Δούλεψε σε Κέιπ Τάουν, Χονγκ Κονγκ, Νέα Υόρκη, Αθήνα, τον απήγαγαν στο Μεξικό, κατάφερε να διδάσκονται οι καμπάνιες του σε πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο και συνεργάστηκε με τον Steve Jobs όταν έγινε το θρυλικό επαναλανσάρισμα της Apple με το «Think Different». Ο Peter ακούγεται, αλλά προπάντων είναι, ένας πολύ ενδιαφέρων και cool άνθρωπος.

Πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας σε κάποιον που δεν ξέρει τίποτα για εσάς; Ξέρεις, συχνά με ρωτάνε τι κάνω στη ζωή μου. Και απαντώ branding. «Δηλαδή φτιάχνετε λογότυπα» με ρωτάνε ξανά για να απαντήσω όχι. «Διαφημιστής τότε;» και λέω ξανά όχι. 

Επομένως; Δηλώνω αρχιτέκτονας της επικοινωνίας και της κουλτούρας είτε πρόκειται για εταιρεία, είτε για προϊόν, είτε για άνθρωπο ή ακόμα χώρα. Σχεδιάζω πώς θα είναι χτισμένο ή πώς θα ξαναχτιστεί κάτι, ειδικά σήμερα που έχουμε τόσες μεγάλες αλλαγές. 

Χωρίς να θέλω να ακουστώ προσβλητικός, πώς ένας άνθρωπος που διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του μπορεί να αφουγκραστεί την κοινωνία και τις αλλαγές που γίνονται; Πολύ σωστή ερώτηση! Έχω ένα χαρακτηριστικό. Όταν πριν χρόνια βγήκε το Sony Playstation 3 το αγόρασα. Όχι επειδή ένιωσα την ανάγκη αλλά γιατί ήθελα να καταλάβω τι ακριβώς είναι αυτό το πράγμα που γίνεται τόσος ντόρος, άσχετα αν βαρέθηκα ύστερα από 3-4 εβδομάδες και το έδωσα σε ένα παιδάκι. Γεννήθηκα στη Νότιο Αφρική και εκεί ήταν η πρώτη μου δουλειά. Μετά πήγα στο Χονγκ Κονγκ, μετά Ελλάδα, μετά Μεξικό, μετά Νέα Υόρκη. Έμαθα λοιπόν νωρίς ότι δεν μπορείς να νομίζεις ότι ξέρεις τα πάντα. 

Μεγάλο μάθημα αυτό. Τεράστιο. Την πρώτη φορά που το κατάλαβα ήταν στο Χονγκ Κονγκ. Πήγα πιτσιρικάς, πολύ καλός στη διαφήμιση. Είπα, οκ, το ξέρω το θέμα. Εκεί όμως κατάλαβα ότι δεν ξέρω τίποτα. Όλα αλλάζουν τόσο πολύ και πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοικτά για να καταλαβαίνεις. Ακόμα και η εμπειρία που κουβαλάς, κάποιες φορές είναι αρνητική γιατί λες ότι «το έχω ξαναδεί αυτό, μοιάζει με κάτι που είδα ξανά αλλά δεν είναι το όμοιο». 

Αυτό ονειρευόσασταν να κάνετε στη ζωή σας; Να είστε στο χώρο της διαφήμισης; Η πρώτη μου επιθυμία ήταν να είμαι αρχιτέκτονας. Η μητέρα μου ήταν φοβερή μαγείρισσα και είχε πολλά μηχανήματα στην κουζίνα της. Θυμάμαι λοιπόν να κάθομαι στην κουζίνα να ξηλώνω τα μίξερ της και να τα ξαναφτιάχνω. Πάντα είχα την περιέργεια να πάρω ένα δεδομένο μπροστά μου, να το σπάσω σε κομματάκια και να το ξαναφτιάξω. Αυτό κάνω ουσιαστικά και σήμερα. Πρέπει να καταλάβω τι έχω μπροστά μου, να το κάνω κομματάκια και να το ξαναστήσω διαφορετικά. 

Πότε καταλάβατε ότι έχετε ταλέντο σε αυτό; Σπούδασα οικονομολόγος επειδή ο πατέρας μου ήλπιζε πως θα τον διαδεχόμουν στην εταιρεία του. Κατάλαβα όμως ότι αυτό που μου άρεσε ήταν η διαφήμιση, το branding, πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι. 

Και ο πατέρας σας; Πώς το πήρε; Του είπα ότι «θέλω να είμαι ένα big deal at Maddison Avenue». Ούτε που το είχε ξανακούσει! Του εξήγησα, με κοίταξε, χαμογέλασε και μου είπε απλά «δείξ’ τους ποιοι είμαστε». Και με άφησε να φύγω…

Πολύ σημαντικό να ελευθερώνεσαι απ’ τις προσδοκίες των άλλων. Ναι. Είχα έναν πατέρα φοβερό, ήταν τρομερός άνθρωπος. 

Και απ’ τα παιδικά σας χρόνια τι θυμάστε πιο έντονα; Μεγάλωσα στη Νότια Αφρική που ήταν γεμάτη αντιθέσεις. Ήταν ένα μαύρο-άσπρο, σε μια χώρα που δύσκολα μπορούσαν να προφέρουν το όνομά μου. Έχω όμως φανταστικές αναμνήσεις απ’ όλα. Θυμάμαι χαρά, πολλή χαρά. 

Ζουν οι γονείς σας; Δυστυχώς όχι. Έχασα τη μητέρα μου πριν μερικούς μήνες και τον πατέρα μου πολύ πιο πριν. Θυμάμαι όμως χαρά, ελευθερία και δυο γονείς που μας επέτρεπαν να ρωτάμε, ήθελαν διάλογο. Θυμάμαι επίσης τη γιαγιά μου, μια δυναμική Ελληνίδα, που κάθε Κυριακή στο οικογενειακό τραπέζι με έκανε να νιώθω Έλληνας. 

Η μαμά σας μαγείρευε είπατε πριν. Λάτρευα το παστίτσιο της. Αλλά και τα γλυκά της ήταν όνειρο. Μαγείρευε κάθε μέρα, ήθελε όταν επιστρέφαμε απ’ το σχολείο να έχουμε στο τραπέζι φαγητά που έφτιαξε η ίδια.

Σας λείπουν οι γονείς σας; Ναι πολύ. Πιο πολύ όμως μου λείπει ο αδελφός μου, τον έχασα πριν μερικά χρόνια. Ήταν 4 χρόνια νεότερος και παρόλο που μικρός δεν τον ήθελα -ήταν ο ενοχλητικός μικρός αδελφός- μεγαλώνοντας κατάλαβα πόσο υπέροχος άνθρωπος είναι. Ήταν φωτογράφος… Και μου λείπει ιδιαίτερα.

Αλήθεια, πρώτα ονειρευτήκατε τη ζωή σας και μετά τη ζήσατε; Ήμουν πολύ τυχερός άνθρωπος. Ο πατέρας μου με άφησε ελεύθερο να κάνω ό,τι θέλω, είχα μια καριέρα που με πήρε σε τόσες ηπείρους και χώρες. Είχα την ανάγκη να είμαι alert, δεν με φόβιζε κάτι. 

Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους ανθρώπους να διακρίνονται σε αυτό με το οποίο ασχολούνται; Εσάς τις σας ξεχώρισε νομίζετε; Το πιο σημαντικό είναι να έχεις πάθος γι’ αυτό που κάνεις. Κάθε φορά που ετοιμάζομαι για μια παρουσίαση, όπως κάνω τώρα για το gala dinner στο Annabelle, μαθαίνω πράγματα. Ψάχνω το καινούριο. Μάλλον αυτή είναι και η απάντηση στο πώς μπορεί κάποιος στην ηλικία μου να ασχολείται με αυτό. Γιατί το ψάχνω, γιατί γουστάρω. Δεν μπορώ να φανταστώ να δουλεύω σε κάτι που δεν μου αρέσει. Κάποιος που θα παίξει jazz, δεν θα του αρέσει η μουσική; Δεν γίνεται αυτό… 

Η επιτυχία είναι μια άσκηση στην αποτυχία; Αν θες την επιτυχία πρέπει να μάθεις να δέχεσαι την αποτυχία. Κάποιος είπε «όσο πιο πολύ αποτυγχάνεις, τόσο πιο πολύ καταλαβαίνεις τι είναι σωστό». Πρέπει να κάνεις άπειρες προσπάθειες. 

Ποια υπήρξε η πρώτη συνάντησή σας με την αποτυχία; Είχα αποτυχίες αλλά τίποτα που να αξίζει να αναφέρω. Θυμάμαι όμως πολλές στιγμές να νιώθω φόβο. Τεράστιο φόβο.

Για ποιο πράγμα; Επαγγελματικά και προσωπικά. Ήμουν σε κίνδυνο και έπρεπε να βρω τρόπο να γλιτώσω. 

Θέλετε να μου πείτε κάποιο περιστατικό; Για παράδειγμα όταν ήμουν στο Μεξικό με απήγαγαν. Είχα ένα ωραίο αυτοκίνητο και ήμουν τόσο μαλάκας ώστε να αφήσω τον οδηγό μου να πάει σπίτι του για να οδηγήσω μόνος μου μεσάνυχτα. Βρήκαν την ευκαιρία και μου επιτέθηκαν. Σε τέτοιες περιπτώσεις μαθαίνεις να ξεπερνάς τον εαυτό σου. 

Πώς γλιτώσατε; Ήμουν στο αμάξι, οδηγούσα για το σπίτι και με έπιασε κόκκινο στα φανάρια. Το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις όταν είσαι Μεξικό είναι ότι βράδυ δεν σταματάς σε φανάρι γιατί σε κλέβουν. Προσπέρασα λοιπόν και με σταμάτησαν δυο αστυνομικοί. Με πλησίασε ο ένας, ζήτησε το δίπλωμά μου και του το έδωσα μαζί με 100 δολάρια. Μου το δίνει πίσω χωρίς τα χρήματα, ανοίγει την πόρτα, κάθεται δίπλα μου και μου λέει πως «τώρα θα κάνεις ό,τι λέω εγώ». Με είχαν 3 ώρες και με ρώταγαν ποιος είμαι, πού δουλεύω, ποιους ξέρω. Κάποια στιγμή τους είπα ότι θα πάω να τους πάρω ρολόγια από ένα 24ωρο μαγαζί δίπλα απ’ την εταιρεία που δούλευα, ξέροντας ότι εκεί είχαμε φρουρούς. Είχα πάρει απόφαση ότι θα οδηγούσα το αυτοκίνητο μέσα στο κτήριο και ό,τι συμβεί. Πέρασα μπροστά απ’ το ξενοδοχείο Four Seasons και πήρα μια άλλη απόφαση, άνοιξα την πόρτα και γλίστρησα μέσα στο ξενοδοχείο που είχε ασφάλεια. Πήγα σπίτι τρέμοντας και για 4 μήνες είχα ασφάλεια στο σπίτι. Μετά έφυγα για Νέα Υόρκη. 

Κέιπ Τάουν, Χονγκ Κονγκ, Αθήνα, Μέξικο Σίτι, Νέα Υόρκη και πάλι Αθήνα. Πού ζήσατε πιο συναρπαστικά;  Στη Νέα Υόρκη. Η πιο ωραία χώρα όμως είναι η Ελλάδα, η πιο χάλια το Χονγκ Κονγκ. 

Και πού υπήρχε μεγαλύτερος ανταγωνισμός; Στη Νέα Υόρκη βέβαια. Θέλει στομάχι να ζεις εκεί. Εκεί γνώρισα τους πιο έξυπνους και τους πιο χαζούς που έχω δει στη ζωή μου. Οι έξυπνοι εκεί είναι έξυπνοι. Και σκληροί γιατί το παιχνίδι είναι μεγάλο. Εκεί ήμουν υπεύθυνος στην Coca Cola για 1,8 δις budget το χρόνο. Είναι ωραία πολύ να ζεις για μερικά χρόνια. 

Ξεπερνώντας λοιπόν ένα όριο τι γίνεται; Πρέπει να αναζητήσουμε, να φανταστούμε ή να επινοήσουμε ένα καινούριο εμπόδιο; ή τα εμπόδια έτσι και αλλιώς πάντα υπάρχουν; Όχι αναγκαστικά. Το ότι δούλεψα για παράδειγμα με την Apple, ήταν μια συγκυρία. Ήμουν σε μια σπουδαία εταιρεία και το παράρτημά μας στο Λος Άντζελες ζήτησε εμένα. Δεν ψάχνεις μετά για έναν άλλο Steve Jobs. Αν έρθει καλώς αλλά μην το ψάχνεις. Πρέπει να είσαι στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή και βέβαια να έχεις ικανότητες.

Ποιους συναρπαστικούς ανθρώπους συναντήσατε; Ο Jobs σίγουρα ήταν ένας απ’ αυτούς, ο Βασίλης Tragos ήταν ιδιοκτήτης σε μια απ’ τις μεγαλύτερες διαφημιστικές της Νέας Υόρκης, της TBWA. O Sergio Zyman που ήταν Chief Marketing Officer της Coca Cola. Μεξικάνος, πανέξυπνος αλλά πολύ μαλάκας. Κοντά του έμαθα πολλά. 

Για ποιο απ’ όσα καταφέρατε είστε περισσότερο περήφανος; Έκανα το relaunch της Apple, ήμουν υπεύθυνος διεθνώς για τις καμπάνιες της Coca Cola, ήμουν πρόεδρος του Make a Wish International. Αισθάνομαι καλά γιατί μπόρεσα να επηρεάσω αρκετούς νέους στην Ελλάδα μέσα στην κρίση. Παίρνω μηνύματα από πιτσιρικάδες που προσπαθούν να κάνουν πράγματα. Το γεγονός ότι μπορεί να τους έδωσα φόρα, δύναμη ή την αισιοδοξία για να κάνουν πράγματα αυτό για μένα είναι σπουδαίο. Για εκείνο όμως που νιώθω περισσότερο περήφανος, μπορεί να σου φανεί περίεργο αυτό, είναι το ότι κατάφερα να ζω στην Αθήνα και να δουλεύω σε όλο τον κόσμο. Ξέρω ότι είναι πολύ πιο λογικό, με τη δουλειά που κάνω να ζω στο Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη. Επέλεξα όμως την Ελλάδα. 

Γιατί αυτό; Γιατί έχω αυτό (δείχνει τη θάλασσα). 

Πόσα χρόνια ζείτε στην Ελλάδα; Είκοσι αλλά μου φαίνονται δυο! Πάντα το όνειρό μου ήταν να ζω Νέα Υόρκη. Έφτασα εκεί, ήμουν 40 χρονών και αναρωτήθηκα αν αυτό είναι. Το μυαλό μου πήγε στη Μεσόγειο, στη θάλασσα. Αυτό θεώρησα και θεωρώ ότι είναι πιο σημαντικό. 

Μου φαίνεται παράξενο γιατί δεν είχατε ζήσει ποτέ πριν στην Ελλάδα. Οι γονείς μου είναι Έλληνες δεύτερης γενιάς, ούτε αυτοί είχαν ζήσει εκεί. Πρώτη φορά που πήγα Ελλάδα ήταν το ’82 νομίζω. Τότε δούλευα στο Χονγκ Κονγκ και με ρώτησαν απ’ την εταιρεία μου, ένας Αμερικάνος, εάν μιλώ ελληνικά. Απάντησα πως τα μιλώ τέλεια αν και δεν ήξερα λέξη! Μου έκαναν λοιπόν πρόταση να πάω στην Αθήνα ως CEO της εταιρείας. Έζησα εκεί για 6 χρόνια και αυτό ξύπνησε πράγματα μέσα μου. Ακόμα και όταν ήμουν Νέα Υόρκη σκεφτόμουν την Αθήνα, ήθελα να επιστρέψω. 

Είπατε σε μια συνέντευξή σας πως ένα απ’ τα λάθη που έγιναν σε ό,τι αφορά την Ελλάδα είναι ότι δεν υπήρξε μηχανισμός για να χειριστούμε επικοινωνιακά την κρίση. Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο όταν καταρρέει η χώρα; Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει απ’ την κυβέρνηση καθαρό όραμα. Αυτό είναι που δίνει το περίγραμμα ακόμα και το πώς αισθάνεσαι… Ήμουν Νότιο Αφρική, σε μια χώρα που πέρασε πολύ άσχημα πράγματα. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο Μαντέλα και έδειχνε το φως με αποτέλεσμα η χώρα απ’ το Απαρτχάιντ να γίνει αυτό που είναι σήμερα. Αυτό ήθελε όραμα. 

Υπάρχει ελπίδα σήμερα για την Ελλάδα; Υπάρχει βέβαια. Αν πας στην Αθήνα σήμερα θα δεις ότι γεννιούνται καινούρια πράγματα κάθε μέρα. Νέες προτάσεις, εστιατόρια, μόδα, εταιρείες. Οι άνθρωποι μόνοι τους, οι πιτσιρικάδες φτιάχνουν την Αθήνα που θέλουν. Υπάρχουν εκατοντάδες start ups εταιρείες πια. Πριν χρόνια το μόνο που ήθελες ήταν να μπεις στο δημόσιο και να πάρεις μια θέση εκεί. Σήμερα, οι νέοι κάνουν πόλεμο για να κάνουν τη δική τους εταιρεία. 

Η χώρα όμως δεν βοηθά πολύ σε αυτό. Καθόλου. Γι’ αυτό αξίζει σε αυτούς τους πιτσιρικάδες ακόμα μεγαλύτερο μπράβο. Πολλές φορές έρχονται παιδιά και μου λένε ότι σκέφτονται να φύγουν απ’ τη χώρα. Η απάντησή μου είναι «μακάρι να μην ένιωθες αυτή την ανάγκη να φύγεις». Θυμάμαι πριν καιρό, έδωσα μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, μίλησα δυο ώρες και ήρθε μια κοπελιά να με βρει. Μου είπε ότι το πρωί εκείνης της μέρας είχε πάρει την απόφαση να φύγει και μετά που με άκουσε άλλαξε γνώμη. Είναι τεράστια ευθύνη. Γι’ αυτό λέω ότι η χώρα πρέπει να αλλάξει από κάτω, απ’ τον κόσμο. Ακόμα και η οργή είναι ένδειξη αλλαγής. Έχω ελπίδα ότι αυτό που συμβαίνει θα επηρεάσει όλη την κοινωνία. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. 

Αλήθεια κύριε μου, ο έρωτας τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σας; Ήμουν παντρεμένος δυο φορές και έχω φοβερές σχέσεις και με τις δυο γυναίκες μου. Τις αγαπάω και τις ερωτεύτηκα. Τώρα έχει πάει κάπου αλλού. Δυστυχώς η ζωή που είχα τα προηγούμενα χρόνια και οι μετακινήσεις μου από χώρα σε χώρα δυσκόλευε το να κρατήσω κάποια σχέση. Ούτε να αποκτήσω παιδιά. Αυτό είναι κάτι άλλο για το οποίο μετανιώνω. 

Γιατί δεν κάνατε τότε; Ένιωθα πως δεν ήμουν κατάλληλος.  Ότι η ζωή μου ήταν χάος και δεν θα ήταν σωστό. 

Ίσως δεν το θέλατε αρκετά; Το ήθελα αλλά ήθελα και τη ζωή μου… Μάλλον ναι, δεν το ήθελα πολύ. Βλακεία γιατί δεν ισχύει αυτό που νόμιζα. Μπορείς να κάνεις και το ένα και το άλλο. Τότε πίστευα ότι ή το ένα θα έκανα ή το άλλο. Μεγάλη βλακεία μου…

*H συνάντηση με τον Peter Economides έγινε με αφορμή το φιλανθρωπικό δείπνο-διάλεξη «The Power of Branding»που διοργάνωσε το ξενοδοχείο Annabelle σε συνεργασία με το Round Table 7 Πάφου και την Τράπεζα Κύπρου.