Ο σκηνοθέτης Γιώργος Κούμουρος μιλά για το εκπαιδευτικό ντοκιμαντέρ ως μέσο έκφρασης, αλλά κι ως μέσο αγωγής της ψυχής. Για τον θεατή, αλλά και τον δημιουργό.
Από το μετερίζι του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου, ο Γιώργος Κούμουρος είχε την ευκαιρία να σκηνοθετήσει μια σειρά εκπαιδευτικών ντοκιμαντέρ. Βρέθηκε το 1995 αποσπασμένος στον Τομέα Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας & Δημιουργίας Εκπαιδευτικού Υλικού σ’ έναν τομέα όπου λειτουργοί, όπως ο Ανδρέας Μαλέκος, ο Κώστας Αριστείδης, ο Πάρις Πραξιτέλους, είχαν ήδη οργανώσει ένα βασικό εργαστήρι παραγωγής οπτικοακουστικού υλικού για τις ανάγκες, τότε, των σχολείων.
Το στοίχημα για τον ίδιο ήταν να αναβαθμίσει το υλικό που βρήκε και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για συνεργασία με επαγγελματίες στο χώρο του κινηματογράφου. Σταδιακά, μέσα σε μια δεκαετία, ο τομέας πέρασε από την εποχή των διαφανειών και της Hi-8 κάμερας, της VHS κασέτας και της ερασιτεχνικής linear μονταζιέρας στην ψηφιακή εποχή, με τις σύγχρονες κάμερες και το μοντάζ σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Συνολικά, πέντε ντοκιμαντέρ του Γιώργου Κούμουρου θα προβληθούν στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Α.Ε.Ι. Αρχαιολογικού, Εθνογραφικού και Ιστορικού Ντοκιμαντέρ και Πολιτισμού (ΑΕΙ Cinefest) που πραγματοποιείται από τις 19 μέχρι 23 Σεπτεμβρίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς. Τρεις απ’ αυτές είναι καρπός της συνεργασίας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου με την Εκπαιδευτική Ραδιοτηλεόραση της Ελλάδας και τον σκηνοθέτη Φώτη Γαρυφαλάκη: «Θεόφιλος-Κκάσιαλος, Δύο Λαϊκοί Ζωγράφοι», «Σεφέρης-Διαμαντής, Ο Κόσμος της Κύπρου» και «Άργιλος, Νερό και Φωτιά: Μια σχέση αιώνων». Οι υπόλοιπες δύο, «Κ.Π. Καβάφης: Εγκλεισμός και Παγίδευση» και «Το Κυπριακό Μουσείο» είναι παραγωγές του ΠΙ.

Πρώτα και κύρια, αυτή ήταν για τον ίδιο μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά. Ο Κούμουρος είχε από τα γυμνασιακά χρόνια, πάθος για τη φωτογραφία. Έτσι, το «πέρασμα» στην κινούμενη εικόνα και στην αφήγηση αποτέλεσε για τον ίδιο σπουδαία εμπειρία και μεγάλη σχολή. «Πέραν των όποιων γνώσεων και δεξιοτήτων απέκτησα υπηρετώντας την τέχνη του ‘καδραρίσματος’ – κλείνοντας δηλαδή μια εικόνα σ’ ένα ορθογώνιο – ήταν πολύ σημαντικό για μένα ότι πάλευα κάθε φορά, να πω μια ιστορία σε προκαθορισμένο χρόνο, να την ντύσω με εικόνες και μουσική και να την προσφέρω με ελκυστικό, θα ήθελα να πιστεύω τρόπο, στον θεατή».
Ο ίδιος παραδέχεται ότι η ερευνητική εμπλοκή μ’ ένα θέμα άλλαζε μ’ έναν μαγικό τρόπο την αρχική εικόνα και άποψη που είχε γι’ αυτό. Ήταν ένα περιπετειώδες ταξίδι με πολλές αποκαλύψεις στην πορεία. Ιδιαίτερα όταν η θεματική αφορούσε την ποίηση ή τη λογοτεχνία, του δινόταν η ευκαιρία κάθε φορά να γνωρίσει σε βάθος το έργο και τους δημιουργούς. «Στην προσπάθειά να αποδώσω με εικόνα, όχι το προφανές του λόγου τους, αλλά την αιτία έκφρασης, ‘πλησίαζα’ τους δημιουργούς και αφουγκραζόμουν τη σκέψη τους» αναφέρει. Σημαντική βοήθεια στο ταξίδι αυτό, είχε βέβαια κι από τους ειδικούς συνεργάτες που είχαν ασχοληθεί εκτενώς με το εκάστοτε θέμα.

«Συγκλονιστική εμπειρία ήταν το χρονικό διάστημα που ζήσαμε κοντά στην οικογένεια και τους συναγωνιστές του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, στο σπίτι ή στα λημέρια τους ή το ότι βρεθήκαμε (η Άννα Τσιάρτα κι ο Πανίκος Τεμπριώτης) για ένα μήνα περίπου στην Αλεξάνδρεια, όπου μας εμπιστεύτηκαν να ‘στήσουμε’ το Μουσείο – Σπίτι του Καβάφη, σκηνικό για τις δραματοποιημένες σκηνές του ντοκιμαντέρ. Ο φούρνος του Βελέντζα στην Άλλη Μεριά, στο Βόλο όπου κινηματογραφήσαμε τον ηθοποιό μας, Θεόφιλο, να ζωγραφίζει και τόσα άλλα».
Ο ίδιος αναφέρει ότι με την ολοκλήρωση μιας ταινίας αισθάνεται ότι ο κύκλος της, ο φάκελος της έρευνας έκλεισε. «Της ταινίας όμως ο κύκλος, μόλις αρχίζει. Αν είμαι τυχερός κι αν επίσης έχω κάνει σωστή δουλειά, όταν θα τη βλέπω σε βάθος χρόνου, δεν θα μου ζητήσει να επιστρέψω. Διαφορετικά, έχουμε ένα θέμα. Η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές πιάνω τον εαυτό μου να διερωτάται, πώς άραγε να έφτιαχνα σήμερα την ταινία για τον Καβάφη ή τον Ρίτσο ή τον Παπαδιαμάντη ή τον Διονύσιο Σολωμό; Ίσως διαφορετική, απαντάω. Αυτό όμως συμβαίνει, πιστεύω, επειδή εγώ σήμερα είμαι διαφορετικός. Άρα θα επρόκειτο για μια άλλη ταινία, ενός άλλου σκηνοθέτη».
Είδος παρεξηγημένο το ντοκιμαντέρ

Αναφερόμενος στη σημερινή κινηματογραφική παραγωγή στον τομέα της τεκμηρίωσης στην Κύπρο, ο σκηνοθέτης διατυπώνει την άποψη ότι δεν είναι ανεπτυγμένη όσο θα έπρεπε ή όσο της άξιζε. «Το είδος αυτό δεν είναι δημοφιλές ακόμα, ανάμεσα στους νέους δημιουργούς στο χώρο του σινεμά. Είναι πιο ελκυστικός βλέπεις ο χώρος της μυθοπλασίας γι’ αυτούς και η λαμπρότητα των φεστιβαλικών διοργανώσεων». Εκτιμά ότι αυτό ίσως συμβαίνει, γιατί το ντοκιμαντέρ είναι είδος παρεξηγημένο κι ως προς την συγγραφή του την κατασκευή του, αλλά και ως προς την αποστολή του. «Ότι δηλαδή δεν σε αφήνει ελεύθερο να εκφραστείς ως δημιουργό ή ότι θέλει και καλά να σε διδάξει ή έστω να σε ενημερώσει ως θεατή». Η αλήθεια όμως δεν είναι αυτή, σύμφωνα με τον Γιώργο Κούμουρο. «Τον τελευταίο καιρό αυτή η εντύπωση αρχίζει να υποχωρεί. Βλέπουμε ολοένα και περισσότερες εμπνευσμένες δουλειές, νέων ανθρώπων, που πείθουν για την αξία και την ομορφιά του ντοκιμαντέρ ως μέσου έκφρασης, αλλά κι ως μέσου αγωγής της ψυχής» σημειώνει.
Ο ίδιος διαβεβαιώνει ότι όλη αυτή η δημιουργική και ερευνητική εργασία αξιοποιείται. Αποστέλλονται στα δημόσια αλλά και σε άλλα ιδιωτικά σχολεία, βιβλιοθήκες και πανεπιστήμια. Επίσης μπορεί οποιοσδήποτε να τα παρακολουθήσει στο διαδίκτυο ή ακόμα και να τα αγοράσει σε μορφή DVD από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Εξάλλου, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού οργανώνει κατά καιρούς δημόσιες προβολές των ντοκιμαντέρ και πολλά από αυτά έχουν συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ ιστορικού ή αρχαιολογικού χαρακτήρα.
Μιλώντας γενικότερα για το ντοκιμαντέρ στην Κύπρο, επισημαίνει ότι χρειάζεται περισσότερη φροντίδα και κίνητρα για τη δημιουργία, αλλά και την αξιοποίηση τέτοιων ταινιών. «Φεστιβάλ όπως το ΑΕΙ, που έλειπε από τον τόπο μας και προσπάθειες ανθρώπων όπως του Σταύρου του Παπαγεωργίου εν προκειμένω, που ασχολείται και δημιουργεί χρόνια στο χώρο του ντοκιμαντέρ, βοηθούν πάρα πολύ στην αξιοποίηση αυτού του είδους ταινιών και τον ευχαριστούμε γι’ αυτό. Ας είναι καλοτάξιδο λοιπόν το φεστιβάλ που γεννιέται τις μέρες αυτές στον τόπο μας.»
* ΑΕΙ Cinefest, 19-23 Σεπτεμβρίου, Σκαλί Αγλαντζιάς