«Ο ποιητής: Δεν πέθανε. Απλώς μετακόμισε στους στίχους του» έγραφε ο Κώστας Μόντης. Σαν σήμερα, το 2004, ο σπουδαίος Κύπριος ποιητής θα μετακόμιζε για πάντα στους στίχους του. Απεβίωσε σε ηλικία 90 ετών στο σπίτι του στον Άγιο Δομέτιο, περιτριγυρισμένος από την οικογένεια του.

Ο Κώστας Μόντης (1914 -2004) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές. Ιδιαίτερη του πατρίδα η Κύπρος. Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1914 στην κατεχόμενη σήμερα από τα τουρκικά στρατεύματα Αμμόχωστο.
Έκτο και τελευταίο παιδί του Θεόδουλου Μόντη από τη Λάπηθο, δημοσίου υπαλλήλου και της Καλομοίρας Μπατίστα από την Αμμόχωστο. 

Η παιδική και εφηβική ζωή του Κώστα Μόντη σημαδεύτηκε από το δράμα του θανάτου και της ορφάνιας. Στη τρυφερή ηλικία των οκτώ του χρόνων έχασε τους δύο αδελφούς του. 

Ο αδελφός του Γιώργος Μόντης πέθανε από φυματίωση σε ηλικία 21 ετών και μόλις τρεις εβδομάδες μετά πέθανε και ο αδελφός του Νίκος από λευχαιμία σε ηλικία 16 ετών. Στην ηλικία των δώδεκα, ο ποιητής έχασε τη μητέρα του. Ο θάνατος της μάνας του τον σημάδεψε και καθόρισε σαν άνθρωπο και σαν ποιητή. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ο παππούς μου Κώστας Μόντης, όπως τον γνώρισα

Σε ηλικία δεκαέξι χρόνων χάνει και τον πατέρα του. Γυμνασιόπαιδο, πήρε μέρος στην εξέγερση κατά της αποικιοκρατίας, τα Οκτωβριανά 1931. Μετά την αποφοίτησή του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευκωσίας σπούδασε νομικά και πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Επιστρέφοντας με το πτυχίο της νομικής στην Κύπρο το 1937, ο Μόντης αναγκάστηκε να εργασθεί αρχικά ως υπάλληλος μεταλλευτικής εταιρείας, γιατί η αγγλική αποικιοκρατική διοίκηση δεν αναγνώριζε το ελληνικό πτυχίο για την εξάσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και ως εκδότης εφημερίδων και περιοδικών. 

Το 1942 ίδρυσε στη Λευκωσία, μαζί με τον Αχιλλέα Λυμπουρίδη και τον Φοίβο Μουσουλίδη το πρώτο επαγγελματικό θέατρο της Κύπρου, το «Λυρικό». Κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκόσμιου πολέμου ο Κώστας Μόντης έπαιξε κύριο ρόλο στην οργάνωση περίθαλψης στους Ελλαδίτες πρόσφυγες, που εγκατέλειπαν την κατεχόμενη Ελλάδα και μέσω Τουρκίας κατέφευγαν στην Κύπρο. Τον Φεβρουάριο του 1946 παντρεύτηκε την Έρση Παντελή Κωνσταντίνου από τη Μόρφου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους και μία κόρη. Το 1950 διορίστηκε γενικός γραμματέας της Εμποροβιομηχανικής Ομοσπονδίας Κύπρου. Συμμετέσχε στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου το 1955-59 ως πολιτικός καθοδηγητής των μελών της ΕΟΚΑ. Το 1961 διορίστηκε διευθυντής του Τμήματος Τουρισμού της Κύπρου, θέση που υπηρέτησε μέχρι και το 1976 που αφυπηρέτησε.

Ασχολήθηκε με το θέατρο και τη λογοτεχνία. Έγραψε και δημοσίευσε περισσότερες από 40 επιθεωρήσεις και θεατρικά, ενώ έχει διασκευάσει στην Κυπριακή διάλεκτο τη «Λυσιστράτη» και την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη. Από το 1934 ως το 1996 εξέδωσε γύρω στα 30 ποιητικά και έξι πεζά βιβλία. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι περίφημες «Στιγμές», ένα νέο ποιητικό είδος με το οποίο ο Κώστας Μόντης ανανέωσε και εξέλιξε από τη σκοπιά της Κύπρου, τη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση. Κορυφαίο ωστόσο ποιητικό του επίτευγμα θεωρείται η τριλογία «Γράμματα στη Μητέρα» (1965, 1972, 1980). Ολόκληρο το έργο του περιέχεται στα Άπαντα του Κώστα Μόντη, που εκδόθηκαν από το Ίδρυμα Λεβέντη. Η αγάπη για τον άνθρωπο και την πατρίδα κυριαρχούν στο έργο του. 

Ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά, Βουλγαρικά, Ρουμανικά και σε άλλες γλώσσες. Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού. Ο Κώστας Μόντης προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Το 1997 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το 2000 η Ακαδημία Αθηνών τον ανακήρυξε αντεπιστέλλον μέλος της, ύψιστη τιμή που απονέμεται σε πνευματικούς δημιουργούς που ζουν εκτός Ελλάδος, ενώ το 2001 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το Έργο του 

Ι. Πεζογραφία
• Γκαμήλες κι άλλα διηγήματα. Λευκωσία, 1939.
• Ταπεινή ζωή. Λευκωσία, 1944.
• Κλειστές πόρτες. Λευκωσία, 1964.
• Διηγήματα. Λευκωσία, 1970.
• Ο αφέντης Μπατίστας και τ’ άλλα. Αθήνα, Ερμής, 1980.
• Ο Σαγρίδης. Λευκωσία, 1985.

ΙΙ. Ποίηση
• Με μέτρο και χωρίς μέτρο. Κύπρος, 1934.
• Minima. Λευκωσία, 1946.
• Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής. Λευκωσία, 1954.
• Στιγμές. Λευκωσία, 1958.
• Συμπλήρωμα των Στιγμών. Λευκωσία, 1960.
• Ποίηση του Κώστα Μόντη. Λευκωσία, 1962.
• Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι. Λευκωσία, 1965.
• Αγνώστω ανθρώπω. Λευκωσία, 1968.
• Εξ’ ιμερτής Κύπρου. Λευκωσία, 1969.
• Εν Λευκωσία τη… Λευκωσία, 1970.
• Δεύτερο γράμμα στη μητέρα. Λευκωσία, 1972.
• Κλειστές Πόρτες. 1964.
• Και τότ’ εν’ εναλίη Κύπρο. Λευκωσία, 1974.
• Πικραινόμενος εν εαυτώ. Λευκωσία, 1976.
• Κύπρος εν Αυλίδι. Λευκωσία, 1976.
• Ποιήματα για μικρά και μεγάλα παιδιά. Λευκωσία, 1976.
• Ανθολόγηση από τις Στιγμές. Αθήνα, 1978.
• Στη γλώσσα που πρωτομίλησα· Ιδιωματικά ποιήματα· Πρόλογος Γιώργου Κεχαγιόγλου – Φιλολογική επιμέλεια Στάλω Μόντη – Πουαγκαρέ. Λευκωσία, 1980.
• Κύπρια ειδώλια. Λευκωσία, 1980.
• Μετά φόβου ανθρώπου. Αθήνα, 1982.
• Αντίμαχα. Λευκωσία, 1983.
• Ως εν κατακλκείδι. Λευκωσία, 1984.
• Επί σφαγήν. 1985.
• Του στίχου τα μυνήματα. Λευκωσία, 1991.
• Τώρα που διαβάζω καλύτερα. Λευκωσία, 1998.

ΙΙΙ. Μεταφράσεις
• Αριστοφάνους Λυσιστράτη. Λευκωσία, 1972.
ΙV. Επιμέλειες εκδόσεων
• Ανθολογία κυπριακής ποίησης (μαζί με τον Α.Χριστοφίδη). Αθήνα, 1965 (και έκδοση β΄ συμπληρωμένη, Λευκωσία, 1973).
• Ανθολογία νέων Κυπρίων ποιητών. Λευκωσία, 1969.
• Κυπριακά δημοτικά τραγούδια. Λευκωσία, 1971.
• Anthologie de la poesie Chypriote (μαζί με τους G.H.Aufrere και Α.Χριστοφίδη). Παρίσι, 1972.
• Cypriot anthology (μαζί με τους Α.Χριστοφίδη και A. Mims). Λευκωσία, 1974. 
V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Άπαντα, τ.1-7 Λευκωσία, 1986-1991.
• Άπαντα, τ.Α΄. Συμπλήρωμα. Λευκωσία, 1988.
• Άπαντα, τ.Α΄. Συμπλήρωμα Β΄. Λευκωσία, 1992.
• Άπαντα, τ.Α΄. Συμπλήρωμα Γ΄. Λευκωσία, 1993.

Αποσπάσματα

Και τι θα γίνει τώρα,
θα σχίσουμε τα παλιά μας τετράδια
που ‘ταν γεμάτα χρωματιστή «Ένωση»,
θα σχίσουμε τα παλιά μας σχολικά τετράδια
που ‘ ταν γεμάτα «Ένωση» διακοσμημένη με γιασεμιά και
λεμονανθούς και μαργαρίτες,
θα σχίσουμε τα παλιά αναγνωστικά των παιδιών μας
με τις ελληνικές σημαίες,
θα πετάξουμε τ’ αγαπημένο αναμνηστικό σκουφί του Γυμνασίου
με την «Ένωση» στο γείσο,
θα πετάξουμε το χάρακά τους
και την τσάντα και τη μπάλα και το ποδήλατο
που ‘γραφαν «Ένωση»;
Αλήθεια, πέστε μου, τι θα γίνει τώρα;
(ΚΥΠΡΟΣ 1974-1976, Β,605)
 

ΔΕΝ ΗΡΘΑΝ
Δεν ήρθαν οι θεατές που περιμέναμε,
δεν ήρθαν οι θεατές που περίμεναν τ’ αναμμένα φώτα
και ματαιώθηκε η παράσταση
και καθήσαμε μονάχοι στην πλατεία
τριγυρισμένοι απ’ τ’ άδεια καθίσματα
με πολλή κατάθλιψη
και μ’ ένα παράξενο ηδονισμό,
μ’ ένα εντελώς ανεξήγητο ενδόμυχο ηδονισμό.
 

ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ
Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.
 

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Ελάχιστοι μας διαβάζουν
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε ελληνικά.
 

ΝΥΧΤΕΣ

Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι και την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι Φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι – τι θα γίνεi;
Το ξέρεις πως η σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ’ το θέατρο και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθει – δε γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.

(Από τη συλλογή τα τραγούδια της ταπεινής ζωής (Λευκωσία 1954))

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές»: 

Ποιο «κράτος», κύριοι, ποιο «κράτος»;
Σ’ αλλεπαλλήλους σωρούς «κρατών» πατάμε.
Δεν καταλαβαίνετε πως με τεχνητά μέσα
κρατάμε την Ιστορία στη ζωή;

Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
Εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας;

Σκέψου πως δε μας έμεινε άλλο όνειρο
παρά να βγούμε από μια πόρτα.

Καλή η λευτεριά, πρώτη η λευτεριά,
μα σου ’χει κάποτε μια σκλαβιά,
σου ’χει μια σκλαβιά!

Προς ποιητήν

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;