«Για μένα το γράψιμο είναι πάντοτε κάθαρση. Περίεργη κάθαρση. Στο τέλος σου αφήνει μια πληρότητα αλλά και ένα δύσκολα αντιμετωπίσιμο, αίσθημα κενού»

Πρώτη φορά στα χρόνια της δημοσιογραφικής δουλειάς σας διηγείστε μια δική σας ιστορία. Πώς ήταν το συναίσθημα να γράφετε για ένα τόσο προσωπικό και έντονο βίωμα; H αλήθεια είναι ότι το χρονογράφημα, στο οποίο επιδίδομαι αρκετά χρόνια, αφήνει πολλά περιθώρια να γράψει κανείς προσωπικά, υπάρχει ωστόσο ένα όριο ανάμεσα στον γράφοντα και στον αναγνώστη που είναι λάθος να το αψηφήσεις. Εδώ ήταν όντως πολύ διαφορετικά. Το βασικό μου συναίσθημα όταν έγραφα αυτό το βιβλίο ήταν η απόφασή μου να είμαι ειλικρινής και ταυτόχρονα να μην προσβάλω κανέναν από τους αναφερόμενους, ζώντες και νεκρούς, που είναι όλοι αγαπημένοι μου. Ελπίζω να το κατάφερα.

Λειτούργησε σαν κάθαρση το γράψιμο; Για μένα το γράψιμο είναι πάντοτε κάθαρση. Περίεργη κάθαρση. Στο τέλος σου αφήνει μια πληρότητα αλλά και ένα δύσκολα αντιμετωπίσιμο, αίσθημα κενού. 

Και όταν βάλατε την τελευταία τελεία; Πώς νιώσατε; Ήμουν απολύτως σίγουρη ότι αυτό ήταν το σημείο που έπρεπε να βάλω τελεία και αυτό με γλίτωσε από παλινωδίες και πειρασμούς να ξεχυθώ σε μεγαλύτερη συναισθηματική έκθεση. Ήμουν, ωστόσο, ήδη εκτεθειμένη και έτοιμη να υποστώ τις συνέπειες αυτής της έκθεσης. Φυσικά λειτουργούσε και λειτουργεί ακόμα μέσα μου ο φόβος ότι κάτι υπερέβην αλλά με καθησυχάζει η εσωτερικευμένη εντολή της μάνας μου, η οποία μου είχε τυφλή εμπιστοσύνη, μολονότι πάντα την προειδοποιούσα να μη με φορτώνει με τέτοια ευθύνη. Θέλω να πιστεύω ότι υπάκουσα στην προτροπή της να μη φοβάμαι, να μη φοβάμαι, να μη φοβάμαι. 

Αλήθεια είναι εύκολο το να φτιάξεις ένα βιβλίο; Ασφαλώς και δεν είναι καθόλου εύκολο. Είναι όμως συναρπαστικό. Σχεδόν χειρωνακτικό. Θέλει να λερώσεις πολύ τα χέρια σου με τα υλικά του, όπως όταν μαγειρεύεις ένα φαΐ ή φτιάχνεις ένα γλυπτό. Στο τέλος θα σκουπίσεις τα χέρια σου στην ποδιά σου, θα σταθείς να το κοιτάξεις από μακριά και θα το εγκρίνεις σαν να το έχει φτιάξει άλλος κι όχι εσύ. Μετά θα σερβίρεις το φαγητό στους άλλους ή θα πουλήσεις το έργο. Αυτή είναι η συμφωνία.

Μια απ’ τις πολλές θετικές κριτικές του βιβλίου σας είναι ότι γράψατε ένα «δημοσιογραφικά αποστασιοποιημένο κείμενο». Είναι εύκολος ο διαχωρισμός; Πανεύκολος, όπως σας είπα και παραπάνω. Με μια μικρή προσθήκη ή διευκρίνιση. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφική αποστασιοποίηση, πρόκειται για τον τρόπο που γράφω, για τον ηθικό κώδικα που διάλεξα για να γράφω. Για να το πω κι αλλιώς, η λογοτεχνία δεν είναι ο κατάλληλος τόπος για να πει κανείς τον πόνο του ανεπεξέργαστο κι αδιαμεσολάβητο. Νομίζω.

Ποιο βιβλίο θα συστήνατε ανεπιφύλακτα; Δύσκολη ερώτηση. Δεν μπορώ φερ’ ειπείν να προτείνω γενικώς και αορίστως τα βιβλία του Ρίτσαρντ Φορντ γιατί απαιτούν ειδική αναγνωστική καλλιέργεια, άσε που είναι ογκώδη και μπορεί να μου τα πετάξει κανείς στο κεφάλι. Θα πρότεινα ωστόσο εξ όλης της καρδίας μου και εξ όλης της διανοίας μου το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου και τους «Δενδρίτες» της Κάλλιας Παπαδάκη γιατί, ναι, οι νέοι Έλληνες πεζογράφοι είναι ικανοί για αριστουργήματα με το καλημέρα σας. Επίσης τα «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» του Αλέξη Πανσέληνου που μόλις κυκλοφόρησαν γιατί ο παλιός είναι αλλιώς, καταφέρνει δηλαδή να είναι πάντα φρέσκος και συγκλονιστικός.