Η δουλειά της είναι βαθιά προσωπική, όσο και άμεσα αναγνωρίσιμη. Η Τρέισι Έμιν μοιράζεται με το ευρύ κοινό όσα εμείς διστάζουμε να μοιραστούμε ακόμη και με τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους.
 
Κάνει τέχνη, αλλά και πράξη διαμαρτυρίας, τα ωμά υλικά της ζωής της, σε μια προσπάθεια να μιλήσει ευρύτερα για τη γυναικεία εμπειρία. Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως «τελάλη». Και μπορεί κατά καιρούς να δέχτηκε αρνητικές κριτικές όσο ελάχιστοι ομότεχνοί της, έχει εντούτοις φτάσει σήμερα να συγκαταλέγεται μαζί με τον Ντέιβιντ Χόκνεϊ και τον Ντάμιεν Χιρστ στην αφρόκρεμα των πιο αναγνωρισμένων εκπροσώπων της βρετανικής εικαστικής σκηνής και σύμβολο του κινήματος των Νέων Βρετανών Καλλιτεχνών (ΥΒΑ).
 
«Έχω σιγά- σιγά γίνει το είδος του καλλιτέχνη που ήθελα να είμαι» σημειώνει η ίδια με αφορμή τη νέα της έκθεση στο Λονδίνο, ίσως την πιο προσωπική της μέχρι σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέρος αυτής της δουλειάς δημιουργήθηκε καθώς πενθούσε τη μητέρα της για να επιβεβαιώσει αυτό που λέγεται γι’ αυτή: η πιο ευάλωτη φάση της, είναι και η πιο δημιουργική. «Μετά από αυτή την έκθεση, για μένα, δεν υπάρχει επιστροφή. Εάν δεν αρέσει στον κόσμο, αν αναστατώνει τον κόσμο, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω γι ‘αυτό. Δεν πρόκειται να αλλάξω. Βγήκε έξω τώρα. Είναι όλα εδώ» δήλωσε χαρακτηριστικά.
 
Ο Έμιν δημιουργεί έργα για τον κορεσμό της γυναικείας σεξουαλικότητας, από την επιθυμία μέχρι την πικρή απογοήτευση.  Η μείζονα έκθεση με τίτλο «A Fortnight of Tears» (Ένα δεκαπενθήμερο δακρύων) είναι η πρώτη της στη βρετανική πρωτεύουσα εδώ και μια πενταετία. Φιλοξενείται στην White Cube, την γκαλερί του γνωστού εμπόρου τέχνης Τζέι Τζόπλινγκ στην πυκνοκατοικημένη συνοικία Μπέρμοντσεϊ. Περιλαμβάνει γλυπτά, έργα με νέον, πίνακες ζωγραφικής, ταινίες, φωτογραφίες και σχέδια, όλα με επίκεντρο τις μνήμες και τα συναισθήματα της εικαστικού με τις κυπριακές ρίζες, που εγείρονται από την απώλεια, το πάθος, την οργή και τον έρωτα, με αναφορές και στην ατεκνία σε μια μέση ηλικία όπου φτάνει να συγκρούεται με τον βρετανικό στωικισμό.
Η αυτοαναφορική και εξομολογητική διάσταση διαπερνά εγκάρσια το έργο της Έμιν, η οποία γεννήθηκε το 1963 στο Κρόιντον από μητέρα Αγγλίδα με καταγωγή ρομά και πατέρα Τουρκοκύπριο, που μετανάστευσε στη Βρετανία τη δεκαετία του ‘50. Είναι μάλιστα ξαδέρφη της Μεράλ Χουσεΐν Ετζέ, της πρώτης Τ/κ βαρόνης στη Βουλή των Λόρδων. Μαζί με τον δίδυμο αδερφό της Πολ μεγάλωσαν στο Μάργκεϊτ του Κεντ όπου στην ηλικία των 13 ετών έπεσε θύμα βιασμού, γεγονός που η ίδια μνημονεύει ως «συνηθισμένο για την περιοχή». Αναπόφευκτα, το έργο της αναλύεται μέσα από το πρίσμα της πρώιμης κακοποίησης και της σεξουαλικής επίθεσης.
 
Μια συναισθηματική ωρολογιακή βόμβα
 
Η έκθεση είναι σαν μια συναισθηματική ωρολογιακή βόμβα που έχει αφεθεί στον χώρο της γκαλερί. Εισερχόμενος στη νότια πλευρά της γκαλερί, ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με 50 αυτοπροσωπογραφίες από μια εν εξελίξει φωτογραφική σειρά που αποτυπώνει διάφορες στιγμές και φάσεις κατά τις περιόδους αϋπνίας της δημιουργού. Η Έμιν υποφέρει εδώ και καιρό από αϋπνίες απαθανατίζει τον εαυτό της με σέλφι από το κινητό, καθώς περιμένει απελπισμένα τον Μορφέα να την πάρει στην αγκαλιά του. Αυτές οι ανήσυχες και πολύ ιδιωτικές κοντινές λήψεις, που συλλαμβάνουν το σύνηθες μαρτύριο, την εξάντληση και την απελπισία αυτών των μοναχικών ξάγρυπνων ωρών, παρουσιάζονται σε πυκνές εκτυπώσεις ύψους δύο μέτρων η κάθε μια.
 
Στα ζωγραφικά έργα, που στην τρέχουσα φάση της πορείας της παρουσιάζει όλο και πιο συχνά σε σχέση με πριν, η Έμιν αρθρώνει την εγγενή στην ανθρώπινη ύπαρξη χαρά και ταλαιπωρία, η οποία πηγάζει από το ναρκοπέδιο των σεξουαλικών σχέσεων, μέχρι το σωματικό τραύμα της άμβλωσης και τον πρόσφατο θάνατο της μητέρας της. Οι κριτικοί εντοπίζουν μια απροσδόκητη ενέργεια σε αυτά τα καινούργια έργα, καθώς εγγράφει έντονα τη συναισθηματική αναταραχή της. Εστιάζοντας στο σώμα της ως αγωγό των συναισθημάτων της, τα έργα της κάνουν αναφορές στον κινούμενο ρεαλισμό της Κέτε Κόλβιτς και τον μοντερνιστικό ζήλο του Μουνκ μέχρι την επαυξημένη σεξουαλικότητα των γυναικείων θεμάτων του Έγκον Σίλε.
 
Σε πολλά από τα έργα αποκαλύπτει μια οξυμένη φυσικότητα που αναφέρεται στο εκφυλιστικό ταξίδι από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο. Χρώματα και στοιχεία μεταδίδουν συναισθήματα έρωτα και πόθου, ενώ άλλα περιγράφουν ευθέως πράξεις σεξουαλικής επιθετικότητας, που εξακολουθούν να στοιχειώνουν την εικαστικό. Η έκθεση επικεντρώνεται στον προσωπικό της πόνο με πολλά έργα να αφορούν την απώλεια, το πένθος και την παντοτινή αγάπη.
Έργα με τίτλους όπως «I Could Feel You» (2018), «Bye Bye Mum» (2018), «I Prayed» (2017), «Can you hear me» (2017), «I was too young to be carrying your ashes» διαπραγματεύονται τη θλίψη της απώλειας με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Μαζί με τους πίνακες προβάλλεται κι ένα φιλμ όπου η Έμιν αναφέρεται στη μεταφορά της τέφρας της μητέρας της στο σπίτι της: «Έφερα τη τέφρα της απέναντι στο δρόμο – προσπαθώντας να μην κλάψω, προσπαθώντας να μη σκέφτομαι. Κάπου έμοιαζε σαν να κάνω κάτι λάθος, σαν να κλέβω κάτι, σαν να ήμουν κλέφτρα.»
 
Η μητρότητα και το γυναικείο σώμα αποτελεί τη θεματική του και του χάλκινου γλυπτού «The Mother» (2017), το οποίο τρόπον τινά αποτελεί μια μακέτα ενός πολύ μεγαλύτερου, ύψους επτά μέτρων έργου, το οποίο πρόκειται να τοποθετηθεί μόνιμα από τα τέλη της άνοιξης του 2020 δίπλα από το Μουσείο Έντβαρντ Μουνκ στο Όσλο, μετά από διεθνή διαγωνισμό. Απεικονίζει ένα γονατιστό γυναικείο γυμνό που κοιτάζει με προσοχή μια αφηρημένη μορφή, την οποία κρατά στοργικά στις παλάμες της.
Η έκθεση περιλαμβάνει ακόμη έργα φτιαγμένα με χαρτί, μακέτες και αναμνηστικά από το αρχείο της καλλιτέχνιδος τα οποία οργανώνονται με βάση τις θεματικές του έρωτα, του σεξ, του θανάτου και του φόβου.
 
Ως επιμύθιο, προβάλλεται η ταινία «How It Feels» (1996), ένα καθοριστικής σημασίας πρώιμο έργο στην πορεία της. Εμφανίζεται η ίδια να περπατά στους δρόμους του Λονδίνου και να αφηγείται την προσωπική εμπειρία της πρώτης της έκτρωσης, το 1990. Και να εξηγεί πώς μέσω της κρίσης εκείνης έφτασε στο αποκαλυπτικό συμπέρασμα ότι η τέχνη δεν μπορεί να φτιάχνεται για την τέχνη, αλλά είναι εγγενώς συνδεδεμένη με την ίδια τη ζωή: «η ουσία της δημιουργικότητας, εκείνη η στιγμή της σύλληψης… ολόκληρη η ύπαρξη των πάντων… έπρεπε να αφορά το από πού πραγματικά προέρχεται».
 
Σχεδόν 30 χρόνια μετά, η Έμιν εξακολουθεί να αντιμάχεται τον εαυτό της για το γεγονός ότι δεν έκανε παιδί. «Η έκτρωση ήταν ένα λάθος, αλλά ήταν το καλύτερο γαμ… λάθος της ζωής μου» έχει δηλώσει. Η ίδια βεβαίως έχει βρει τον τρόπο να ξορκίζει την πραγματικότητα μέσω της δημιουργίας. Θεωρεί άλλωστε την τέχνη μια καθαρτήρια διεργασία, κάτι σαν το κλάμα. Αν είναι όμως κάτι για το οποίο μετανιώνει είναι ότι για πολύ καιρό επιθυμούσε να αισθάνεται ανώτερη από την ίδια την πράξη αυτού που κάνει, πράγμα που σήμερα θεωρεί πια «πραγματικά χαζό».
 
* Η έκθεση της Τρέισι Έμιν «A Fortnight of Tears» στην White Cube Bermondsey του Λονδίνου άνοιξε στις 6 Φεβρουαρίου και θα διαρκέσει μέχρι τις 7 Απριλίου.
 
** Σειρά σχεδίων της πρόκειται να παρουσιαστεί τον Ιούνιο στο Μουσείο Ορσέ του Παρισιού, ενώ τον Σεπτέμβριο παρουσιάζεται έκθεσή της και στην γκαλερί Λόρκαν Ο’ Νιλ στη Ρώμη.