Η περίπτωση της «Μεγάλης Χίμαιρας» είναι ιδιάζουσα για τον Δημήτρη Τάρλοου. Δεν ήταν μόνο η μεγάλη ευθύνη της πρώτης σκηνικής μεταφοράς ενός μυθιστορήματος του Μ. Καραγάτση, αλλά και το γεγονός ότι ο συγγραφέας ήταν πατέρας της μητέρας του, ο παππούς που δεν γνώρισε ποτέ, παρά μόνο μέσα από το έργο του και τις οικογενειακές αφηγήσεις. Από την πρώτη πρόβα, ωστόσο, αυτή η συνθήκη είχε ήδη ξεχαστεί και ο ίδιος αφοσιώθηκε στην παράσταση με τον ίδιο ζήλο όπως οποιαδήποτε άλλη. Ενδεχομένως, όμως, το DNA να έπαιξε κάποιο ρόλο στο φαινόμενο που ακολούθησε με την παραγωγή να γίνεται μια από τις πιο επιτυχημένες στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Όταν κάνεις μια παράσταση δεν σκέφτεσαι την επιτυχία ή την αποτυχία. Εστιάζεις σ’ αυτό που θέλεις να κάνεις. Δική μου πρόθεση ήταν να ανεβάσουμε μια παράσταση βασισμένη στο έργο του Καραγάτση, κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ. Δεν περίμενα αυτή την τεράστια αποδοχή. Αυτά τα πράγματα δεν τα σχεδιάζει κανείς. Έχει ξεκάθαρα σχέση με την υποκειμενικότητα του θεάτρου. Κάποια αντικειμενικά στοιχεία θα μπορούσαν να είναι η αφήγηση, η χρήση του κινηματογράφου -που λειτουργεί παραπληρωματικά της δράσης- και οι ισχυρές ερμηνείες, με πρώτη και καλύτερη τη Μαρίνα Μπαρέ της Αλεξάνδρας Αϊδίνη.
Δεν σκέφτομαι ποτέ τι αρέσει στον θεατή, αυτό με αποκόπτει από την καλλιτεχνικότητα της πράξης. Σκέφτομαι αυτό το οποίο ονειρεύομαι. Το θέατρο είναι η αποτύπωση ενός ονείρου. Αν αρχίσεις να σκέφτεσαι μπακαλίστικα, τι είναι αυτό που αρέσει ή δεν αρέσει, γίνεσαι μπακάλης ο ίδιος.
Ο ζήλος είναι ο ίδιος σε όλες μου τις παραστάσεις. Αισθάνομαι την ίδια ευθύνη και αφοσίωση. Από τον «Θερισμό» του Δημητριάδη στο Εθνικό μέχρι την «Ευριδίκη» και από τη «Λήθη» μέχρι το «Blasted», καταθέτω την ίδια ενέργεια και πάθος. Αν υπάρχει μια διαφοροποίηση στη «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι ενδεχομένως στον τρόπο που αντιλήφθηκα την υπόθεση. Οι περισσότεροι βλέπουν μια παθιασμένη ερωτική ιστορία. Εγώ ουδέποτε διέκρινα κάτι τέτοιο. Δεν γνώρισα τον Καραγάτση, δεν μπορώ να πω ότι έχω προνομιακή αντίληψη του έργου του. Όμως, διαβάζοντας καλά το μυθιστόρημα, όπως και όλα τα υπόλοιπα βιβλία του παππού μου, διέκρινα μια τεράστια απαισιοδοξία αναφορικά με το ανθρώπινο είδος, τις ερωτικές σχέσεις, την ίδια τη ζωή. Ο μεγάλος πεσιμισμός καλύπτεται έντεχνα πίσω από τον κυνισμό και τη νεύρωση. Υπό αυτή την έννοια, ίσως το DNA έπαιξε κάποιο ρόλο.
Η εικόνα που έχω γι’ αυτόν αποτυπώνεται στη σκηνοθεσία μου στο «Ευχαριστημένο», το μυθιστόρημα της μητέρας μου, Μαρίνας Καραγάτση, όπου μέσα υπάρχει ο ίδιος ως χαρακτήρας. Προφανώς επρόκειτο για άνθρωπο δύσκολο στην καθημερινή συμβίωση, αρκετά οξύθυμο, με δυσκολίες ύπνου – οι αϋπνίες τον βασάνιζαν αιωνίως-, με ευαίσθητο νευρικό σύστημα. Αλλά ταυτόχρονα μιλάμε και για έναν πολύ μαλακό εσωτερικά άνθρωπο, που έχω την εντύπωση ότι του έλειπε πολύ η μάνα του. Είχε μια πολύ στενή σχέση με την προγιαγιά μου και υπάρχει μια αίσθηση ερημιάς από τη στιγμή που τη χάνει κι αυτό αποτυπώνεται και στον «Μεγάλο Ύπνο». Ήταν ένας βασανισμένος και περίπλοκος άνθρωπος, όπως πολλοί καλλιτέχνες. Ήταν πολύ έντιμος, εξαιρετικά διασκεδαστικός στις αφηγήσεις του, μ’ ένα ανοιχτό σπίτι όπου μπαινόβγαιναν πολλοί.
Η αυτοανάλυση δεν είναι ωραίο πράγμα. Είναι σαν να λέει κάποιος για τις παραστάσεις του «είμαι καλός σκηνοθέτης». Δεν είναι εύκολο να αναγνωρίζεις εσύ στον εαυτό σου πράγματα. Η μάνα μου κάποτε μού λέει ότι καθώς περνούν τα χρόνια αναγνωρίζει πτυχές του Καραγάτση σε μένα, σε σχέση με τις αμφιθυμίες ή την οξύτητα του χαρακτήρα. Ή ακόμη με την εντιμότητα, την ανημποριά μου να συνδιαλλαγώ με οποιαδήποτε εξουσία ή να κάνω δημόσιες σχέσεις.
Εντιμότητα και καλλιτεχνικότητα είναι για μένα το ίδιο πράγμα. Πιστεύω ότι η αισθητική είναι ηθική και το αντίστροφο. Δεν μπορεί να είσαι ένας ανήθικος άνθρωπος και να έχεις υψηλή αισθητική. Νομίζω ότι η υψηλή αισθητική παράγεται μέσα από την υψηλή ηθική.

Το ταλέντο είναι κάτι που αναγνωρίζει κανείς στον εαυτό του αρκετά νωρίς στη ζωή του. Κι όσο γρηγορότερα το αποδεχτεί και το ενσωματώσει στην καθημερινότητά του, τόσο το καλύτερο. Στην ορθοδοξία υπάρχει το ξύλινο σήμαντρο, το τάλαντο, που οι μοναχοί κρούουν με συγκεκριμένο ρυθμό και λένε «το τάλαντο, το τάλαντο, το τάλα, τάλα, τάλαντο». Εννοούν το ταλέντο, το χάρισμα που μας έχει δοθεί εκ Θεού και πρέπει να το προσέχουμε ως κόρη οφθαλμού.
Ο ναρκισσισμός δεν λειτουργεί ως προϋπόθεση στην τέχνη. Το γεγονός ότι κάποιοι καλλιτέχνες έχουν μια τέτοια τάση δεν σημαίνει ότι αποτελεί αναγκαία συνθήκη. Σε καμία περίπτωση δεν θα έλεγα ότι όλοι οι καλλιτέχνες είναι έτσι.
Σε καμία περίπτωση δεν με απασχολεί η υστεροφημία. Είμαι υπέρμαχος της άποψης του Δημήτρη Δημητριάδη, ότι οφείλουμε να ξεχαστούμε. Πρέπει να ξεχαστούμε, να γίνουμε στάχτη. Τίποτα δεν πρέπει να μείνει. Πιστεύω ακράδαντα ότι, ασχέτως επαγγέλματος και ενασχόλησης, τίποτα δεν θα μείνει και δεν πρέπει να μείνει πίσω. Πρέπει να επικρατήσει η λήθη. Το κίνητρο για τη δημιουργία για μένα δεν είναι το τι θα μείνει πίσω. Είναι να περάσουμε όσο γίνεται μ’ ενδιαφέροντα τρόπο τη ζωή που μας έδωσε ο Θεός. Με άλλα λόγια, να αποδεχτούμε το εφήμερο του βίου μας, γεμίζοντάς το όμως με ωραία πράγματα.
Η Ελλάδα ως σύγχρονη πραγματικότητα είναι κάτι εξαιρετικά οδυνηρό. Η δυσκολία είναι παγκόσμια, αλλά στην Ελλάδα καταγράφεται με τρόπο εύγλωττο, πρόδηλο γιατί πάντοτε υπήρξε μια χώρα- καθρέφτης και μια χώρα των άκρων. Φυσικά, δεν με αφήνει ούτε αδιάφορο, ούτε χωρίς απορία το πώς είναι δυνατόν ο ελληνικός λαός να έχει καταντήσει έτσι. Μπορεί να ήταν και της μοίρας του ή να είναι κι αυτό ένα στάδιο. Ενδεχομένως προς τον τελικό αφανισμό. Κάποια στιγμή όλα τελειώνουν ή μετατρέπονται σε κάτι άλλο.
Στην Ελλάδα πλέον έρχονται για να μείνουν μόνο κάτι πλούσιοι Άραβες ή Ρώσοι κι άλλοι που μπορούν και αγοράζουν βίλες σε ειδυλλιακά θέρετρα ή φέρετρα όπως τα λέω εγώ. Έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την εποχή της εξιδανικευμένης Ελλάδας, όπου ξένοι έρχονταν να συναντήσουν τη γη των ονείρων, αλλά κυρίως έναν αχάλαστο και παρθένο τόπο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Αυτό το πράγμα δεν υπάρχει πια, πολλώ δε μάλλον η γνωριμία και η αποδοχή με τη σύγχρονη κουλτούρα της Ελλάδας.
Στη «Μεγάλη Χίμαιρα», η Μαρίνα Μπαρέ δεν έλκεται μόνο από την αρχαία Ελλάδα, αλλά κι από τον σύγχρονο πολιτισμό της δεκαετίας του ‘20 και του ‘30 που εκπροσωπούν ο Παλαμάς, ο Μαλακάσης, ο ίδιος ο Καραγάτσης, ένα πλούσιο καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό περιβάλλον. Αν το συγκρίνει κανείς με τη ξεραΐλα των ημερών μας καταλαβαίνει εκ του αντιθέτου το σημερινό έλλειμμα. Πρόσφατα χάσαμε και τον Άγγελο Δεληβορριά, που τύγχανε προσωπικός φίλος και κουμπάρος της μητέρας μου. Το κενό που αφήνει, το vacuum, θα φανεί πεντακάθαρα τα επόμενα χρόνια. Με τον θάνατό του τελειώνει μια ολόκληρη εποχή και μια κάστα ανθρώπων.

Ο σύγχρονος Έλληνας δεν έχει την παραμικρή γνώση για το παρελθόν του. Η εξιδανίκευση του παρελθόντος γίνεται με πλήρη άγνοια, για την Αρχαία Ελλάδα, τον ρόλο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, το πώς λειτουργούσαν οι κοινότητες επί Τουρκοκρατίας, πώς γεννήθηκε το νεοελληνικό κράτος, πώς αποκτήσαμε όλες αυτές τις παθογένειες που μας ταλανίζουν. Πλήρης άγνοια υπάρχει επίσης σε σχέση με το μεγαλείο της ελληνικής ποίησης, της μουσικής, των καλών τεχνών μέσα στους αιώνες.
Όχι, δεν έχω καμία απολύτως χίμαιρα. Γιατί θα έπρεπε να έχουμε όλοι; Μέσα στη χίμαιρα ενυπάρχει και η έννοια του ζωτικού ψεύδους. Είναι μια κατασκευή μέσα στην οποία επιδιώκεις να ζήσεις γιατί κάνει τη ζωή πιο υποφερτή. Ή μπορεί να αφορά ένα υψηλό ιδανικό που θέτεις προκειμένου να το φτάσεις, πράγμα που επίσης για μένα δεν είναι επιθυμητό. Δεν είμαι των υψηλών ιδανικών, είμαι των πιο χαμηλών, αλλά κυρίως είμαι της καθημερινής εμβάθυνσης και άσκησης. Δεν πιστεύω στα τέλεια αποτελέσματα. Το πολύ υψηλό για μένα προκύπτει μέσα από το ταπεινό. Το μείζον μέσα από το έλασσον. Αυτό που έλεγε ο Ελύτης, «ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας».
Η ελληνική θεατρική πραγματικότητα είναι στην πραγματικότητα η αθηναϊκή. Αυτό είναι από μόνο του ένα μέγα πρόβλημα. Περισσότερο από το 60-70% της θεατρικής δράσης στη χώρα συμβαίνει στην πρωτεύουσα. Οι υπόλοιπες πόλεις φυτοζωούν, οι κάτοικοι ζουν μέσα στην τηλεόραση. Οι επισκέψεις θιάσων είναι σπάνιες και συνήθως χαμηλής ποιότητας. Μέσα στη χαώδη πραγματικότητα και υπερτροφία του πολιτιστικού προϊόντος της Αθήνας υπάρχουν αξιόλογες και καινοτόμες προσπάθειες και νέοι άνθρωποι που με καλά εφόδια προσπαθούν να δημιουργήσουν όπως και πολιτιστικοί οργανισμοί που λειτουργούν υποδειγματικά. Υπάρχει όμως και μεγάλη παρανόηση για το τι σημαίνει μοντερνισμός, πρωτοπορία, αποδόμηση, τι σημαίνει εν γένει «κάνω θέατρο».
* Η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση παρουσιάζεται στο Θέατρο Ριάλτο στη Λεμεσό, στις 13, 14, 15, 16 & 17 Μαΐου, 20:30, 77777745, www.rialto.com