Τόσο το παρελθόν της τέχνης όσο και η τρέχουσά της πορεία υποδεικνύουν ότι οι εκφραστικές δυνατότητες του καλλιτέχνη εξελίσσονται και μεταλλάσονται με την πάροδο του χρόνου. Η τέχνη δεν έπαψε ωστόσο να λειτουργεί σαν ένα είδος γλώσσας έχοντας για λεξιλόγιο τις διάφορες μορφές που προκύπτουν μέσα από το πλάσιμο της ύλης – τα έργα τέχνης. Είναι δηλαδή η τέχνη μια πλαστική γλώσσα: παράγει λόγο και έχει για καλλιτεχνικό μέσο την ύλη. Η μορφή του έργου τέχνης, έτσι όπως όλα τα «πράγματα», είναι η συνάρτηση της ύλης και της φόρμας. Αυτή η μορφή-προς-έκθεση προδίδει συχνά τη διαδικασία πραγμάτωσης του έργου αλλά και τη σχέση που κτίζεται μεταξύ καλλιτέχνη και ύλης, μια σχέση η οποία από τον 19ο αιώνα με τη μηχανική παραγωγή του έργου τέχνης, επαναπροσδιορίζεται.
Η δημιουργική παρόρμηση του ανθρώπου ξεκινά 30.000 χρόνια π.Χ. Η διαδικασία κατασκευής των έργων-αντικειμένων προαπαιτούσε γνώση, ταλέντο και εμπειρία, ενώ μέσα από τη διαδικασία αυτή κτιζόταν μια σχέση ανάμεσα στον δημιουργό, την ύλη, τη φόρμα και τη λειτουργία του εργαλείου. Ο τρόπος επεξεργασίας της ύλης και η επιδεξιότητα του καλλιτέχνη αποτελούσαν μέχρι και τον 19ο αιώνα σημαντικά κριτήρια στην αξιολόγηση ενός έργου τέχνης. Η τεχνική ικανότητα η οποία εκδηλωνόταν μέσα από την απτική επαφή του υποκειμένου με την ύλη, προκαλούσε θαυμασμό και δέος. Πολλές ήταν οι περιόδοι στην ιστορία της τέχνης που εξήραν μέσα από την ομορφιά και την αρτιότητα των έργων τους την έννοια του ταλέντου. H σύζευξη του καλλιτεχνικού και του τεχνικού χαρακτήρα του έργου τέχνης θα κρατήσει μέχρι τον αμιγή διαχωρισμό των τεχνών σε «ελευθέριες» και «βάναυσες».
Κατά τον 19ο αιώνα, οι εκφραστικές δυνατότητες της τέχνης διευρύνονται. Η εκβιομηχανισμένη πλέον κοινωνία και οι επιδράσεις που επέφερε η τεχνική παραγωγή, δεν αργούν να επηρεάσουν τη σχέση μεταξύ του καλλιτέχνη και του έργου τέχνης. H τεχνολογία αποτελεί πλέον ένα νέο καλλιτεχνικό μέσο το οποίο –σε αντιδιαστολή με τα παραδοσιακά τα οποία είναι εύπλαστα και προσδίδουν υλικότητα στο έργο τέχνης– αυτό το νέο μέσο απελευθερώνει τα χέρια του καλλιτέχνη και το έργο τέχνης «παίρνει σώμα» μέσα από το άυλο. Οι όροι όπως μορφοποίηση, πλαστικότητα, τονικές διαβαθμίσεις, κιαροσκούρο, sfumato εξαλείφονται σταδιακά από το εικαστικό λεξιλόγιο και αντικαθιστούνται με άλλες όπως αυτές της έννοιας, της ιδέας, της πληροφορίας. Ο καλλιτέχνης απαλλάσσεται πλέον από τα προβλήματα που προκύπτουν μέσα από την επεξεργασία της ύλης, προβλήματα που κινούνται μέσα στα όρια της γλυπτικής και της ζωγραφικής, σαν τεχνικές. Το έργο θα αποτελεί συχνά προϊόν εργοστασίου, ενώ ο καλλιτέχνης θα λειτουργεί σαν μαέστρος στην προσπάθεια υλοποίησης μια ιδέας. Με τη βιομηχανική τυποποίηση η καλλιτεχνική δεξιότητα –ως το μέχρι τότε χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη– θα καταργηθεί, γεγονός το οποίο κατά τον Νίκο Δασκαλοθανάση, θα μετατρέψει (και συγκεκριμένα μετά το 1960) «το έργο τέχνης σε αντικείμενο και τον καλλιτέχνη σε παραγωγό».
Προκύπτει έτσι, ο ορθολογισμός της βιομηχανικής παραγωγής και η τυποποιημένη μορφή του έργου από τη μία, και η μοναδικότητα του έργου που προκύπτει μέσα από τη χειρωνακτική εργασία και κατ’ επέκταση την προσωπική σφραγίδα του καλλιτέχνη από την άλλη. Απαλλαγμένος πλέον από την απτική επαφή με το μέσο του και τη χειρωνακτική καλλιτεχνική εργασία, η ικανότητα του καλλιτέχνη τη σύγχρονη εποχή θα περιοριστεί κυρίως στην αναζήτηση της πρωτοτυπίας ή στην ικανότητα προώθησης μια ιδέας, μιας έννοιας. Η εννοιακή ή εννοιολογική τέχνη αποτελεί απόρροια της τάσης που θέλει τον καλλιτέχνη να έχει για υλικό τις ιδέες, τη γλώσσα. Αυτή η εννοιολογική αξία του έργου τέχνης η οποία διεγείρει τη νόηση, συσχετίζεται εδώ με την έννοια του άυλου η οποία προκύπτει μέσω της μηχανικής παραγωγής του έργου, άρα και της απουσίας μεσολάβησης του καλλιτεχνικού φορέα. Η σύγχρονη εποχή επαναπροσδιόρισε τη σχέση καλλιτέχνη και έργου, άμβλυνε την απτική επαφή του καλλιτέχνη με το έργο και καθιέρωσε παράλληλα μια νέα αντίληψη για το έργο τέχνης η οποία έγκειται σε αυτή τη σχέση ύλης-άυλου.
* Θεωρητικός τέχνης.