Ένα σχόλιο πάνω στον τρόπο επιλογής της εκπροσώπησης της Κύπρου στη μεγάλη διεθνή διοργάνωση της σύγχρονης τέχνης.

Αναφορικά με την αναστάτωση η οποία προκύπτει από τον τρόπο επιλογής της συμμετοχής της Κύπρου στην Μπιενάλε Βενετίας, χρειαζόμαστε καταρχάς τις πληροφορίες που επιβάλλεται να ανακοινωθούν από τους αρμοδίους που διαχειρίζονται από τη μια το μεγαλύτερο κρατικό κονδύλι για εικαστική εκδήλωση (100-200 χιλιάδες ευρώ;) και από την άλλη, κατ’ εμένα και σημαντικότερο, την ηθική στήριξη της κοινότητας των καλλιτεχνών.

Πιστεύω ακράδαντα ότι το πρόβλημα δεν εστιάζεται στην επικείμενη συνεργασία με το Point Art Centre, ούτε στον επιμελητή Γιάκοπο Κριβέλι Βισκόντι, ούτε και στη σημασία που αποδίδουμε στην ποιότητα του έργου του Χριστόφορου Σάββα. Η αναστάτωση προκύπτει γιατί έτσι όπως έχει η ανακοίνωση, απομακρυσμένη από πληροφορίες που να εξασφαλίζουν τη δημοκρατικότητα της ίδιας της διαδικασίας επιλογής, αλλά και απομακρυσμένες από το διεθνή χαρακτήρα και θεματική της Μπιενάλε, μάς αφήνουν σε μια μεγάλη αμηχανία με όλα τα παράγωγά της.

Αφού τέθηκε μια σοβαρή πρόταση, η οποία επέτρεψε στην επιτροπή να αποφασίσει φέτος, κατ’ εξαίρεση, την εθνική συμμετοχή της Κύπρου στην Μπιενάλε Βενετίας, ας υποστηριχτεί με σεβασμό απέναντι σε όλους εμάς, ας μας δοθούν απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα ως προς τη διαδικασία επιλογής, όπως: Έχουν εξεταστεί και άλλες προτάσεις; Μέσα σε ποια χρονικά πλαίσια; Ποια η σχέση των μελών της επιτροπής με τη συγκεκριμένη πρόταση; Γιατί η επιτροπή παραμένει η ίδια για τέταρτη Μπιενάλε; Ποια τα μέλη της; Χρειαζόμαστε όμως αληθινές πληροφορίες που οι πολιτιστικές υπηρεσίες και τα μέλη της επιτροπής επιλογής θα δημοσιοποιήσουν και είμαστε έτοιμοι να τις επεξεργαστούμε προκειμένου να βοηθήσουμε στη δημιουργία συνθηκών που να μας ενθαρρύνουν σε παραγωγή σκέψης και νέων προτάσεων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Μερικά ερωτήματα για την Μπιενάλε Βενετίας

Από τη μια οι επετειακές συμπτώσεις -οι οποίες αποτελούν αναχρονιστικές αναφορές ως προς μια σύγχρονη αντιμετώπιση πραγμάτων- και από την άλλη η ανεκτικότητα μιας κοινότητας η οποία, εν μέρει για οικονομικούς λόγους και εν μέρει μέσα στην επιθυμία συμμετοχής της σε εκθέσεις, εξαρτάται από την κρατική στήριξη, δεν μας οδηγούν πουθενά, αντίθετα, μας απομακρύνουν από τη δημιουργική σχέση που δικαιούμαστε τόσο αναμεταξύ μας, όσο και με τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. 

Η αποδοχή μιας πρότασης γίνεται κατανοητή καταρχάς μέσα από τη θεωρητική της στήριξη και τη σύνδεσή της με το σήμερα και στη συνέχεια μέσα από την πραγματοποίησή της. Με τον ίδιο τρόπο, μία σοβαρή μουσική μπάντα όπως η Μonsieur Doumani, αν υποστηριζόταν από μια εμπνευσμένη/ος επιμελήτρια/ής, με όλα τα απαραίτητα επιχειρήματα που απαιτούνται για να πείσει όχι μόνο την τοπική κοινότητα, αλλά και τη διεθνή, ότι με κάτι τέτοιο αξίζει τον κόπο να την απασχολήσει, θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει την Κύπρο σε μια εικαστική εκδήλωση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Άρθρο του Σταύρου Χριστοδούλου: Τα ερωτήματα που τίθενται 

Φοβάμαι ότι, όπως δημοσιοποιείται η πρόταση στην ανακοίνωση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών για τη συμμετοχή της Κύπρου στην Μπιενάλε, που βασίζει το σκεπτικό της στην επετειακή μεταθανάτια αναφορά, περιορίζει τον καλλιτέχνη σε μια τοπική, αναμεταξύ μας υπόθεση, μια στάση η οποία δεν αντιπροσωπεύει σήμερα την τέχνη στην Κύπρο.

Η ασφυξία ως παράγωγο της συνθήκης, έκφρασης εξουσίας από τη μια και ανεκτικότητας από την άλλη, συνθήκη για την οποία είμαστε όλοι υπεύθυνοι, χωρίς να αμφισβητεί κάποιος τις πολλές ώρες δουλειάς, κόπου και οικονομικής επιβάρυνσης από όλους, επείγει να μας απασχολήσει.

* Η Μαρία Λοϊζίδου είναι εικαστικός και αντιπροσώπευσε την Κύπρο στην Μπιενάλε Βενετίας 1986, με θέμα “Τέχνη και Τεχνολογία” με το έργο «Ο μύθος της Αριάδνης σε τρεις πράξεις, video installation και επίτροπο τη δρα Ελένη Νικήτα.