Να καταδείξει ότι η υπόθεση της διακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων είναι πρόβλημα του 2018 κι όχι του 1974 φιλοδοξεί ένα νέο ντοκιμαντέρ, παραγωγής του Advanced Media Institute. Το εγχείρημα προσδοκά να τονίσει ότι πέραν της ανθρωπιστικής ή και πολιτικής του διάστασης, είναι πρώτιστα ένα ζήτημα διεθνούς νομιμότητας και κορυφαίο ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ μίλησαν στον «Φιλελεύθερο της Κυριακής».
Άρης Χατζηστεφάνου: Μια πληγή που πρέπει να κλείσει

«Η ιδέα ήταν να φύγουμε από την κλασική αντιμετώπιση που αγγίζει την ανθρωπιστική ματιά και παρουσιάζει μόνο το δράμα της οικογένειας, τους συγγενείς που έχουν υποφέρει. Σκέφτηκα να πάμε ένα βήμα παραπέρα, να δούμε το θέμα στη διεθνή του διάσταση. Τη σημασία του, δηλαδή, όχι μόνο για τους Ελληνοκύπριους ή τους Τουρκοκύπριους που έχουν αγνοούμενους, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο και σε συνάρτηση με το διεθνές δίκαιο και τις επιπτώσεις του να αφήνεις ανοιχτό ένα τέτοιο ζήτημα» εξηγεί.

Από τη Χιλή προήλθε και μια άλλη σκηνοθετική ιδέα. «Ακολουθούμε τα βήματα του μεγάλου σκηνοθέτη Πατρίσιο Γκουσμάν που στο ντοκιμαντέρ ‘Νοσταλγώντας το φως’ παρακολουθεί το θέμα της αναζήτησης αγνοούμενων αντιφρονούντων που έθαψε ο Πινοσέτ στην έρημο Ατακάμα, παράλληλα με τις αρχές της αστρονομίας και της αρχαιολογίας. Αντιπαραβάλλει, δηλαδή, τα τεράστια αστεροσκοπεία που λειτουργούν στην έρημο και μελετούν τ’ αστέρια που μεταφέρουν το φως της ίδιας τους της ιστορίας. Η Κύπρος δεν αγνοεί μόνο ανθρώπους, αλλά κι ένα τμήμα του πολιτισμού της που χάθηκε με την τουρκική εισβολή. Παραλληλίζουμε λοιπόν ιστορίες νομικών και αρχαιολόγων που αναζητούν χαμένους πολιτιστικούς θησαυρούς με οικογένειες αγνοουμένων που αναζητούν τους δικούς τους ανθρώπους. Χωρίς, εννοείται, να τίθεται θέμα σύγκρισης του πόνου από την απώλεια αγαπημένου προσώπου με την απώλεια ενός αντικειμένου. Εντοπίσαμε πολλές ομοιότητες στη διαδικασία της έρευνας, όπως τη χαρά που νιώθεις όταν βρίσκεις ένα ίχνος και την απογοήτευση όταν συναντάς ένα γραφειοκρατικό τείχος».
Ο Άρης Χατζηστεφάνου ξεκαθαρίζει ότι κάποιος στην Κύπρο που ασχολείται χρόνια με το θέμα δεν πρόκειται να δει στην ταινία κάτι νέο και αποκαλυπτικό. «Άλλωστε ποτέ δεν είναι αυτός ο δικός μας σκοπός. Επιδίωξή μας είναι ν’ απευθυνθούμε σ’ ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο και διεθνές ακροατήριο, ν’ ανακινήσουμε ένα θέμα από διαφορετική σκοπιά, να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον σε ανθρώπους που έχουν χάσει την πίστη τους».
Επίσης, βρίσκει απαράδεκτο να εξακολουθούμε να μιλάμε σήμερα για κλειστά και σφραγισμένα αρχεία και δυσκολίες στην πρόσβαση. Επισημαίνει ότι εδώ και δεκαετίες βρίσκεται απέναντι ένας μηχανισμός που κρύβει πληροφορίες. Κατά την άποψή του, υπήρξε και από ελληνοκυπριακής πλευράς έλλειψη πίεσης προς την τουρκική, ή τη διεθνή κοινότητα. «Μπορώ να καταλάβω ότι στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης γίνονται κάποιες υποχωρήσεις για να επιτευχθούν κάποιοι άλλοι στόχοι. Εντούτοις θεωρώ ότι ένα τέτοιο θέμα είναι από τα σημαντικότερα σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Αν κάνεις πίσω σ’ αυτό τη στιγμή που έχουν υπάρξει αποφάσεις διεθνών οργάνων όπως η ΕΕ και το ΕΔΑΔ που δεν τηρούνται από την Τουρκία και δεν απαιτείς την απόλυτη εφαρμογή τους, θα το βρεις μπροστά σου και στα άλλα, ενώ έτσι καταρρέει και το διεθνές δίκαιο.»

Σύμφωνα με τον ίδιο υπήρξαν «καλοπροαίρετες καθυστερήσεις, αβλεψίες και αδράνειες που εκπορεύονται από ανθρώπους ήθελαν την ειρήνη και την ειρηνική συνύπαρξη» και λανθασμένα κατά τη γνώμη του υπέθεσαν ότι κρύβοντας κάτω από το χαλί ένα τέτοιο θέμα θα έρθουν πιο κοντά με την άλλη κοινότητα. «Το βασικό που εμείς προβάλλουμε είναι ότι ακριβώς για να μπορέσεις να ζήσεις ειρηνικά με τους Τ/κ, τους Τούρκους κ.λπ. πρέπει τα ζητήματα αυτά να λυθούν και να πέσει όλο το φως πάνω τους. Πρέπει να μάθουμε και οι δύο πλευρές όλα τα γεγονότα, να τα βάλουμε στη ζυγαριά και να δούμε πού φταίει ο ένας και πού ο άλλος περισσότερο. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση εθνικιστικοί ή συγκρουσιακοί οι λόγοι, είναι ακριβώς το αντίθετο: μια πληγή που πρέπει να κλείσεις για να προχωρήσεις».
Μάλιστα, αναφέρει ότι ένα από τα προβλήματα που οι εμπλεκόμενοι στην ταινία φοβήθηκαν ότι θα βρουν μπροστά τους ήταν το γεγονός ότι επειδή το θέμα αφέθηκε στη λήθη, είχε καταντήσει εργαλείο για τους ακροδεξιούς και τους εθνικιστές: έφτασαν να μιλάνε μόνο αυτοί. «Πρέπει ο προοδευτικός κόσμος που θέλει την ειρηνική συνύπαρξη να το κάνει σημαία του, να συνειδητοποιήσει ότι μέσα απ’ αυτό θα την πετύχουμε» υπογραμμίζει.
Ο σεναριογράφος αναφέρει ότι στο ντοκιμαντέρ αποδίδονται επίσης ευθύνες στην Ελλάδα και τους Ελληνοκύπριους για την ύπαρξη Τ/κ αγνοουμένων. «Δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι έγιναν εγκλήματα κι από τις δύο πλευρές. Είναι ένα θέμα που πρέπει κι αυτό να έρθει στην επιφάνεια» λέει σχετικά. «Όμως δεν υπάρχει σύγκριση, ούτε αποδίδονται οι ίδιες ευθύνες, διότι από τη μια έχουμε την εισβολή ενός κράτους και την κατάληψη εδαφών κι από την άλλη τη δράση παραστρατιωτικών κυρίως ομάδων».
Σοφία Ιορδανίδου: Δεν είναι βαρίδι, αλλά ιερή υποχρέωση

Η παραγωγός του ντοκιμαντέρ και πρόεδρος του Advanced Media Institute σημειώνει ότι το ντοκιμαντέρ επιχειρεί να αναδείξει το γεγονός ότι υπάρχουν οικογένειες που εξακολουθούν να πονούν και να έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία. Γι’ αυτόν τον λόγο επιχειρήθηκε μια σύγχρονη αντιμετώπιση του θέματος από κάθε άποψη: αισθητικά, σκηνοθετικά κ.ο.κ. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, φιλοδοξία των παραγωγών είναι το ντοκιμαντέρ να φτάσει σε κάθε σπίτι και να μεταδοθεί απ’ όσο το δυνατόν περισσότερους τηλεοπτικούς σταθμούς.
Κατά τη γνώμη της Σοφίας Ιορδανίδου οι κυριότεροι παράγοντες που στέκονται εμπόδιο στην έρευνα είναι ιδεολογικοί και μια γερά εδραιωμένη αν και μειοψηφική «δουλική ψυχολογία». «Κοινό τους γνώρισμα είναι πώς για να κοιτάξουμε το μέλλον, πρέπει να κλείσουμε τους λογαριασμούς με το παρελθόν όπως- όπως, ανεξαρτήτως όρων. Είναι η συμπεριφορά της βιασμένης, που αντί να διεκδικήσει το δίκιο της, επιλέγει να ζει στην κάμαρά της, γλείφοντας τις πληγές της. Ανθρώπινη συμπεριφορά δεν λέω, αλλά μάλλον καλούμαστε να την ξεπεράσουμε. Αυτό το αίσθημα βιωμένης ήττας και κατωτερότητας είναι που οδηγεί προέδρους και κυβερνώντα κόμματα να αντιμετωπίζουν το ζήτημα των αγνοουμένων όχι ως ιερή υποχρέωση, αλλά ως βαρίδι».

Η παραγωγός της ταινίας ιεραρχεί ως σημαντικότερο λάθος τη στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας να μη θέσει ως όρο απαράβατο για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας ν’ ανοίξει τα αρχεία της σε μια διεθνή επιτροπή που θα διερευνήσει τι ακριβώς συνέβη με τους Κυπρίους αιχμαλώτους του Αττίλα. «Μια τέτοια οικειοθελής παραίτηση από τα δικαιώματά μας, όπως καταλαβαίνετε άνοιξε τον δρόμο και στις μεγάλες δυνάμεις, όπως είναι η Γερμανία ή η Αγγλία, να κάνουν τους δικούς τους συμβιβασμούς με την Τουρκία. Η Κύπρος ωστόσο, ακόμη και τώρα, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, θα μπορούσε να θέσει το θέμα των αγνοουμένων ως προϋπόθεση για την έναρξη κάθε συνομιλίας. Και να δούμε τι θα απαντούσε τότε η Άγκυρα…»
Αναφορικά με τις ομοιότητες σε υποθέσεις αγνοουμένων ανά το παγκόσμιο, η ίδια εκτιμά ότι είναι εντυπωσιακές. «Δεν χρειάζεται να πάμε στη Λατινική Αμερική. Η πρακτική της εξαφάνισης ανθρώπων, κατόπιν βάρβαρων, μεσαιωνικών βασανιστηρίων, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, ως μέσο τιμωρίας και εκφοβισμού χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον κι από τη δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία. Αποτελεί μάλιστα ένα θέμα ταμπού, το οποίο μόλις πρόσφατα άρχισε να συζητιέται στη χώρα του Λόρκα».
Στο ντοκιμαντέρ τονίζεται η διεθνής διάσταση για να καταδειχτεί ότι η Κύπρος δεν είναι μόνη της. Και να καταδειχτεί επίσης ότι ούτε η Τουρκία είναι μόνη της. «Κι άλλες δικτατορίες στο παρελθόν μετήλθαν ίδιων μέσων. Το ερώτημα είναι κατά πόσο μια χώρα που θέλει να λέγεται δημοκρατική έχει το δικαίωμα να καλύπτει τόσο ξεδιάντροπα ένα έγκλημα πολέμου και την παραβίαση του διεθνούς δικαίου».

INFO: Το ντοκιμαντέρ «Ίχνη» προβάλλεται την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου στις 6.30μ.μ. στο Σινέ Στούντιο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Θα ακολουθήσει συζήτηση. Την εκδήλωση υποστηρίζουν η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και ο «Φιλελεύθερος».
Εμφανίζονται (αλφαβητικά)
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης (δικηγόρος, κοσμήτορας Νομικής Σχολής, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας), Χρήστος Αλεξάνδρου (ιστορικός), Μαρία Καρεφυλλίδου (αδελφή αγνοουμένου), Κώστας Κατσαρός (νομικός σύμβουλος Αρχιεπισκοπής), Γιασεμί Σενέρ Λεβέντ (τουρκοκύπριος δημοσιογράφος), Αλφρέντ Μωρίς Ντε Ζάγιας (νομικός, ανεξάρτητος ερευνητής του ΟΗΕ), Ανδρέας Παράσχος (δημοσιογράφος, διευθυντής εφημερίδας Η Καθημερινή Κύπρου), Δρ. Δέσποινα Πηλείδου (Έφορος Αρχαιοτήτων, Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου), Κυριάκος Κολοβός (υποψήφιος Διδάκτωρ Πολιτικής Επικοινωνίας).