Ο συγγραφέας του «Μένγκελε» χαίρεται που ανεβαίνει ένα ακραίο κείμενο σε έναν τόπο θαυμαστό.
 
 Το έργο «ΜΕΝΓΚΕΛΕ * όνειρο για δύο πρόσωπα σε ένα βαγόνι» γράφτηκε σε τέσσερις εβδομάδες· ωστόσο, ο Θανάσης Τριαρίδης μπορεί βάσιμα να ισχυριστεί ότι γραφόταν για είκοσι χρόνια.
 
Το αίτημα να γράψει μια ιστορία με κέντρο της τον Γιόζεφ Μένγκελε προέκυψε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η πρώτη του προσπάθεια ήταν ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή έναν άντρα που είχε γεννηθεί μέσα στο Εργαστήριο Πειραμάτων του Μένγκελε και μάλιστα από το ίδιο του το σπέρμα. Καθώς ολοκλήρωνε εκείνη την αφήγηση, ένιωσε πως τα μέρη όπου εμφανιζόταν ο Μένγκελε ως φάντασμα του «Πατέρα» δεν τον ικανοποιούσαν διόλου. Έτσι, τα «Πουλιά του Ύπνου» λογαριάστηκαν ως αποτυχημένη απόπειρα και παραχώθηκαν στα βάθη των αρχείων ενός παλιού, παροπλισμένου σκληρού δίσκου. Στις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν, η αναζητούμενη αφήγηση γύρω από τον Μένγκελε αντιστεκόταν μέσα του όλο και πιο επίμονα – και συνάμα διαχεόταν, σαν εμμονικός ψυχαναγκασμός, σε κάθε βιβλίο του. Το φθινόπωρο του 2010, ξεκίνησε τη σειρά των διαλογικών αφηγήσεων που πλέον ονομάζει «θεατρικά έργα», επιμένοντας, ωστόσο, στα εισαγωγικά.
 
Ο «Μένγκελε» τα τελευταία χρόνια έχει ανέβει με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, αρχής γενομένης από το 2014 και την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κώστας Φιλίππογλου. Από τις 19 Ιανουαρίου ανεβαίνει και στην Κύπρο σε σκηνοθεσία Σάββα Μυλωνά και Νεοκλή Νεοκλέους. «Η Κύπρος για μένα είναι μια ονειρική ουτοπία, έτσι όπως την αποκάλυψε ο Σεφέρης στα ποιήματα του Τρίτου Ημερολογίου Καταστρώματος. Και με τούτη την σεφερική ματιά ζύγωσα το νησί στις μόλις δύο επισκέψεις μου σε αυτό: ως έναν τόπο, που, παρά τις τόσες αιμορραγικές πληγές της απαίσιας Ιστορίας “…το θαύμα λειτουργεί ακόμη”» σημειώνει ο συγγραφέας. Παράλληλα, αισθάνεται ότι χρωστά ευγνωμοσύνη στον Σάββα Μυλωνά, στον Νεοκλή Νεοκλέους και στην Σαλώμη Ιεροπούλου-Μυλωνά «που αποφάσισαν να δοκιμάσουν ένα τόσο ακραίο κείμενο σε έναν τόπο θαυμαστό αλλά και σπαραγμένο συνάμα από την μισαλλοδοξία, την κακία και το στέγνωμα της αγάπης. Μακάρι το κείμενο να έχει τις ποιότητες ώστε να αναμετρηθεί με τούτον τον σπαραγμό που μεταφέρουν οι μνήμες του τόπου και να αντιγυρίζει στο κοινό κάτι από το σπάνιο δώρο που κάνουν σε μένα οι συντελεστές της παράστασης».
 
Το μεγαλύτερο ιστορικό κακό

«Ο Γιοζεφ Μένγκελε είναι το μεγαλύτερο ιστορικό κακό που γέννησε ο ανθρώπινος πολιτισμός» λέει ο ίδιος. «Ο Μένγκελε βρίσκεται στα έγκατα του Ολοκαυτώματος, που έτσι κι αλλιώς είναι το μεγαλύτερο ιστορικό κακό, διάλεξε ο ίδιος να πάει εκεί για να εγκαθιδρύσει το βασίλειο της προσωπικής φρίκης του: το Εργαστήριο. Ο βιομηχανοποιημένος θάνατος του στρατοπεδικού κόσμου στην περίπτωσή του μεταλλάσσεται στη μεταφυσική μιας αλληλουχίας υπερανθρωπικών αποφάσεων. Ο Μένγκελε έραβε τα συκώτια ή άλλαζε τα μάτια ζωντανών παιδιών επειδή το σκέφτηκε, επειδή είχε την ιδέα, με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί διαμελίζει και επανασυναρμολογεί τις κούκλες του. Ό,τι μέσα στους αιώνες προσπάθησε η Δύση να προσδιορίσει ως σταθερό ηθικό αξίωμα (δηλαδή ως καλό) στην περίπτωση του Μένγκελε βιάζεται, διαμελίζεται, αφανίζεται: η ζωή, η παιδικότητα, η αξιοπρέπεια του προσώπου, η ατομικότητα του σώματος. Δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς οποιαδήποτε διαφωτιστική συνθήκη που δεν διερράγη στο εργαστήριο πειραμάτων του Άουσβιτς» σημειώνει.

 
Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει «μεγάλο πολιτισμικό κενό» τη σιωπή της τέχνης γύρω από τον Μένγκελε. «Πέρα από μια σχηματική και επίπεδη ταινία (‘Τα παιδιά από την Βραζιλία’, 1978) η τέχνη αντιμετωπίζει τον Μένγκελε ως άβατο. Υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες (και κάθε λογής) πολιτισμικές δημιουργίες και μυθοπλαστικές αφηγήσεις για το Ολοκαύτωμα, χιλιάδες για τον ναζισμό, εκατοντάδες με κέντρο τον Χίτλερ – μα για τον Μένγκελε χάσκει ένα (εντυπωσιακό) κενό. Υπό μία έννοια αυτό ήταν μοιραίο: η τέχνη αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως αίνιγμα και ο Μένγκελε είναι περίπου εξαρχής ένα (διαβολικό) σύμβολο – δηλαδή είναι ένα σκεύος. Και δεν μπορεί να υπάρξει αφήγηση ή καλλιτεχνική δημιουργία με σκεύη – παρεκτός κι αν αυτά ζωντανέψουν» λέει ο Τριαρίδης.
 
Ποιο είναι, όμως, το μήνυμα του έργου; «Ο Μένγκελε υπήρξε και γεννήθηκε μέσα στην ανθρώπινη πορεία. Παρόλο που το όνομά του προκαλεί την αποστροφή μας, η βασική του ορμή (‘έχω το δικαίωμα να κάνω κάτι επειδή το θέλω και το μπορώ’) μάς είναι εφιαλτικά (και απελπιστικά) οικεία – πολύ περισσότερο οικεία από όσο θέλουμε να ξέρουμε. Εάν αποδεχτούμε τη συμβολοποίησή του, χάνουμε τη δυνατότητα της ουσιαστικής μνήμης της κτηνωδίας του. Και συνάμα χάνουμε τη δυνατότητα του αναστοχασμού: δηλαδή το να συλλογιστούμε την κτηνωδία του Μένγκελε και μέσα από αυτήν να σκεφτούμε τους εαυτούς μας – και, μέσω του αναστοχασμού, να μετρήσουμε το ενδεχόμενο της δικής μας (μικρής ή μεγαλύτερης) κτηνωδίας. Η απώλεια αυτής της δυνατότητας του αναστοχασμού, η εκχώρησή της στην τελετουργία, είναι πνευματική υποχώρηση· για την ακρίβεια, είναι πολιτισμική ήττα» απαντά.
 
Όπως επισημαίνει, όλες οι μεγάλες κτηνωδίες της Ιστορίας δομήθηκαν πάνω στον συμβολικό λόγο – με τον ίδιο απόλυτο τρόπο που πολέμησαν την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση. «Το Άουσβιτς έγινε επειδή οι Ναζί, ο γερμανικός λαός που τους ψήφισε και ο δυτικός πολιτισμός που τους κυοφόρησε παραδόθηκαν επί αιώνες στη συμβολοποίηση του ‘κακού Εβραίου’. Αν υπήρχαν επαρκείς πολιτισμικές αντιστάσεις σε αυτή τη συμβολοποίηση, δεν θα υπήρχε Ολοκαύτωμα. Το αίτημα του επανανθρωπισμού των ιστορικών υποκειμένων (θυμάτων αλλά και δημίων) δεν συνιστά ‘σχετικοποίηση’, ούτε κατάργηση των ρόλων του θύματος και του θύτη, αλλά ένα στοίχημα για τη δική μας συνείδηση. Ο επανανθρωπισμός του κακού είναι ο μόνος δρόμος για να αναλογιστούμε το κατά πόσο ανήκουμε κι εμείς σε αυτό το κακό, για να το μετρήσουμε μέσα μας. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον τρόπο πνευματικής επαγρύπνησης».
 
Ο Θανάσης Τριαρίδης επιμένει συνειδητά εδώ και χρόνια να προσφέρει πολλά από τα βιβλία του δωρεάν, σε ηλεκτρονική μορφή, στο διαδίκτυο. Είναι ένας συγγραφέας που ποτέ δεν ένιωσε άνετα εντός της «αγοράς του βιβλίου», καθώς θεωρεί ότι όλο και περισσότερο βαδίζει προς την ομογενοποίηση της λογοτεχνίας. «Το ίντερνετ είναι ένα μέσο αυτοέκδοσης που δίνει ένα σημαντικό περιθώριο ελεύθερης έκφρασης. Ήδη βγαίνουν ανεξάρτητες φωνές πολύ σημαντικές. Και πιστεύω πως σε μια γωνιά του διαδικτύου μπλογκάρει ο νέος Ρεμπό και ο νέος Καβάφης – ερήμην μας. Πολλοί λένε πως στο ίντερνετ κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα σκουπίδια. Μακάρι να ανήκω κι εγώ σε αυτά τα ανεξέλεγκτα σκουπίδια και όχι στην ομογενοποιημένη ομοφωνία. Κάτι τέτοιο θα ήταν για μένα τιμή».
 
Παραστάσεις: Από Σάββατο 19 Ιανουαρίου και κάθε Σάββατο στις 8.30μ.μ. και Κυριακή στις 6μ.μ. μέχρι 10 Φεβρουαρίου στο Ίδρυμα ΑΡΤος. Πληροφορίες/Κρατήσεις: 22666610