«Πού ήσουν;» Ρωτούσε πάντα τον Γιαννάκη, όταν η μορφή του ερχόταν στα όνειρά της. Απάντηση, φυσικά, δεν υπήρξε ποτέ – ώσπου το 2014 βρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν τα λείψανά του σε έναν ομαδικό τάφο στον Πενταδάχτυλο, στην Κλεπίνη. Το δραματικό τέλος της αναζήτησής της αντικατοπτρίζεται στον τίτλο της έκθεσης, «Where have you been», που παρουσιάζεται στη Χάγη.
Οι δεκάδες φωτογραφίες που συνθέτουν το βίντεό της με τίτλο «111 kilometres», είναι σαν ορόσημα της διαδρομής που κάνει από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου μέχρι το σπίτι της στην Αγία Τριάδα. Προς το τέλος της διαδρομής, οι φωτογραφίες στο βίντεο τρέχουν με επιταχυνόμενο ρυθμό, ενώ καθώς πλησιάζει στο σπίτι της, επιβραδύνονται. «Στο βίντεο -οι εικόνες και η μουσική- δείχνουν χωρίς λόγια αυτό ακριβώς που νιώθω: την ανασφάλεια κάθε φορά που πάω σπίτι μου, την αγωνία να προλάβω όλα αυτά που δεν έχουν ακόμα χαθεί. Κάθε φορά που περνώ το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου, η καρδιά μου χτυπά δυνατά», μου είχε πει σε μια συνάντησή μας τον Ιούλιο του 2016, με αφορμή την έκθεσή της με τίτλο «Σπίτι και Ταυτότητα» στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών. Σ’ αυτή τη συνάντηση μου μίλησε και για τον αγνοούμενο αδελφό της, τον Γιαννάκη Λιασή, τα οστά του οποίου βρέθηκαν το 2014 σε ομαδικό τάφο στην Κλεπίνη. Είχε αρχίσει ήδη να δουλεύει για τη νέα της έκθεση, με θέμα τον αδελφό της. Μου είχε πει πως, όταν έγινε η κηδεία του, ήταν σαν να ξανάρχισε το δράμα της οικογένειάς της. «Δεν ένιωσα πως, με το που βρέθηκαν τα οστά, το δράμα μας τέλειωσε, όπως λένε κάποιοι. Άρχισα μια έρευνα ανατρέχοντας σε παλιά ημερολόγια και γράμματά του, ήρθα σε επαφή με συμπολεμιστές του… Αυτά με φέρνουν πιο κοντά σ’ αυτόν. Θέλω να μάθω τι έγινε. Υπάρχουν μαρτυρίες για τις τελευταίες του ώρες, αλλά για την τελευταία του στιγμή δεν θα μάθουμε ποτέ. Προσπαθώ να συνθέσω ένα παζλ».
Το παζλ για το οποίο μου μιλούσε τότε η Τούλα, αποτελεί την έκθεσή της με τίτλο «Where Have You Been?», που παρουσιάζεται αυτές της μέρες στη Χάγη όπου ζει μόνιμα. Είναι μια από τις σπάνιες εκείνες εκθέσεις στην οποία φωτίζεται το θέμα των αγνοουμένων, μέσα από προσωπικά βιώματα αλλά και την οπτική της ως καλλιτέχνις. Αυτή και ήταν η αφορμή να μιλήσουμε ξανά.
Μεγάλωσες στην Αγία Τριάδα. Πόσο δύσκολα ήταν εκείνα τα χρόνια; Μέχρι τα 17 μου είχα μια πολύ όμορφη, ευτυχισμένη και ανέμελη ζωή, ώσπου ξαφνικά, μετά από ένα πρωινό του καλοκαιριού, ο αδελφός μου κατατάσσεται στο πιο κοντινό στρατόπεδο, ο πατέρας μου βρίσκεται αιχμάλωτος, η γιαγιά μου πεθαίνει στον προσφυγικό καταυλισμό, οι συγγενείς μας κοιμούνται στα αντίσκηνα, το μαγαζί μας λεηλατείται και εμείς στο χωριό δεν έχουμε επαφή με κανέναν εκτός από τον κατοχικό στρατό.
Πόσο σε έχουν καθορίσει ως άνθρωπο εκείνες οι εμπειρίες; Θυμάμαι όλα τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνο τον χρόνο πάρα πολύ καλά. Οι εμπειρίες μου ήταν τόσο δυνατές που δεν χάθηκαν ποτέ από τη μνήμη μου. Μάλλον, δεν θέλησα ποτέ να τις ξεχάσω, όσο οδυνηρές και να ήταν, γιατί είναι αυτές οι εμπειρίες που με έχουν διαμορφώσει.
Πόσο καιρό έζησες ως εγκλωβισμένη στην Αγία Τριάδα; Έμεινα εγκλωβισμένη για ένα χρόνο. Τους πρώτους μήνες σε κατ’ οίκον περιορισμό, με τακτικές έρευνες από Τούρκους στρατιώτες και τα σχολεία κλειστά. Από τον Απρίλιο λειτούργησαν, με περιορισμένη όμως διδασκαλία μαθημάτων λόγω έλλειψης καθηγητών και πάντα με την παρουσία στρατιωτικών στην αίθουσα. Τέλος Αυγούστου 1975, καταφέραμε ως τελειόφοιτοι να φύγουμε για τις ελεύθερες περιοχές. Το Σεπτέμβριο, μετά από ειδικές εξετάσεις στο Β΄ Γυμνάσιο Ακροπόλεως, πήραμε τα διπλώματά μας.
Ποιες εικόνες κρατάς έντονα στη σκέψη σου από εκείνη την περίοδο; Η έλλειψη ελευθερίας, η απαγόρευση κυκλοφορίας, οι έρευνες, οι συλλήψεις, οι κατασχέσεις αντικειμένων, η ελάχιστη επικοινωνία με τους πρόσφυγες συγγενείς μας, (μόνο μέσω ραδιοφώνου και με μηνύματα 25 λέξεων μέσω του Ερυθρού Σταυρού ήταν δυνατή), ήταν μερικά από τα πάρα πολλά που συνέβησαν. Η άγνοια όμως για τον αδελφό μου ήταν το πιο επώδυνο και εξοντωτικό γεγονός, αφού κράτησε για τέσσερις δεκαετίες. Διάβαζα βιβλία από τη βιβλιοθήκη του σχολείου, ζωγράφιζα, έγραφα… Κράτησα και ημερολόγιο, το οποίο έχω εμπιστευτεί τελευταία στον συγγραφέα Λεύκιο Ζαφειρίου, για να το χρησιμοποιήσει στην ιστορική έρευνα που κάνει.
Ήθελες πάντα να γίνεις καλλιτέχνις; Από μικρή ασχολούμουν με το σχέδιο. Στο γυμνάσιο σχεδίαζα κρυφά τους καθηγητές μου στην τάξη και τους μουσικούς, οι οποίοι έμειναν καδρωμένοι στην αίθουσα μουσικής, όπως ο Μπετόβεν, ο Λιστ, ο Μότζαρτ. Πολύ θα ’θελα να είχα αυτά τα σχέδια. Η πρώτη μου ενδιαφέρουσα επαφή με την τέχνη ξεκίνησε με τις καθηγήτριές μου Ρέα Μπέιλι και Μαρία Τούρου. Υπήρξαν και οι δύο για μένα σπουδαίες πηγές έμπνευσης.
Και από την Αγία Τριάδα πώς έφτασες στην Ολλανδία; Στην Ολλανδία ήρθα εντελώς συπτωματικά για να συνεχίσω τις σπουδές μου στη ζωγραφική. Στην Αθήνα όπου σπούδαζα τότε, γνώρισα μια Ολλανδέζα, και μέσω αυτής βρέθηκα ξαφνικά σε μια ξένη χώρα, με άγνωστη γλώσσα και μακριά από κάθε ελληνικό στοιχείο. Πρέπει να πω όμως ότι πάντα το όνειρό μου ήταν να σπουδάσω στο εξωτερικό – δεν θεωρούσα την Ελλάδα «εξωτερικό». Στη Βασιλική Ακαδημία της Χάγης με δέχθηκαν από το 2ο έτος, και έτσι άρχισα το 1980 μια καινούργια ζωή με νέους φίλους. Ημουνα βέβαια και πολύ τυχερή γιατί, και πάλι συπτωματικά, είχα γνωρίσει μέλη του Ροταριανού ομίλου, οι οποίοι με βοήθησαν οικονομικά μέχρι και την ολοκλήρωση των σπουδών μου. Θα τους είμαι για πάντα ευγνώμων.
Στις πρώτες ενότητες της δουλειάς σου ήσουν έντονα επηρεασμένη από το ολλανδικό τοπίο. Έπειτα έκανες μια στροφή σε θέματα που αφορούσαν τους εγκλωβισμένους. Τι σε ώθησε να αλλάξεις πορεία;
Ζώντας και δουλεύοντας ως καλλιτέχνις στην Ολλανδία, το έργο μου επηρεάστηκε τις πρώτες δεκαετίες από το χαρακτηριστικό τοπίο, τον ουρανό με τις πλούσιες και συνεχώς εναλλασσόμενες φόρμες και χρώματά του, που με συγκινούσε τόσο ώστε γινόταν αφορμή για δημιουργία. Ωστόσο, μετά από είκοσι χρόνια, σταμάτησε πια να με απασχολεί ο ωραίος ουρανός της Ολλανδίας. O λόγος ήταν το ότι μου επετράπη τελικά να επιστρέψω, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, στο σπίτι μου.

Η τέχνη ήταν ένα δυνατό μέσο για να αντιδράσεις σε όσα βίωνες; Σοκαρισμένη από τη ζωή στα κατεχόμενα, από καταστάσεις που ήταν αδιανόητες σε κάθε πολιτισμένη χώρα όπως η Ολλανδία, αισθάνθηκα την ανάγκη να αντιδράσω. Ως καλλιτέχνις που πιστεύει στη δύναμη της τέχνης, θέλησα να χρησιμοποιήσω την επαγγελματική μου καλλιτεχνική πλατφόρμα όχι μόνο για να εκφραστώ, αλλά και για να επιστήσω την προσοχή στην ξεχασμένη κατάσταση των εγκλωβισμένων. Μια κατάσταση που όχι μόνο με αφορά προσωπικά, αλλά έχει επηρεάσει τη ζωή μου βαθύτατα. Ταυτόχρονα, η ζωή των εγκλωβισμένων αποτέλεσε επίσης σημαντική έμπνευση για την τέχνη μου.
Πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων πώς επικοινωνούσες με τους γονείς σου; Για μια περίοδο 20 χρόνων τους έβλεπα στις ελεύθερες περιοχές, αλλά εγώ δεν μπορούσα να πάω στο χωριό μου. Αυτή η απαγόρευση μου δημιουργούσε ολοένα και μεγαλύτερη επιθυμία να επισκεφτώ το σπίτι μου.
Σήμερα έχεις την ευκαιρία να μένεις όσον καιρό θέλεις στην Αγία Τριάδα; Έχω το δικαίωμα να μείνω για τρεις μήνες, ως τουρίστας παρά ως κάτοικος. Κάθε φορά που περνώ το οδόφραγμα, νιώθω ξένη στην ίδια μου την πατρίδα.
Σ’ ένα εικαστικό σου πρότζεκτ διερευνάς την έννοια του σπιτιού και της ταυτότητας. Εσύ πού νιώθεις ότι είναι το πραγματικό σου σπίτι; Η έννοια του σπιτιού δεν καθορίζεται μόνο από ένα αρχιτεκτονικό οικοδόμημα ή μια γεωγραφική τοποθεσία. Συνδέεται με ανθρώπους, συναισθήματα, αναμνήσεις και εμπειρίες. Το «Σπίτι» για μένα είναι εκεί που μεγάλωσα, εκεί που διαμορφώθηκε η ταυτότητά μου, έστω κι αν έζησα εκεί μόνο 18 χρόνια.
Σκέφτεσαι κάποια στιγμή να ζήσεις μόνιμα στην Αγία Τριάδα; Το σκέφτομαι όλο και πιο συχνά τελευταία και ελπίζω να το κάνω σύντομα. Μερικούς μήνες στο χωριό και μερικούς στην Ολλανδία – εδώ είναι και τα παιδιά μου. Αυτός ο συνδυασμός θα ήταν το καλύτερο. Σε καμιά περίπτωση δεν θέλω να χάσω το σπίτι μου στην Αγία Τριάδα.
Στην ενότητα «Αχαιών Ακτή» αποτυπώνεις πορτρέτα εγκλωβισμένων. Τι σε συγκινεί σ’ αυτούς τους ανθρώπους; Με συγκινεί η εγκαρδιότητά τους, η φιλοξενία τους που είναι πολύ χαρακτηριστική της περιοχής μας. Θαυμάζω την υποδειγματική τους γενναιότητα να ζουν απομονωμένοι για τόσα χρόνια σ’ ένα περιβάλλον όπου η ελευθερία είναι περιορισμένη από πολλές απόψεις και οι αξίες της ζωής συχνά παραβιάζονται. Αυτοί παραμένουν πιστοί στις πεποιθήσεις τους και στην πατρίδα τους.
Η μητέρα σου πέθανε ένα χρόνο μετά την ανεύρεση των οστών του αδελφού σου και ο πατέρας σου ζει μόνος στην Αγία Τριάδα. Τι θαυμάζεις στους γονείς σου; Είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτούς. Έχουν προσφέρει και οι δύο πολλά για να παραμείνουν οι εγκλωβισμένοι στα σπίτια τους. Ιδιαίτερα ο πατέρας μου ο οποίος, με τις ξένες γλώσσες που ήξερε, τη διπλωματία, την αισιοδοξία και προπαντός το χιούμορ του, κατάφερε να κρατήσει την κοινότητα ζωντανή και προπαντός στον χώρο που ανήκει.
Όταν πέθανε η μητέρα σου, την ημέρα της κηδείας έγινε λάθος με μια Τουρκοκύπρια νεκρή. Πώς χειρίστηκες αυτή την κατάσταση; Η εμπειρία με τη μητέρα μου ήταν η πιο συγκλονιστική μέρα της ζωής μου. Ήταν μεγάλο το σοκ. Στους δώδεκα θαλάμους του νεκροτομείου βρίσκονταν τρεις άντρες και μία γυναίκα που δεν ήταν η μητέρα μου. Πώς μπορούσα να πω στον πατέρα μου ότι η μητέρα μου αγνοείτο, ενώ μας περίμενε στην εκκλησία με εκατοντάδες ανθρώπους για την κηδεία; Μετά από πολλές ώρες έρευνας ανακαλύψαμε το λάθος, μάλλον μια σειρά από λάθη, και τη μητέρα μου θαμμένη τρεις μέρες νωρίτερα σε μουσουλμανικό νεκροταφείο. Εκείνη την Κυριακή, επειδή είχαν εκλογές στα κατεχόμενα και οι Αρχές κατάλαβαν τι μεγάλο σκάνδαλο θα ακολουθούσε, ενήργησαν άμεσα: Η εκταφή έγινε την ίδια ημέρα και η κηδεία τη μεθεπομένη.
Η έκθεση που παρουσιάζεις αυτές τις μέρες στη Χάγη έχει θέμα τους αγνοούμενους και τον αδελφό σου Γιαννάκη. Γιατί έδωσες τον τίτλο «Where Have You Been?»; «Πού ήσουν;» ήταν η ερώτηση που έκανα πάντα στον αδελφό μου όταν ερχόταν στα όνειρά μου και που ποτέ, φυσικά, δεν έπαιρνα απάντηση.
Οι γονείς σου και εσύ πιστεύατε ότι ίσως να ζούσε κάπου; Στην αρχή είχαμε ελπίδες ότι θα ήταν αιχμάλωτος, ότι θα ήταν κρυμμένος στα βουνά, ότι θα είχε επιστρέψει στην Αθήνα, ότι θα βρισκόταν στις φυλακές στην Τουρκία… Κάναμε πολλά σενάρια μέχρι να πιστέψουμε ότι αγνοείται.
“Οι τελευταίες μαρτυρίες/ κραυγάζουν χωρίς ενδοιασμούς,/ μια φωτογραφία σε απόκομμα εφημερίδας/ και ένας συναρμολογημένος σκελετός/ ό,τι απέμειναν” είναι ο στίχος από ένα ποίημα που έγραψες για τον αδελφό σου. Ενημερωθήκατε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σκοτώθηκε; Μας παρουσίασαν τον συναρμολογημένο σκελετό του καθώς και τις ενδείξεις του θανάτου του, όχι όμως τα αίτια. Παρότι οι διαδικασίες της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ), είναι αναμφίβολα χρήσιμες γι’ αυτόν τον ανθρωπιστικό σκοπό, η επιτροπή δεν έχει εντολή να διαπιστώσει την αιτία θανάτου ή να αποδώσει ευθύνη για το θάνατο αγνοουμένου. Αυτά φυσικά που προϋπήρξαν, πριν φτάσουμε στον ομαδικό τάφο, μόνο οι συμπολεμιστές του τάγματος του αδελφού μου (του 361 ΤΠ), μπορούσαν να περιγράψουν.
Και έτσι άρχισες να προσπαθείς να μάθεις τι ακριβώς συνέβη… Έχω συνομιλήσει με πολλούς από τους συμπολεμιστές του, που όχι μόνο μου περιέγραψαν τις φριχτές σκηνές της μάχης στην περιοχή της Κλεπίνης -εκεί που βρέθηκε ο ομαδικός τάφος- αλλά και με συνόδευσαν να δω τις συγκεκριμένες περιοχές. Και εκεί πια ο χρόνος σταματά. Μένει σ’ αυτό το τελευταίο δευτερόλεπτο που οι αθώοι εικοσάχρονοι νέοι, άμαχοι, μόνοι, περικυκλωμένοι από εχθρικά πυρά, αφήνουν το τελευταίο τους βλέμμα στον Πενταδάχτυλο. Πώς να χαρεί κανείς την ομορφιά του Πενταδάχτυλου, όταν στάζει ακόμα αίμα;
Τι σε ώθησε να δημιουργήσεις αυτή την έκθεση; Κανονικά, αφού εντοπιστούν, ταυτοποιηθούν και ενταφιαστούν τα λείψανα των αγνοουμένων, οι συγγενείς τους μπορούν να κλείσουν μια μακρά περίοδο αγωνίας και αβεβαιότητας. Για μένα, μετά το τηλεφώνημα που έλαβα από τη ΔΕΑ ότι ο αδελφός μου βρέθηκε σε ένα μαζικό τάφο, η υπόθεση δεν έκλεισε, αλλά (ξανα)άρχισε. Ήθελα να μάθω τα πάντα. Ήθελα να έρθω όσο το δυνατόν πιο κοντά του. Μέχρι και την τελευταία του στιγμή. Αυτή η συντριπτική, συναισθηματική εμπειρία μού προκάλεσε την αναγκαιότητα να δημιουργήσω αυτό το εικαστικό πρότζεκτ, που ονομάζεται «Where Have You Been?».

Πόσο δύσκολο ήταν να αποδώσεις ένα τέτοιο θέμα μέσα από την τέχνη; Το πρότζεκτ έχει σκοπό να επιστήσει την προσοχή, όχι στην προσωπική μου ζωή, ούτε στις εμπειρίες μου με τον αδελφό μου, αλλά στο ατελείωτο, δυστυχώς, πρόβλημα των αγνοουμένων στην Κύπρο. Η ιστορία του αδελφού μου δεν είναι -ούτε μπορεί να είναι- προσωπική, αφού συνδέεται με την πρόσφατη ιστορία της Κύπρου. Συνδέεται επίσης με χιλιάδες άλλες ιστορίες αγνοουμένων, ως αποτέλεσμα πολέμου ή ένοπλων συγκρούσεων σε όλο τον κόσμο.
Η τέχνη μπορεί να αγγίξει περισσότερους ανθρώπους σ’ ένα τόσο ευαίσθητο θέμα; Το πρόβλημα των αγνοουμένων έχει συζητηθεί επανειλημμένα από πολιτικούς, διπλωμάτες, αξιωματούχους, κληρικούς, οικογένειες θυμάτων και πολλούς άλλους, αλλά σπάνια έχει αντιμετωπισθεί μέσα από την τέχνη. Παρά την προσωπική μου θλίψη και τις οδυνηρές εμπειρίες, θέλησα να ασχοληθώ με το θέμα μέσα από την τέχνη, αναλαμβάνοντας έτσι να ευαισθητοποίησω τον κόσμο, προσεγγίζοντας τα ιστορικά γεγονότα μέσα σε ένα καλλιτεχνικό πλαίσιο. Δημιουργώντας αυτό το πρότζεκτ, ελπίζω όχι μόνο να προβάλω αισθητικούς τρόπους για να βλέπουμε τραγικά γεγονότα και οδυνηρές καταστάσεις, αλλά και να δείξω πώς η τέχνη έχει τη δύναμη να ασχολείται με επώδυνα ανθρώπινα συναισθήματα και ταυτόχρονα να πραγματεύεται ζητήματα ιστορίας, μνήμης και πολιτικής.
Λειτούργησε και ως κάθαρση για σένα το πρότζεκτ αυτό; Δεν θα το έλεγα κάθαρση. Είναι μια αναγκαιότητα, ένα χρέος προς τον αδερφό μου και, ίσως έμμεσα, στη μητέρα μου η οποία, κάθε φορά που αποχωριζόμασταν, μου έλεγε «φρόντισε (να μάθεις) και για τον αδελφό σου!».
Γιατί επέλεξες να παρουσιάσεις την έκθεσή σου αρχικά στη Χάγη; Θέλησα να παρουσιάσω το πρότζεκτ πρώτα στην Χάγη, όχι μόνο επειδή είναι η πόλη στην οποία ζω, αλλά και γιατί θεωρείται διεθνώς Πόλη της Ειρήνης και Δικαιοσύνης. Είναι ίσως το καταλληλότερο μέρος για να δοθεί στο ανθρωπιστικό πρόβλημα της Κύπρου η προσοχή που του αξίζει. Εξάλλου, εδώ έχει εγκατασταθεί πρόσφατα και η Διεθνής Επιτροπή Αγνοουμένων.
Και πότε θα δούμε το πρότζεκτ αυτό στην Κύπρο; Σχεδιάζω μέσα στο 2019 στη Λευκωσία.
maria.panayiotou@phileleftheros.com