Άνοιξε το βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα και με ένα γλυκό τόνο στη φωνή της ξεκίνησε να διαβάζει. «Μια φοράν τζι έναν τζιαιρόν είσιεν έναν βασιλιάν που είσιεν τρεις γιους. Λαλεί του πρώτου να παίξεις μιαν σσιπεθκιάν τζιαι τζιαμαί που εν να ππέσει, εν η κοπέλλα που εν να παντρευτείς».
Όσο κυλούσαν οι λέξεις ολοένα και ξυπνούσε το παιδί που κάποτε υπήρξαμε και η κυρία Ριάνα Κωσταντίνου, έμπαινε στο ρόλο της γιαγιάς μας. Όπως εξήγησε, το μεγαλύτερο μέρος των παραμυθιών που έγραψε στο βιβλίο «Μια φοράν τζι έναν τζιαιρόν», της τα αφηγήθηκε ο πατέρας της. «Και εκείνος από τους γονείς του τα είχε ακούσει και εκείνοι πιθανόν από τους δικούς τους γονείς», ανέφερε σχολιάζοντας ότι οι ιστορίες αυτές διαδίδονται εδώ και αιώνες. Εξάλλου και η ίδια φρόντιζε να ακούγονται και να επιβιώνουν στη λήθη και στο χρόνο, κρατώντας ζωντανό ένα κομμάτι της λαογραφίας του τόπου μας.
«Ο πατέρας μου συνήθιζε να μας λέει παραμύθια, ποιήματα και αινίγματα. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ραδιόφωνο, παρά μόνο στα καφενεία. Φυσικά ούτε και τηλεόραση. Οι νύχτες, στην Αρμίνου της Πάφου όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, ήταν μεγάλες. Άλλωστε τότε πηγαίναμε δύο φορές στο σχολείο. Από το πρωί μέχρι νωρίς το μεσημέρι και έπειτα ξανά μέχρι το απόγευμα. Ώσπου να βγούμε από τις τάξεις είχε σχεδόν βραδιάσει. Όταν τελικά σχολούσαμε και μαζευόμασταν στο σπίτι και αφού επέστρεφαν και οι γονείς μας από τα χωράφια και τις δουλειές τους, μας έλεγαν ιστορίες. Ήταν ο τρόπος του πατέρα μας για να μας κρατά ήσυχους και να μας απασχολεί».
Πέρα από τις ιστορίες που της είπε ο πατέρας της, η κ. Ριάνα είχε και άλλους τρόπους να μαθαίνει παραμύθια. «Η ράφταινα που πήγα κοντά της ως παιδί για να μάθω την τέχνη του ραψίματος, ήταν μια από εκείνους που διέθεταν ραδιόφωνο. Θυμάμαι ακόμη την ανακοίνωση: “Εδώ Κάιρον. Ραδιοφωνικός σταθμός Καΐρου”. Ήμασταν πολλές μαθήτριες. Κάποια φορά ακούσαμε μια ιστορία, η οποία μου άρεσε τόσο που δεν την ξέχασα. Μάλιστα “Το βοσκόπουλλον” το συμπεριέλαβα στο βιβλίο». Άλλα πάλι τα μάθαινε από τη φίλη της, καθώς τα δύο κορίτσια αντάλλαζαν η μια με την άλλη τα παραμύθια που είχαν ακούσει. «Κάποτε πάλι εύρισκα βιβλία παραμυθιών στο σχολείο.
Όμως, δεν τα συγκράτησα. Για να συγκρατήσεις μια ιστορία πρέπει να τη δουλέψεις με τις σκέψεις σου. Με αυτό τον τρόπο την απομνημονεύεις και αποκτάς τη δυνατότητα και να τη διηγείσαι».
Διδακτικός χαρακτήρας και αίσιο τέλος
Το «Μια φοράν τζ’ έναν τζαιρόν», κυκλοφόρησε στην κυπριακή διάλεκτο πριν από ένα μήνα, με τη βοήθεια της εικονογράφου Αλεξάνδρας Χριστοδούλου και του γλωσσολόγου Γιώργου Γεωργίου και βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία Πάργα και Σολώνειον καθώς και σε άλλα επιλεγμένα σε όλες τις επαρχίες. «Τα περισσότερα από τα παραμύθια που μου αφηγήθηκαν ως παιδί και που έγραψα, αφορούσαν βασιλιάδες αλλά και ζητιάνους, ευχές και κατάρες, νεράιδες και μάγισσες, νέους και ηλικιωμένους, παπάδες και χότζες. Όλα τους έχουν διδακτικό χαρακτήρα και παράλληλα αίσιο τέλος. Τζι εζήσαν τζείνοι καλά, τζι εμείς καλλίτερα».
Διέσωσε τις ιστορίες για τα εγγόνια της
«Τα αδέλφια μου που ήταν αγόρια, δεν καθόντουσαν και πολύ για να ακούσουν ιστορίες. Ο νους τους έτρεχε στους ππίριλους και στο να πιάσουν στρούθους. Εγώ, όμως, έμενα πίσω και τις άκουγα. Αρκετές φορές τις κατέγραφα κιόλας. Τα παραμύθια τα αγαπούσα πάντα». Μάλιστα, όπως είπε, συνήθως κουβαλούσε μια μικρή ιστορία στην ποδιά της. «Θυμάμαι που η μητέρα μου, μου είχε αναθέσει να κάνω ένα κέντημα και όλο με ρωτούσε αν το έχω ολοκληρώσει. Καθυστερούσα βλέπετε, διότι όποτε δεν με έβλεπαν εγώ διάβαζα στα κρυφά».
Όπως είπε μερικά από τα παραμύθια έχουν τις ρίζες τους στους Ευρωπαίους και στους Άραβες, ωστόσο η πλειοψηφία τους είναι κυπριακά. «Η κατσικορώνα για παράδειγμα είναι παραμύθι του τόπου μας και μέσα από την ιστορία καταλαβαίνει κανείς και την πεποίθηση του λαού ότι το συγκεκριμένο πουλί με το μελαγχολικό κελάηδισμα, πιστεύεται πως είναι οιωνός κακών μαντάτων».
Πρόσθεσε παράλληλα ότι τα περισσότερα από τα παραμύθια είναι βγαλμένα από τη ζωή και όπως της έλεγαν έχουν βασιστεί σε πραγματικές ιστορίες.
«Αποφάσισα να γράψω τα παραμύθια από τη μνήμη μου, πριν από λίγα χρόνια, όταν γεννήθηκαν τα εγγόνια μου. Τα είχα πει ήδη σε πολλά παιδιά, όμως, σε εκείνα δεν μπορούσα να τα πω, καθώς έμεναν μακριά. Τα έγραψα στο χαρτί και τα έδωσα στον γιο μου για να αναλάβει το έργο μου. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου και τελικά εκδόθηκε».