«Εξυπνήσαμεν πρωΐαν τίνα και υπέρ τας κεφαλάς ημών ίδομεν κυματίζουσα την Αγγλικήν σημαίαν, ης έμβλημα είναι ο πολιτισμός και πρόοδος. Έλληνες ημείς, καταπιεζόμενοι επί ολοκλήρους αιώνας… εχάρημεν βεβαίως… Σήμερον όμως επήλθεν η στιγμή… όπως μετά σεβασμού υποδείξωμεν… τας ανάγκας ημών και τα μέτρα άτινα δέον να λάβη η Σεβαστή Κυβέρνησίς μας προς διόρθωσιν των εν τη νήσω κακώς εχόντων», γράφει τον Ιούνιο του 1879 η εφημερίδα «Νέον Κίτιον». 
Τα κακώς έχοντα στα οποία αναφέρεται το εν λόγω άρθρο αφορούν, όπως είναι αναμενόμενο, την οικονομία και την διοίκηση της νήσου. Αυτό όμως που δεν θα ανέμενε κανείς να αποτελέσει σημείο τριβής μεταξύ της χριστιανικής Βρετανίας και της κυπριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι το ζήτημα της εκκλησιαστικής παράδοσης της Κύπρου.
Μια ανοιξιάτικη μέρα του Μαΐου του 1879 ο ιερέας του Ξυλοφάγου, Παπά Αντώνιος, αρνήθηκε να προσφέρει στέγη και τροφή στους περιοδεύοντες ζαπτιέδες οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με τη συλλογή φόρων στην περιοχή. Την ίδια περίοδο, ο ιερέας του Ριζοκάρπασου υπέπεσε στο «τρομερό» παράπτωμα να κόψει ένα δέντρο το οποίο ανήκε στην Κυβέρνηση. Και οι δυο ιερείς παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο της Αμμοχώστου, το οποίο τον Ιούνιο του 1879 τους καταδίκασε τον πρώτο σε ένα μήνα και τον δεύτερο σε επτά ημέρες φυλάκιση.
Μόλις έγινε γνωστή η είδηση στην Λευκωσία, πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε μπροστά από το Διοικητήριο. Σε επιστολή τους προς τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου οι κάτοικοι της Λευκωσίας έγραφαν: «Τούτο προσβάλλει καιρίως τα θρησκευτικά ημών έθιμα, τούτο είναι ύβρις βαρεία κατά της Εκκλησίας ημών, τούτο είναι περιφρόνησις του κλήρου μας προς ον το έθνος ημών οφείλει και αυτήν την πολιτικήν του ύπαρξιν. Διαμαρτυρόμεθα διά του επισημοτέρου τρόπου κατά της βανδαλικής ταύτης πράξεως». Παρομοίως, οι κάτοικοι Βαρωσίων έγραφαν στον Ύπατο Αρμοστή τα εξής: «Μετ’ εκπλήξεως βλέπομεν ότι από τίνων ήδη μηνών η ενταύθα τοπική Αρχή καταπιέζη λίαν απανθρώπως τους διά χρέη ή διά άλλας τίνα αιτίας φυλακισμένους, υποβάλλουσα αυτούς εις καταναγκαστικά έργα ως κακούργους και προσέτι κείρουσα τους πώγωνας, μύστακας και ολόκληρην την κόμην αυτών. Τούτο έπραξε ήδη εις πολλούς, εσχάτως δε μάλιστα και εις δυο Ιερείς προς εμπαιγμόν βέβαια του Ελληνικού κλήρου και χλεύη των Ορθοδόξων Χριστιανών».
 
Ο Διοικητής Αμμοχώστου απαντώντας στις διαμαρτυρίες των Ελληνοκυπρίων ανέφερε ότι αυτοί είναι οι κανονισμοί της φυλακής και δεν μπορεί να υπάρξει εξαίρεση για κανέναν. Συνεχίζοντας, ο Διοικητής εξέφρασε τη λύπη του γιατί οι ιερείς αντί να βοηθούν την Κυβέρνηση στην εκτέλεση του έργου της, επιλέγουν να εναντιώνονται στις διαταγές της. Στην παρατήρηση δε της Επιτροπής κατοίκων της Αμμοχώστου, ότι σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο η κουρά ιερέων είναι παράνομη, ο Διοικητής απάντησε ότι μπορεί ο Νόμος να είναι Οθωμανικός αλλά ο κανονισμός των φυλακών είναι αγγλικός. Την πρώτη περίοδο της βρετανικής κυριαρχίας η άγνοια της γλώσσας, των ηθών και εθίμων της νήσου και η μικτή νομοθεσία οδηγούσε συχνά σε παρανοήσεις. Έτσι, ο άτυπος «πόλεμος» που είχε κηρύξει η Κυβέρνηση στην Εκκλησία της Κύπρου έγινε αφορμή για να εξαντλήσουν οι Βρετανοί αξιωματούχοι όλη την σκληρότητά τους σε δυο απλούς ιερείς.
 
Φωτο: Συλλογές Πολιτιστικού Ιδρύματος Τράπεζας Κύπρου
Πηγή: Εφημερίδα «Νέον Κίτιον» 1879