Τη σειρά συναυλιών με τίτλο «Χαιρετισμούς από τη Βιέννη» παρουσιάζει σε Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο η Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, προτείνοντας έργα του Σούμπερτ και του Μότσαρτ. 

Σολίστ θα είναι ο Ελβετός φλαουτίστας Φίλιπ Γιούντ και τη ΣΟΚ διευθύνει ο Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν.  

Παρουσιάζονται αποσπάσματα από τη  σκηνική μουσική «Ροζαμούνδη, η Πριγκίπισσα της Κύπρου» του Φραντς Σούμπερτ, το «Κοντσέρτο για φλάουτο αρ. 1 σε Σολ μείζονα» του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και η «Συμφωνία αρ. 2 σε Σι ύφεση μείζονα» και πάλι του Σούμπερτ. 

1823, κι ο Σούμπερτ γράφει τη μουσική για το θεατρικό έργο Ροζαμούνδη, η Πριγκίπισσα της Κύπρου, το οποίο σταμάτησε μετά από δύο μόνο παραστάσεις. Δεν ήταν μέχρι το 1868, όταν οι Γκρόουβ και Σάλιβαν ανακάλυψαν τις λησμονημένες παρτιτούρες του Σούμπερτ στη Βιέννη όπου ξανακούστηκε η μουσική με μεγάλη επιτυχία.

Στα 1767 ο Μότσαρτγράφει από το Μανχάιμ στον πατέρα του σχετικά με μια παραγγελία τριών κοντσέρτων και τεσσάρων κουαρτέτων για φλάουτο που του είχε ανατεθεί: «Δεν αποτελεί έκπληξη το ότι δεν μπόρεσα να τα τελειώσω, μια και γνωρίζεις πολύ καλά ότι καθίσταμαι ανίκανος όταν αναγκάζομαι να γράψω για ένα όργανο το οποίο δεν αντέχω». Τελικά, όχι μόνο τα τελείωσε αλλά δεν υπάρχει κανένα ίχνος σε αυτά ότι αντιπαθούσε το φλάουτο!

Στα 17 του μόλις χρόνια ο Σούμπερτ γράφει τη Δεύτερή τoυ Συμφωνία η οποία αποτελεί μια εντυπωσιακή προσπάθεια ενώ είναι αναμφίβολα μεγαλύτερη σε κλίμακα και ευρύτερη σε σύλληψη από την Πρώτη του Συμφωνία.

Λευκωσία: Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου, Θέατρο Παλλάς, 20:30, 22 410181
Λεμεσός: Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου, Θέατρο Ριάλτο, 20:30, 77777745
Πάφος: Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου, Μαρκίδειο Δημοτικό Θέατρο, 20:30, 26 222286

Τιμές εισιτηρίων: €12, €7 (18-26 ετών, συνταξιούχοι), €5 (κάτω των 18)
 
Ο Φίλιπ Γιούντ 

Τα πολυσχιδή προγράμματα του Ελβετού φλαουτίστα Φίλιπ Γιούντ προσφέρουν μια μοναδική εμπειρία στον ακροατή αφού περιλαμβάνουν πρεμιέρες αλλά και ειδικές διασκευές από το ρεπερτόριο του τραγουδιού και του βιολιού. Ο ζεστός του ήχος και η τεράστια, δυναμική του εκφραστικότητα γοητεύουν τους ακροατές ανα τον κόσμο. Την τελευταία δεκαετία, η καριέρα του τον ταξιδεύει σε Ασία, Ευρώπη και Αμερική. Πέραν της δραστηριότητάς του ως ερμηνευτής και εκπαιδευτής, ασχολείται επίσης με πάθος με τη διασκευή. Ανάμεσα σε άλλα, έχει διασκευάσει επιλεγμένα τραγούδια του Μπραμς για φλάουτο και πιάνο, τα οποία ηχογράφησε με τον Βρετανό πιανίστα Φρέντι Κεμπφ για τη Sony Classical Korea.
 
Ως σολίστ, συνεργάστηκε με τις Ορχήστρες Tonhalle και Camerata Ζυρίχης, τις Ορχήστρες Δωματίου Βέρνης, Βασιλείας και Ζυρίχης, την Camerata Μονάχου, τη Σλοβακική Sinfonietta, τις Ορχήστρες Δωματίου των Φεστιβάλ Μουσικής Schleswig-Holstein και Davos, τη Συμφωνική Ορχήστρα Κορέας και την Ορχήστρα Δωματίου Κορέας και τη Φιλαρμονική Gyonggi-Do της Σεούλ.
 
Έχει συμπράξει με σπουδαίους μαέστρους και παρουσιάζεται με επιτυχία σε διεθνή μουσικά φεστιβάλ.

Από το 2008, κατέχει τη θέση του καθηγητή φλάουτου στη Γερμανική Σχολή Μουσικής της Βαïμάρης, ένα τμήμα πανεπιστημιακού επιπέδου της Σχολής Μουσικής Λιστ της Βαïμάρης σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Kangnam της Κορέας. Από το 2017 είναι καθηγητής στο Κονσερβατόριο του Νοσατέλ της Ελβετίας.
 
Ο Φίλιπ Γιούντ είναι ο συνιδρυτής και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Μουσικής Gonijam. Το φλάουτό του είναι κατασκευής Albert Cooper.
 
Για τα έργα

Το θεατρικό έργο του 19ου αιώνα Ροζαμούνδη, η Πριγκίπισσα της Κύπρου, γραμμένο από την Χελμίνα φον Τσέζι, πρωτοπαρουσιάστηκε στο Theater an der Wien της Βιέννης στις 20 Δεκεμβρίου 1823. Το έργο σταδιακά πέρασε στη λήθη, όχι όμως και η μουσική επένδυση του Franz Schubert, η οποία έχει διασωθεί ως σουίτα που εκτελείται μέχρι σήμερα. Η μουσική παρτιτούρα του έργου περιλαμβάνει μια οβερτούρα (εισαγωγή) και εννέα κομμάτια που εμπίπτουν στο μουσικό είδος γνωστό ως σκηνική μουσική. Το συγκεκριμένο είδος αναφέρεται στη μουσική που χρησιμοποιείται ως επένδυση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων, βιντεοπαιχνιδιών ή οποιωνδήποτε άλλων ειδών παρουσίασης που δεν είναι αμιγώς μουσικά. Περιλαμβάνει δε δημιουργίες όπως η οβερτούρα και η μουσική που εκτελείται κατά τη διάρκεια αλλαγής σκηνής ή στο τέλος θεατρικών πράξεων. Ενίοτε, όπως συμβαίνει με το Ροζαμούνδη, η Πριγκίπισσα της Κύπρου, η μουσική αυτή καθ’ εαυτή επισκιάζει το θεατρικό έργο για το οποίο δημιουργήθηκε (προφανώς, αυτό δεν αναφέρεται στο Όνειρο Θερινής Νυκτός του Μέντελσον ή στην σουίτα Peer Gynt του Γκριγκ, δύο ιδιαίτερα δημοφιλή παραδείγματα σκηνικής μουσικής).
 
Το πρόγραμμα περιέχει δύο από τα εννέα κομμάτια που ο Σούμπερτ συνέθεσε για το θεατρικό έργο:
Zwischenaktmusik αρ. 2, το τρίτο από τα εννέα κομμάτια, και
Balletmusik αρ. 2 Andantino, το καταληκτικό μέρος του έργου
 
Είναι προφανές ότι ο Σούμπερτ δεν εκμεταλλεύτηκε τη θετική ανταπόκριση του κοινού στη μουσική του. Η συλλογή αποσπασμάτων από τη μουσική επένδυση του Ροζαμούνδη, η Πριγκίπισσα της Κύπρου για συναυλιακό σκοπό δεν έλαβε χώρα παρά μόνο το 1868, όταν οι Grove και Sullivan ανακάλυψαν το έργο σε ένα θησαυρό από μουσικές παρτιτούρες του Σούμπερτ (που επίσης περιλάμβανε και την Ημιτελή Συμφωνία) στη Βιέννη. Είναι γνωστό ότι η παρτιτούρα γράφτηκε βιαστικά και σε κάποιο βαθμό εμπλουτίστηκε από τμήματα προγενέστερων έργων του συνθέτη. Επιπλέον, ο μεγάλος Βρετανός μουσικολόγος Τζέραλντ Έιμπραχαμ υποστηρίζει ότι το πρώτο κομμάτι του σετ (Entr’acte  σε Σι ελάσσονα) είναι η τελευταία χαμένη κίνηση της Ημιτελούς Συμφωνίας.
 
Προς το τέλος του 1777 και κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής του στο Μάνχαϊμ, ο Μότσαρτ έλαβε πρόσκληση να γράψει τρία κονσέρτα και ένα σύνολο κουαρτέτων εγχόρδων για φλάουτο. Ανέλαβε να συνθέσει τα συγκεκριμένα έργα, αλλά ταυτόχρονα έγραψε στον πατέρα του: «Ξέρεις πόσο μπορώ να καθυστερήσω όταν είμαι υποχρεωμένος να γράψω για ένα όργανο που δεν αντέχω». Ευτυχώς, τα συναισθήματα του για το φλάουτο επηρέασαν μόνο την ποσότητα των αναμενόμενων έργων. Στην παρούσα συγκυρία έγραψε μόνο ένα καινούργιο κονσέρτο και ένα ανεξάρτητο Andante στην Ντο μείζονα (K. 515) για φλάουτο και ορχήστρα, έργα των οποίων η μουσική ποιότητα είναι αδιαμφισβήτητη. Σαφώς, η έννοια του «οργάνου που δεν αντέχω» δεν επιβεβαιώνεται σε κανένα από αυτά, ιδιαίτερα στο κονσέρτο, το οποίο ο γνωστός μελετητής του Μότσαρτ, Άλφρεντ Αϊνστάιν περιγράφει ως «γραμμένο con amore από την αρχή μέχρι το τέλος».
 
Το εξαιρετικά προσωπικό και εκφραστικό Adagio συνιστά την πιο δημοφιλή εκ των τριών κινήσεων του κονσέρτου. Δεν διεκπεραιώνει απλά την αντίθεση μεταξύ αυτού και των ζωηρών εξωτερικών κινήσεων· τα υπέροχα μελωδικά του περάσματα, ιδανικά για τον ζεστό και αιθέριο ήχο του φλάουτου, χαρίζουν μια μεθυστική αίσθηση γαλήνης και νοσταλγίας. Η ικανότητα του Μότσαρτ να προσαρμόζει τις μελωδίες του στην επιθυμητή μουσική ατμόσφαιρα είναι μοναδική. Οι ρυθμικά φορτισμένες και ενίοτε βιρτουόζικες μελωδικές γραμμές των εξωτερικών κινήσεων υφίστανται ως κάτι πολύ περισσότερο από ρηχά εφέ. Επιδίδονται στην πραγμάτωση υψηλών αισθητικών και μορφολογικών σκοπών.
  
Είναι εξαιρετικά σπάνιο να βλέπουμε έργα που γράφονται κατά τη διάρκεια της μαθητείας ενός συνθέτη, ακόμη και αυτά των πιο ταλαντούχων μουσικών μεγαλοφυιών, να εντάσσονται στο σύνηθες ρεπερτόριο των αιθουσών συναυλιών. Ο λόγος, φυσικά, δεν είναι η έλλειψη ταλέντου ή τεχνικής ικανότητας. Με την πάροδο του χρόνου επέρχεται μια συγκεκριμένη προοπτική που επιτρέπει στη μεγαλοφυία να φωτίζεται πλήρως, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, αριστουργήματα προκύπτουν όταν το ακατέργαστο ταλέντο της νιότης εξουδετερώνει τα δεσμά της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτό ακριβώς ισχύει στην περίπτωση του Ονείρου Θερινής Νυκτός του Μέντελσον και της Δεύτερης Συμφωνίας του Σούμπερτ. Για να είμαστε ακριβείς, η Δεύτερη Συμφωνία δεν ήταν το πρώτο αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Σούμπερτ· προηγήθηκε το συγκλονιστικό lied «Gretchen am Spinnrade».
 
Ο Σούμπερτ ολοκλήρωσε τη Δεύτερη Συμφωνία του τον Μάρτιο του 1815. Πρόκειται για ένα έργο σαφώς συνυφασμένο με το στυλ της μεγάλης βιεννέζικης κλασικής συμφωνικής παράδοσης. Το Adagio της πρώτης κίνησης, μαζί με το ορχηστρικό σφρίγος και τη λαμπρότητα του βασικού της θέματος, φανερώνουν την επιρροή των Μότσαρτ και Χάιντν. Το δε Allegro Vivace που διαδέχεται το Adagio φλερτάρει έντονα με το δράμα και την ευρωστία που χαρακτηρίζει τις συμφωνίες του Μπετόβεν. Είναι πράγματι στην πρώτη κίνηση που ο συνθέτης αντιλαμβάνεται προοδευτικά τις δραματικές δυνατότητες της διαφωνίας σε μεγάλη κλίμακα, προσέγγιση η οποία γίνεται συνθετικό motto στις όψιμες συμφωνίες του.
 
Αν και ο Σούμπερτ ήταν ένας αξεπέραστος συνθέτης μουσικών παραλλαγών, το Andante του παρόντος έργου είναι το μοναδικό τέτοιο παράδειγμα στις συμφωνίες του. Εδώ οι πέντε παραλλαγές αναπτύσσουν το χαρακτήρα τους μέσω της αριστοτεχνικής χρήσης των ορχηστρικών «χρωμάτων». Η τρίτη κίνηση – που τιτλοφορείται Menuetto, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα Μπετοβενικό σκέρτζο – αντικαθιστά την παραλλαγή με την αντίθεση: το ποιμενικό Trio, που βρίσκεται μεταξύ των δύο ανακοινώσεων του στιβαρού Menuetto, εξασφαλίζει την απαραίτητη αλλαγή χαρακτήρα. Γεμάτη ανεξάντλητη ενέργεια, η τελική κίνηση ξεδιπλώνει ζωηρά, ρυθμικά φορτισμένα περάσματα, η αναζωογονητική φύση των οποίων μας χαρίζει ένα θριαμβευτικό κλείσιμο.
 
(Δρ. Βασίλης Καλλής)