Έντονο κυπριακό άρωμα έχει το φετινό 41ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, σημαντικότερο και πιο ιστορικό φεστιβάλ για μικρομηκάδες στην Ελλάδα, αφού από τις 16 μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου προβάλλονται συνολικά 8 ταινίες Κυπρίων σκηνοθετών.
 
Η αρχή έγινε την Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου με την ταινία της Αλεξάνδρας Ματθαίου «Grief (A place none of us know until we reach it)», διάρκειας οκτώ λεπτών, που πραγματεύεται την απώλεια και το δεύτερο τη δυναμική σχέση ανάμεσα σε μια μητέρα και την κόρη της. Η ταινία γυρίστηκε στη Σικελία και πρωταγωνιστεί η ηθοποιός Θέμις Μπαζάκα.
 
Τη Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου προβλήθηκε η ταινία του Μάριου Ιωάννου Ηλία «O ήχος του Βλαδιβοστόκ» διάρκειας έξι λεπτών, ένα ντοκιμαντέρ που αφορά τη μουσικοποίηση ενός από τα μακρινότερα μέρη του πλανήτη. Συμμετέχουν οι βιομηχανικοί της ήχοι, οι μηχανές των πολεμικών πλοίων και αεροπλάνων, ο κρότος των μετάλλων ναυτικού πυροβολικού, τα υπόγεια ρεύματα της ιαπωνικής θάλασσας στους μείον 20 βαθμούς Κελσίου, ο βρυχηθμός της σιβηρικής τίγρης και 350 μουσικοί.
 
Την Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου προβάλλονται συνολικά τρεις ταινίες. Το ντοκιμαντέρ «Thin green line» του Μάριου Ψαρά, διάρκειας 19 λεπτών, συνεχίζει την επιτυχημένη πορεία στα διεθνή φεστιβάλ. Είναι μια ανεξάρτητη παραγωγή που αφηγείται τρεις πραγματικές ιστορίες αγάπης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, μετά το άνοιγμα της Πράσινης Γραμμής το 2003. Στο «Πέρα από τ’αστέρια» της Στελάνας Κληρή (12’), ένας νεαρός καλείται να ενημερώσει την κοπέλα του ότι έχει γίνει δεκτός σε μια αποστολή χωρίς επιστροφή στον Άρη. Στο «Tropical dreams» της Βαγγελιώς Σουμέλη (15′) μια νεαρή χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του «Tropical Dreams» για να μεταφέρει μέσω Skype στην οικογένειά της μία τέλεια, αλλά πλασματική εικόνα της καινούργιας της ζωής στην Κύπρο.
 
Την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου προβάλλεται η ταινία «Quidnunc» του Χάρη Αγιώτη (26′) ένα «ψυxοσεξουαλικό θρίλερ» γυρισμένο σε μια μόνο μεγάλη λήψη που ακολουθεί δύο επισκέπτες ενός ξενοδοχείου οι οποίοι μένουν σε διπλανά δωμάτια: μια πνευματικά ανήσυχη και διαταραγμένη νεαρή που αποφασίζει να τερματίσει τη ζωή της κι έναν αινιγματικό άνδρα.

Την Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου το πρόγραμμα στο εθνικό διαγωνιστικό περιλαμβάνει ακόμη τρεις κυπριακές παραγωγές. Το «30» του Κωνσταντίνου Πατσαλίδη (15′), εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα του Ιουλίου του 1974. Καταπιάνεται με μια συγκεκριμένη πτυχή του κυπριακού δράματος. Στο «Μόνο αγάπη» του Μιχάλη Χαπέσιη (11′) μια μοναχική γυναίκα οδηγεί το βράδυ σε μια λεωφόρο και μια φωνή μέσα στο κεφάλι της μιλάει για την αγάπη. Η «Άρια» της Μυρσίνης Αριστείδου (14’) αφορά στην καθημερινότητα μιας 16χρονης εργαζόμενης στην Αθήνα, που πραγματεύεται τη σχέση με τον εαυτό της και με αυτούς που την περιβάλλουν, γνωστούς και άγνωστους.
 
H φετινή διοργάνωση ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον, μετά την δρομολόγηση της ανακατασκευής της μεγάλης Καπναποθήκης που θα στεγάσει επιτέλους το Φεστιβάλ Δράμας, αλλά και την ανακοίνωση της συνεργασίας του με το Ανοιχτό Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Το ΕΑΠ αξιοποιώντας τη δυναμική του Φεστιβάλ, θεσπίζει πρόγραμμα Κινηματογραφικών Σπουδών στην πόλη της Δράμας που θα αρχίσει να λειτουργεί όταν παραδοθεί ο νέος χώρος επί της οδού Περδίκα.
 
Πρόεδρος άλλωστε της φετινής κριτικής επιτροπής του Ελληνικού Διαγωνιστικού Τμήματος είναι ο πρόεδρος του ΕΑΠ Βασίλης Καρδάσης.
 
Αξίζει να σημειωθεί πως φέτος η διάρκεια του Φεστιβάλ Δράμας παρατείνεται κατά μία ημέρα, ενώ μετά την επιπλέον χρηματοδότηση του υπουργού Εσωτερικών Αλέξη Χαρίτση, το Φεστιβάλ είναι πλέον σε θέση να προσκαλέσει μεγαλύτερο αριθμό επαγγελματιών της κινηματογραφικής κοινότητας. Συγκεκριμένα, φέτος προσκαλεί δύο συντελεστές από κάθε διαγωνιζόμενη ταινία για όλη την εβδομάδα –δηλαδή αριθμό διπλάσιο σε σχέση με το παρελθόν. Με αυτόν τον τρόπο ενδυναμώνεται ακόμα περισσότερο το προφίλ μιας διοργάνωσης που ανέκαθεν είχε στο επίκεντρο τους ίδιους τους κινηματογραφιστές, μεταμορφώνοντας για μια εβδομάδα την πόλη της Δράμας σε κέντρο της ελληνικής κινηματογραφικής δημιουργίας.

Το 41ο Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας διεξάγεται στην αίθουσα «Ολύμπια» και το Δημοτικό Ωδείο, δίνοντας το καθιερωμένο του ραντεβού με το πιο ζωντανό κομμάτι της ελληνικής κινηματογραφίας: τους νέους Έλληνες μικρομηκάδες. Αλλά και αυτούς που επιμένουν στην μικρή φόρμα αντιμετωπίζοντας την μικρού μήκους ταινία όπως της αξίζει: ως ένα αυτόνομο έργο τέχνης.

Πηγή: philenews