Ένας άκαμπτος πατέρας, αστυνομικός των ΜΑΤ και η επαναστατημένη κόρη του έρχονται αντιμέτωποι στην νέα ταινία του Χρίστου Γεωργίου, η οποία έχει πολύ σκληρό περίβλημα, αλλά πολύ τρυφερό πυρήνα. Έχοντας βγει στις ελλαδικές αίθουσες τον Μάιο, το «Happy Birthday», που πρωτοπαρουσιάστηκε τον Απρίλιο στο Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες, προβάλλεται σε Λευκωσία και Λεμεσό.
Ο Κύπριος σκηνοθέτης βλέπει την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του ως μια ιστορία ενηλικίωσης, παράλληλα μ’ ένα σχόλιο για τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Στην ιστορία, οι δύο κύριοι χαρακτήρες συναντιούνται στο επίκεντρο των ταραχών, όμως οι ίδιοι δεν εκφράζουν κάποια πολιτική θέση η σκέψη. Τους απασχολεί η προσωπική, οικογενειακή σχέση και πως θα μπορέσουν να τη διασώσουν. Ο σκηνοθέτης μιλά για τους ήρωές τους σαν να είναι πρόσωπα που έχει πραγματικά γνωρίσει: «Νιώθω μια συμπάθεια για τη Μαργαρίτα και τον Γιώργο και στενοχωριέμαι όταν βλέπω τις αποτυχημένες προσπάθειές τους να επικοινωνήσουν ο ένας με τον άλλο. Νοιάζομαι γι’ αυτούς, αλλά δεν δικαιώνω όλες τις πράξεις τους και δεν θεωρώ ότι είναι παραδείγματα προς μίμηση. Βρίσκω, όμως, τις αδυναμίες τους και την προσπάθειά τους να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους πολύ ανθρώπινα κι εύχομαι κι ελπίζω να τα καταφέρουν».
Ο ίδιος όμως το μέρος ποιου από τους δύο θα έπαιρνε αν τους συναντούσε; «Ως πατέρας μπορώ να καταλάβω και να συμμεριστώ την επιθυμία του Γιώργου, του πατέρα που θέλει να προστατεύσει την κόρη του και που συνέχεια προσπαθεί να κερδίσει τη συμπάθειά της. Όμως, ως κάποιος που έχει εισπράξει σε διαδηλώσεις τη βία τον ΜΑΤατζήδων, συχνά υπερβολική και προκλητική και συχνά με σκοπό όχι να περιορίσουν τη βία αλλά να σκορπίσουν μια διαδήλωση μέσω βίας, δεν συμμερίζομαι τις επιλογές και τις δράσεις του Γιώργου του ΜΑΤατζή». Ο διχασμός αυτός είναι και το πρόβλημα της κόρης του της Μαργαρίτας, η οποία δεν μπορεί να καταλάβει πως ο ίδιος άνθρωπος που αποκαλεί πατέρα, είναι ένας απ’ αυτούς που ‘δέρνουν κόσμο στους δρόμους’. «Αυτό θα έπρεπε να με φέρνει πιο κοντά στην Μαργαρίτα, αλλά παρόλο που καταλαβαίνω τον προβληματισμό της δεν συμφωνώ με τον τρόπο που τον εκφράζει, αυτή την επίμονη και χωρίς ανάσα αντιπαράθεση και πρόκληση προς τον πατέρα της. Η στάση της όμως, να κρύβει από τους συνομήλικούς της τι ακριβώς επαγγέλεται ο πατέρας της για να μην την ταυτίσουν μαζί του, είναι απόλυτα κατανοητή».
Κατά την προεργασία, ο Χρίστος Γεωργίου γνώρισε άτομα που έχουν υπηρετήσει στα ΜΑΤ και όπως τονίζει «δεν είναι ούτε δαίμονες, ούτε μπαμπούλες. Αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι σημαντικό κομμάτι του ρόλου του ΜΑΤατζή είναι η καταστολή με βία, συχνά απέναντι σε άοπλους πολίτες, των οποίων το μόνο έγκλημα είναι ότι θέλουν να διαδηλώσουν εναντίον της όποιας αδικίας. Αν είσαι μέλος των ΜΑΤ και πάρεις εντολή για έφοδο, πρέπει να σηκώσεις το κλομπ και να το κάνεις. Αυτό δεν θα μπορούσα να το κάνω. Ποτέ δεν θα ήθελα να είμαι υποχρεωμένος να εκτελέσω μια τέτοια εντολή».
Κατά την άποψή του, η βία φέρνει βία, αλλά είμαστε όλοι υπεύθυνοι των πράξεων μας. Κι επίσης δεν πιστεύει πως όλοι όσοι βγαίνουν στο δρόμο είναι απαραίτητα επαναστάτες, ή άτομα πολιτικοποιημένα. Εντούτοις, πιστεύει ότι δεν μπορεί να υπάρξει επαναστάτης χωρίς αιτία, αλλά επαναστάτης χωρίς σκοπό (cause). «Αιτίες για να γίνει κάποιος επαναστάτης στην Ελλάδα σήμερα υπάρχουν πολλές: η διαφθορά, η αδικία, η ανισότητα, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η αναξιοκρατία. Το δύσκολο πια είναι να πιστέψεις σε ένα σκοπό».
Θεωρεί τον εαυτό του τυχερό που μπορεί να εξασκεί αυτό το επάγγελμα. «Η δημιουργία μιας αφήγησης μέσα από την κινούμενη εικόνα είναι μια μαγική διαδικασία. Από την ιδέα, στο σενάριο, στο γύρισμα, στο μοντάζ και τελικά στην αίθουσα, είναι ένα ταξίδι που δεν νομίζω να χορτάσω ποτέ» λέει χαρακτηριστικά και προσθέτει ότι χαίρεται εξακολουθεί να διατηρεί σ’ αυτή τη σχέση με τον κινηματογράφο και τη θέση του θεατή, όντας θαυμαστής πολλών παλαιότερων και σύγχρονων σκηνοθετών.
Πεποίθησή του είναι επίσης ότι κάθε ταινία στοχεύει σε συγκεκριμένο κοινό. «Ο στόχος μιας ταινίας πρέπει να είναι μια γεμάτη αίθουσα. Αλλά δεν πιστεύω ότι όλες οι ταινίες πρέπει να στοχεύουν στη μαζική προσέλευση. Κάθε ταινία, όπως κάθε βιβλίο, κάθε τραγούδι και κάθε πίνακας, έχουν το δικό τους κοινό κι ακόμα και οι ταινίες με δύσκολες θεματολογίες μπορούν να βρουν το κοινό τους αρκεί να γίνει η σωστή προώθηση».
Ο Χρίστος Γεωργίου σκέφτεται ήδη το επόμενο πρότζεκτ που θα είναι μια κομεντί, της οποίας το σενάριο έχει αρχίσει να επεξεργάζεται και το μόνο αποκαλύπτει στο στάδιο αυτό είναι ότι θα μπορούσε και να γυριστεί εξολοκλήρου στην Κύπρο. Ωστόσο, δεν θα μπορούσε να μην τον προβληματίζει η αστάθεια που υπάρχει εδώ και αρκετά χρόνια στον κινηματογραφικό χώρο. «Μια συνάδελφος πρόσφατα μού είπε ότι κάθε μέρα αυτοσχεδιάζει από την αρχή. Είναι αλήθεια. Είμαστε συνέχεια αντιμέτωποι με καινούργιες φάσεις και προκλήσεις, εξ ανάγκης είμαστε πιο ευέλικτοι και εργαζόμαστε σε πολλές δουλειές ταυτόχρονα. Στην ουσία, όμως, αυτό που κάνουμε παραμένει το ίδιο: λέμε ιστορίες».
Εκτιμά ότι τα δύο μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο ελληνικός κινηματογράφος είναι η αποτυχία του να κερδίσει ξανά το ελληνικό κοινό και η έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδίου υποστήριξης από πλευράς πολιτείας. Παράλληλα, διακρίνει πολλά θετικά βήματα τα τελευταία χρόνια στον κυπριακό κινηματογράφο, που επέφεραν και μια αύξηση της παραγωγής, ωστόσο εκτιμά ότι μπορούν να γίνουν πολλά ακόμα σε ό,τι αφορά την παιδεία, την παραγωγή και τη διανομή.
* Η ταινία του Χρίστου Γεωργίου «Happy Birthday» προβάλλεται στον κινηματογράφο Πάνθεον, στη Λευκωσία, από τις 8 μέχρι και τις 20 Ιουνίου (8.30μ.μ.) και στον κινηματογράφο ΡΙΟ στη Λεμεσό από τις 7 μέχρι τις 13 Ιουνίου.