Έκθεση σύγχρονης ζωγραφικής του Γιώργου Κουμούρου φιλοξενεί στο Λονδίνο το Πολιτιστικό Τμήμα της Υπάτης Αρμοστείας της Κύπρου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Την έκθεση επιμελείται ο Μεγακλής Ρογκάκος.
Ο εικαστικός και σκηνοθέτης από τη Γιαλούσα παρουσιάζει μια επιλογή 24 έργων από τη σειρά «Προσωπογραφίες Τοπίων». Η έκθεση ανοίγει στις 6.30μ.μ. της 14ης Μαρτίου στις Αίθουσες Τέχνης της Υπάτης Αρμοστείας της Κύπρου (13 St James’s Square, London SW1) και θα διαρκέσει μέχρι τις 5 Απριλίου. Η έκθεση τελεί υπό την αιγίδα του Υπάτου Αρμοστή της Κύπρου. Ευριπίδη Ευρυβιάδη.
Ένας κατάλογος 68 σελίδων, που απεικονίζει πλήρως τα έργα, με εισαγωγή και ποιήματα του Κούμουρου και ένα δοκίμιο του Δρος Ρογκάκου, συνοδεύει την έκθεση.
Ο Γιώργος Π. Κούμουρος γεννήθηκε στη Γιαλούσα της Κύπρου το 1955. Σπούδασε μαθηματικά στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1980) και ζωγραφική στην Πυθαγόρειο Ακαδημία Καλών Τεχνών Σάμου (1989). Διατηρεί εργαστήριο ζωγραφικής από το 1982. Έχει παρουσιάσει 30 ατομικές εκθέσεις σε Κύπρο, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο και Πορτογαλία. Κορυφαία στιγμή στην πορεία του είναι οι εικονογραφήσεις του εμπνευσμένες από τον Όμηρο (2008), οι οποίες εξετέθηκαν στα αρχαιολογικά μουσεία Δελφών, Ηγουμενίτσας και Θεσσαλονίκης, και οδήγησαν στην έκδοση με τίτλο «Ιλιάδα η Εμή» (Ανάπλους, 2013).
Σύμφωνα με τον επιμελητή, η ερώτηση «τι παραμένει από το παρελθόν και τι έπεται στο μέλλον;» απασχόλησε υποσυνείδητα τον Γιώργο Κούμουρο, ο οποίος οπτικοποίησε τη συγκεκριμένη αγωνία στα έργα που ζωγράφισε κατά την περίοδο 2012-2017. Οι απόκοσμες εικόνες του παρουσιάζουν προσωποποιημένα τοπία ή προσωπογραφίες τοπίων. Τα συγκεκριμένα τοπία είναι έρημα και σιωπηρά. Είναι τοπία που γνώρισαν ζωή κάποτε και τώρα έχουν οριστικά φθαρεί από τη χρήση ή την κατάχρηση. Χωρίς την παραμικρή διάθεση εξωραϊσμού, ο Κούμουρος αναπαριστά το προφητικό όραμά του.
Πώς να ωραιοποιήσεις την αγωνία;
«Η αγωνία, ο πόνος και ο θυμός, είναι αναπόσπαστα στη ζωή μας, και δε θα μπορούσε να απουσιάζουν από τα έργα μας» αναφέρει ο καλλιτέχνης σε μια συζήτηση με τον Μεγακλή Ρογκάγκο. «Αναπόφευκτα η όποια αποτύπωσή τους σε κάθε μορφή τέχνης, καταλήγει ενίοτε να είναι και άγρια και σκληρή! Φαίνεται δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Να γίνει δηλαδή συγκεκαλυμμένα και ωραιοποιημένα. Το αποτέλεσμα τότε, ίσως να μην υπηρετεί το στόχο του. Γιατί αυτά τα συναισθήματα, τα καταγράφουμε συχνά σε μια διαδικασία εξορκισμού τους, είτε σε κάποια διαδικασία ανάκλησης και αναστοχασμού, που είναι ούτως ή άλλως επώδυνη διαδικασία, στοχεύοντας κάθε φορά στη σοφία και τη λύτρωση. Πώς είναι δυνατόν να ωραιοποιείται μια τέτοια διαδικασία;» διερωτάται.
Σύμφωνα με τον Γιώργο Κούμουρο, οι αιτίες που γεννούν αυτά τα συναισθήματα, μπορεί να είναι διαφορετικές για τον καθένα και ακόμα και για μας τους ίδιους, μα η αίσθηση που ‘χαράζεται’ στην ψυχή όλων μας κάθε φορά είναι η ίδια. «Ίδιες είναι και οι εικόνες που συλλογικά, κατά μίαν έννοια, έχουν κατασταλάξει και έχουν χαραχθεί μέσα μας ώστε να λειτουργούν υπομνηματικά για κάθε συναίσθημα. Φωτιά λόγου χάριν για τον φόβο ή μάτια ορθάνοιχτα για τον τρόμο, τα δέντρα για τη ζωή, τα σήματα οδικής κυκλοφορίας για τις ‘υποχρεωτικές πορείες’ στη ζωή, τα αστέρια για το άπειρο και το αλλού».
Ο Κούμουρος χρησιμοποιεί συχνά τέτοιες αρχετυπικές εικόνες στο έργο του, όταν υποσυνείδητα κατά την στιγμή της σύλληψης ή κατά την περίοδο της εκτέλεσης του έργου, διακατέχεται από κάποιο συγκεκριμένο συναίσθημα. «Φροντίζω όμως συνειδητά στη συνέχεια η όλη σύνθεση να παραμένει σε εκείνο το αρχικό επίπεδο συμβολικού ψιθύρου, ώστε το έργο να λειτουργεί διακριτικά, ως αφετηρία σκέψης μόνον, οδηγώντας συνειρμικά τον κάθε θεατή, σε μια κατ’ ιδίαν διαδικασία ανάκλησης των δικών του συναισθημάτων. Των δικών του βιωμάτων. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, χαίρομαι γιατί δικαιώνεται η προσπάθειά μου. Αυτό ακριβώς είναι που ονομάζω ‘φυλαχτό για τον δρόμο’ και το προσφέρω στον θεατή οδοιπόρο».
«Ναι, απομακρυνθήκαμε από την κλασσική γραμματεία, χάνοντας έτσι και την ουσία που αυτή περιέχει» εκτιμά εξάλλου ο Γιώργος Κούμουρος. «Σήμερα η παιδεία είναι κυρίως χρησιμοθηρική. Κυνηγάει τη στείρα τεχνογνωσία και τεχνολογία, οι οποίες όμως κατέληξαν μοιραία στους λίγους εκείνους που μπορούν και τις αναπτύσσουν. Μείναμε έτσι απ’ έξω, φτωχοί συγγενείς, σε έναν αγώνα να τις αποκτήσουμε. Χρήσιμη η τεχνολογία και άξιος ο αγώνας να την αποκτήσουμε, αν όντως την έχουμε ανάγκη, μα είναι και άλλα, ουσιώδη και θεμελιακά θα έλεγα εφόδια για τη ζωή μας».
* Ο καλλιτέχνης αναγνωρίζει με ευγνωμοσύνη την υποστήριξη από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου.