτό, όπως και πολλοί Σκανδιναβοί – στη χώρα τους είναι ακόμα χειμώνας… Η παλιά πόλη είναι ένα ιδιαίτερο μέρος να ζεις και να δημιουργείς. Θα ήταν καλά να φέρναμε το Πανεπιστήμιο εδώ, ίσως ένα ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο και να δημιουργηθεί στην Παλιά Λευκωσία μια πανεπιστημιούπολη». 

Στην Παλιά Λευκωσία γεννήθηκαν οι γονείς του. «Όταν γεννήθηκα εγώ», διηγείται, «μέναμε έξω από τα τείχη της Λευκωσίας. Οι Αρμένηδες παππούδες μου ήρθαν στην Κύπρο ως πρόσφυγες από τη Σμύρνη και ζούσαν στη βόρεια Κύπρο την περίοδο που το νησί ήταν αγγλική αποικία. Χάσαμε όλη μας την περιουσία στη Σμύρνη. Ο παππούς μου είχε χτίσει ένα διαμέρισμα στην Παλιά Λευκωσία, το οποίο το 1963 το χάσαμε στο μοίρασμα της πόλης. Και το 1974 χάσαμε σημαντική περιουσία. Έτσι, η οικογένειά μου έζησε την αγορά και την απώλεια της περιουσίας της για γενεές». 

Αλήθεια νιώθετε Κύπριος; Είμαι Κύπριος, γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λευκωσία. Αλλά οι γονείς μου με έστειλαν σε σχολείο στην Αγγλία στην ηλικία των οκτώ. Οι εμπειρίες μου εκεί, καθόρισαν αυτό που είμαι σήμερα. Σπούδασα στην Αγγλία και μετά στην Αμερική. Όταν επέστρεψα στην Κύπρο από τις σπουδές μου και με ρωτούσαν από πού είμαι, τους έλεγα «από το διάστημα», εννοώντας ότι κατάγομαι από τον τόπο της φαντασίας.

Τι σας έφερε κοντά στη μουσική και την τέχνη; Είχατε μουσικούς ή καλλιτέχνες στην οικογένειά σας;  Της μητέρας μου της άρεσε να τραγουδά ελληνικά τραγούδια, παλιές μελωδίες. Ο θείος μου έπαιζε κλαρίνο. Και ο παππούς της μητέρας μου έπαιζε βιολί σε ανατολίτικο στυλ. Μπορεί να έχω μουσικά γονίδια, όμως το δικό μου πάθος για τη μουσική κρατά από τα παιδικά μου χρόνια. Ήμουν τυχερός γιατί στην Αγγλία είχα ένα δάσκαλο, τον Richard Osbourne, από τους καλύτερους κριτικούς μουσικής. Οι μαθητές συνηθίζαμε να πηγαίνουμε στο σπίτι του, όπου μας έβαζε να ακούμε κλασική μουσική – του έστελναν σημαντικά LP για τις κριτικές που έγραφε στο περιοδικό Gramophone. Έτσι εξοικειώθηκα με την όπερα. Ο Φάρος δίνει μεγάλη σημασία στη μουσική εκπαίδευση. Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατηρήσουμε αυτό το ίδρυμα χωρίς ουσιαστική στήριξη από το κράτος. Η κρατική χορηγία είναι ασήμαντη και μικραίνει χρόνο με τον χρόνο. 

Με τι ασχολούνταν οι γονείς σας;  Η μητέρα μου αρραβωνιάστηκε στα 16 της. Ο πατέρας μου την «άρπαξε» σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας μου ξεκίνησε από το τίποτα, αλλά ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός. Αναμίχθηκε με κτηματικά, τραπεζικά, ασφάλειες και ίδρυσε την Alpha Bank όπως τη γνωρίζουμε τώρα, αλλά και τον Αντικαρκινικό. Εκτός από επιχειρηματίας, ήταν άνθρωπος με όραμα και φιλάνθρωπος στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Ήταν κάτι περισσότερο από επιχειρηματίας.  

Σπουδάσατε Αγγλική Φιλολογία και Διοίκηση Επιχειρήσεων. Πώς τα συνδυάζετε; Έχω σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία στην Οξφόρδη και μετά απέκτησα το μάστερ μου στις Πολιτικές Επιστήμες στις Διεθνείς Σχέσεις. Στην Αμερική σπούδασα Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA). Δεν έχω κάποια ειδίκευση. Ο καθηγητής Vartan Gregorian, σε μια ενδιαφέρουσα διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, τάχθηκε ενάντια στην ειδίκευση, τείνοντας προς την κατεύθυνση της ευρύτητας στη γνώση. Κατά την άποψή μου, η κοινωνία χρειάζεται ανθρώπους με ευρύτερη προοπτική. Φυσικά, σήμερα δεν μπορείς να είσαι αναγεννησιακός, στον 21ο αιώνα χρειάζεται η ειδίκευση. Χρειαζόμαστε εμπειρογνώμονες, που να έχουν όμως ένα ευρύ πεδίο γνώσης. 

Τι σας έσπρωξε να δημιουργήσετε το Ίδρυμα Τεχνών Φάρος; Όταν επέστρεψα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η κουλτούρα της Κύπρου ήταν πολύ περιορισμένη σε σχέση με σήμερα. Ένιωσα ότι υπήρχε η ανάγκη υψηλής ποιότητας μουσικών δρώμενων στο νησί, πρωτίστως στο είδος της μουσικής δωματίου, το οποίο με ενδιέφερε. Το ίδρυμα δημιουργήθηκε το 1998. Φέτος γιορτάζουμε την επέτειο των 20 χρόνων του. 

Γιατί δώσατε το όνομα Φάρος; Η λέξη φάρος στα ελληνικά σημαίνει κτίσμα με φως. Το όνομα αυτό εκφράζει τους σκοπούς του ιδρύματος, τη διαφώτιση του μυαλού και του πνεύματος, της ψυχής. Ο στόχος του ιδρύματος είναι να εμπλουτίσει τις ζωές των ανθρώπων μέσω της τέχνης.

Η δράση του Ιδρύματος επεκτείνεται και εκτός Κύπρου; Η βάση μας είναι στην Κύπρο, όμως δραστηριοποιούμαστε παγκοσμίως. Έχουμε διοργανώσει δρώμενα στη Βραζιλία, στην Αγγλία, στην Αρμενία, στην Ιορδανία, στη Ρωσία, τη Γαλλία, την Τσεχία. Οργανώσαμε συναυλίες στο Wigmore Hall, το οποίο είναι ένας χώρος με μεγάλο κύρος για μουσική δωματίου, όπως και το Κονσερβατόριο της Μόσχας, το οποίο επίσης είναι ένας χώρος με ιστορία. 

Ξεκινήσατε το Ίδρυμα Φάρος σε μια δύσκολη περίοδο για τα πολιτιστικά. Υπήρξε ανταπόκριση τότε από το κοινό; Η προσέλευση στις πρώτες συναυλίες στο αμφιθέατρο της ΠΑΣΥΔΥ, θυμάμαι, ήταν πολύ απογοητευτική. Στη σκηνή βρισκόταν ένας καλλιτέχνης διεθνούς εμβέλειας με κοινό μόνο 10 άτομα. Ήταν πολύ δύσκολο, αλλά επιμείναμε. Μέσα σε λίγα χρόνια τα 10 άτομα έγιναν 100, 200, 350. Είχαμε προσκαλέσει τον διάσημο πιανίστα Grigory Sokolov και είχαμε 400 άτομα ακροατήριο. Έτσι κτίσαμε το κοινό μας. Σήμερα το ακροατήριο μπορεί να διακρίνει το καλό από το μέτριο και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο Φάρος είναι τυχερός που έχει Καλλιτεχνική διευθύντρια την Υβόννη Γεωργιάδου, η οποία σχεδιάζει πολύ σημαντικά και καινοτόμα προγράμματα.  

Πιστεύετε ότι η καλλιέργεια στη μουσική και τις τέχνες πρέπει να αρχίζει από μικρή ηλικία;  Βεβαίως, γι’ αυτό και ο Φάρος τα τελευταία 10 χρόνια διατηρεί ένα εκτενές μουσικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τα σχολεία και για τα παιδιά από όλη την Κύπρο. Έχουμε φιλοξενήσει περισσότερους από 70.000 μαθητές, που συμμετείχαν σε δραστηριότητες με διάφορους τρόπους – εργαστήρια μουσικής, διαλέξεις, εκπαιδευτικές συναυλίες. Είναι κρίμα που δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα, αλλά δεν μας το επιτρέπει ο προϋπολογισμός μας. Τα εισιτήρια των συναυλιών καλύπτουν μόλις το 10% των εξόδων μας.

Πιστεύετε ότι ο πολιτισμός μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην επιβίωση του νησιού; Ζούμε σε ένα πολύ ευαίσθητο και στρατηγικά σημαντικό σημείο στο κόσμο και εάν δεν είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί μπορεί να χάσουμε τη χώρα μας. Λόγω πολιτικών λαθών έχουμε χάσει το μισό μέρος της και λόγω οικονομικών λαθών χάνουμε τον έλεγχο του υπόλοιπου. Έχω την πεποίθηση ότι η παιδεία και ο πολιτισμός δημιουργούν επιτυχείς κοινωνίες. Εάν έχεις ηγέτες δίχως κουλτούρα, δεν μπορείς να προσμένεις σε πετυχημένες κοινωνίες. Φαίνεται πως δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμα πλάνα για το μέλλον της χώρας. Η Κύπρος θα μπορούσε να είναι η Ελβετία της Μέσης Ανατολής, η Σιγκαπούρη της Μεσογείου. Όταν επενδύσεις στους ανθρώπους, μπορείς να δημιουργήσεις οποιοδήποτε κεφάλαιο θα ήθελες. Αλλά οι πολιτικοί, σε όλες τις χώρες, είναι στενοκέφαλοι, ενδιαφέρονται για τις επόμενες εκλογές, τις ψήφους… 

Τι αντιπροσωπεύει η μουσική στη ζωή σας; Πιστεύω ότι η μουσική αγγίζει το συναίσθημα με έναν τρόπο που τίποτε άλλο δεν μπορεί να το κάνει τόσο εύστοχα. Η μουσική είναι πολύ σημαντική για την ανάπτυξη του μυαλού. Σε κάθε μέρος του κόσμου μπορείς να δεις χιλιάδες ανθρώπους να έρχονται κοντά για να ακούσουν ένα μουσικό κομμάτι σε απόλυτη ησυχία. Και αναφέρομαι στην κλασική μουσική, όπου κάθεσαι σιωπηλός, μπαίνεις σε ένα ιδιαίτερο σύμπαν και αναζωπυρώνεις τα συναισθήματα και το πνεύμα σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Μόνο η μουσική μπορεί να το κάνει αυτό. 

Είστε συλλέκτης έργων τέχνης. Με ποιο σκεπτικό δομήθηκε η συλλογή σας;  Είμαι ένας απλός συλλέκτης, ούτε που ξέρω πόσα κομμάτια έχω. Το πρώτο μου έργο τέχνης το αγόρασα  στην Οξφόρδη για 10 λίρες και ήταν ένα pret-a-portrait. Η συλλογή μου δημιουργήθηκε από το πάθος και την αγάπη μου για τους καλλιτέχνες. Έχω Βραζιλιάνους καλλιτέχνες, Κύπριους, Αρμένιους, Ευρωπαίους…  Ενθαρρύνω τις κυπριακές τράπεζες να συλλέγουν από την παγκόσμια τέχνη. Δυστυχώς στην Κύπρο, ο κόσμος δεν έχει αναπτύξει ακόμα ανεξάρτητο κριτήριο και δεν ενημερώνεται για τις διεθνείς εξελίξεις και τάσεις στην τέχνη.

Τι είναι τελικά για σας η τέχνη; Είναι ένας τρόπος να θέσεις σημαντικά ερωτήματα για τη ζωή. Είναι το μέσο να αντιληφθείς τον εαυτό σου και την κοινωνία στην οποία ζεις, το μέσο για να προσεγγίσεις και να επεξεργαστείς τα διάφορα επίπεδα της πραγματικότητας. 

Πώς βλέπετε τη δημιουργία νέων εκθεσιακών χώρων στην Κύπρο που προωθούν τη σύγχρονη τέχνη; Είναι πολύ σημαντικό και μου αρέσει που υπάρχει αυτή η προβολή καλλιτεχνών η οποία είναι πειραματική και όχι εμπορική. 

Στις εκδηλώσεις σας έρχονται και Τουρκοκύπριοι; Φυσικά, πολλοί. Ο Φάρος είναι ανοιχτός για όλους τους Κυπρίους. Δεν μου αρέσει ο όρος «δικοινοτικός» που χρησιμοποιούν όλοι. Είμαι 100% υπέρ του να συνεργάζονται οι κοινότητες, αλλά απεχθάνομαι αυτή τη «δικοινοτικότητα» στο καλλιτεχνικό τοπίο, πιστεύω ότι αυτό δημιουργεί μια μετριότητα. Όταν ήταν στο προσκήνιο το Σχέδιο Ανάν, γίνονταν πολλές καλλιτεχνικές δράσεις. Πολλά χρήματα ξοδεύτηκαν και χάθηκαν. Σε κάθε έκθεση έπρεπε να υπάρχουν 10 Τουρκοκύπριοι και 10 Ελληνοκύπριοι καλλιτέχνες. Αυτή είναι συνταγή καταστροφής και μετριότητας. Προτιμούσα να ξεχωρίσω έναν ιδιαίτερο Τουρκοκύπριο καλλιτέχνη με βάση την ποιότητα. Πρέπει να σέβεσαι και να ανέχεσαι τον άλλον, όχι να τον υποβαθμίζεις και να δημιουργείς επιφανειακές σχέσεις βασισμένες σε παρερμηνείες.

Εσείς πηγαίνετε στα κατεχόμενα; Έχω πάει στα κατεχόμενα, δεν φοβάμαι να πάω εκεί. Θέλω να μελετήσω και να μάθω τι συμβαίνει στο νησί μας. Έχουν δημιουργήσει εφτά αστέρων καζίνα. Όλοι οι πολιτικοί θεωρούν ότι τα καζίνα από μόνα τους θα λύσουν τα προβλήματα του τουρισμού. Θεωρούν ότι οι τουρίστες θα πηγαίνουν στα καζίνα και η ιδέα ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν θα πηγαίνουν στα κατεχόμενα για να τζογάρουν, είναι εξωπραγματική. Τα καζίνα μπορεί να προσελκύσουν χρήμα αλλά μόνο ο πολιτισμός μπορεί μακροπρόθεσμα να προσελκύσει χρήμα αλλά και να ευεργετήσει την κοινωνία. 

Τι κρατάτε από αυτό το 20χρονο ταξίδι του Φάρου; Μπορώ να πω ότι ήταν μια απίστευτη εμπειρία, ένα μοναδικό ταξίδι. Είχα το προνόμιο να γνωρίσω τους πιο μεγάλους και σημαντικούς καλλιτέχνες και να μοιραστώ αξέχαστες στιγμές μαζί τους. Τι άλλο θα μπορούσε να θέλει ένας άνθρωπος;  Ο Φάρος έχει εμπλουτίσει τη ζωή μου και θέλω να πιστεύω ότι έχει εμπλουτίσει και τη ζωή πολλών άλλων ανθρώπων. Οι ξένοι καλλιτέχνες αγαπούν να έρχονται στην Κύπρο, τους αρέσει να παρουσιάζουν τη δουλειά τους εδώ και γίνονται πρέσβεις της Κύπρου όταν φεύγουν. 

maria.panayiotou@phileleftheros.com