Έργα τεσσάρων εμβληματικών γυναικών εικαστικών της γενιάς του Μεσοπολέμου περιλαμβάνει η έκθεση με τίτλο «Ορατότητες/ απηχήσεις» που εγκαινιάζεται στις 15 Μαρτίου στο Γκαράζ.
Πρόκειται για τις Βέρα Γαβριηλίδου-Χατζηδά (1936-2012), Καίτη Στεφανίδου (1925-2012), Ελένη Χαρικλείδου (1926-1978) και Παυλίνα Παυλίδου (1924-1993). Η έκθεση διοργανώνεται με πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Ιδρύματος Λευτέρη Οικονόμου, ολοκληρώνοντας μια τριλογία αφιερωμάτων στη 2η Γενιά Κυπρίων Καλλιτεχνών. Στόχος της είναι να επαναφέρει στο προσκήνιο το έργο των τεσσάρων αυτών εικαστικών και να ενθαρρύνει το ενδιαφέρον για την καλλιτεχνική τους πορεία και τις εικαστικές τους κατακτήσεις.
Σύμφωνα με την επιμελήτρια, Δήμητρα Ιγνατίου, η έκθεση επιδιώκει να μας ωθήσει να αναλογιστούμε τους περιορισμούς και τα μοτίβα μέσα από τα οποία συχνά η φωνή και η παρουσία δημιουργών ή ομάδων που έχουν να επιδείξουν πρωτοποριακό και ουσιαστικό έργο, αποσιωπείται ή προσπερνιέται αφήνοντας χώρο σε άλλες αφηγήσεις να εδραιωθούν και να κυριαρχήσουν. «Ο τίτλος της έκθεσης αποτελεί προτροπή να αναλογιστούμε με ποιους τρόπους στρέφουμε το βλέμμα μας προς το τι προηγήθηκε αφουγκραζόμενοι ταυτόχρονα τους σύγχρονους προβληματισμούς» προσθέτει.
Τα έργα που επιλέχθηκαν δημιουργήθηκαν την περίοδο 1960- 1990, καλύπτοντας σημαντικές φάσεις στη δημιουργική πορεία της κάθε εικαστικού. Παρουσιάζεται έτσι μια συμπυκνωμένη θεώρηση της εξέλιξης της δουλειάς της κάθε μιας, όπως διαμορφώθηκε με βάση τα προσωπικά βιώματα, τις συλλογικές εμπειρίες και τις ατομικές αγωνίες. «Η δεκαετία του 1960 είναι η εποχή που και οι τέσσερις αυτές πρωτοπόρες και ιδιαίτερα χαρισματικές μορφές της Κυπριακής τέχνης κάνουν την εμφάνισή τους στην εγχώρια καλλιτεχνική σκηνή. Κουβαλάνε τις επιρροές και τα ερεθίσματα που αποκόμισαν από τις σπουδές και τα ταξίδια τους, τα οποία αποτυπώνονται με τολμηρό τρόπο στα πρώτα τους έργα» σημειώνει η επιμελήτρια. «Η δεκαετία του 1970 είναι η περίοδος που το έργο τους έχει πλέον μπολιαστεί με τα στοιχεία της ιδιότυπης συνθήκης εντός της οποίας τοποθετείται η καθημερινότητά τους, με τις τρεις από τις τέσσερις να κατοικούν μόνιμα στην Κύπρο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι και τα τέλη του 1980 αποκρυσταλλώνεται η εικαστική γλώσσα της κάθε μιας».
Η Δ. Ιγνατίου εκτιμά ότι στην περίπτωση των γυναικών αυτών η δημιουργία και η δημιουργική διαδικασία υπήρξαν αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής τους. «Τα έργα τους πηγάζουν όχι από ανάγκη διεκδίκησης καταξίωσης ή προβολής, αλλά ως αποτέλεσμα ‘διευθέτησης’ και διαπραγμάτευσης των αγωνιών και των ζητημάτων που όριζαν τον εσωτερικό τους κόσμο. Η διαφορετική προσωπική συνθήκη (οικογενειακή, οικονομική, κοινωνική) εντός της οποίας εργάστηκε και δημιούργησε η κάθε μία μπορεί να αποτελεί έμπνευση αλλά και ενθάρρυνση προς σύγχρονες δημιουργούς. Η αξία και η συνεισφορά του έργου τους εντοπίζεται ακόμη στο ότι τόσο με τη στάση τους, όσο και με την τόλμη τους να εισάγουν νέες θεωρήσεις και πρακτικές και να πειραματιστούν, έδωσαν ώθηση στην εξέλιξη της κυπριακής τέχνης. Η κάθε μια αποτελεί παράδειγμα μιας ιδιοσυγκρασιακής ιδεολογικής δομής εντός της οποίας δημιούργησαν και έζησαν, ακολουθώντας τη ρυθμικότητα και τη βαθιά προσωπική ανάγκη για δημιουργία και γι’ αυτό κατόρθωσαν να βρουν η κάθε μια τη δική της ‘φωνή’, παράγοντας έργο ειλικρινές και ουσιαστικό».
Info: Λευκωσία, Γκαράζ (22001508). Εγκαίνια: 15 Μαρτίου 7.30μ.μ. Μέχρι 20 Απριλίου. Ώρες και μέρες: Τρίτη –Παρασκευή 5-8μ.μ. & Σάββατο 10π.μ. 12μ.- 5-8μ.μ.
Η έκθεση
Με την έκθεση αυτή ολοκληρώνεται μια θεματική ενότητα αφιερωμένη στους δημιουργούς της 2ης Γενιάς Κυπρίων Καλλιτεχνών. Έχουν προηγηθεί οι εκθέσεις «Αποχρωματισμοί» (2017) και «Επιτελέσεις» (2018) που εμπίπτουν στην ίδια θεματική. Επιδίωξη του Ιδρύματος αποτελεί η ανάδειξη, προβολή και επαναπλαισίωση του έργου και των καλλιτεχνικών κατακτήσεων των δημιουργών της περιόδου αυτής, μέσα από τη συσχέτιση της δουλειάς και της δημιουργικής τους πορείας με τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή. Επιδιώκεται επίσης η ενθάρρυνση της εμπλοκής, εξοικείωσης και ενασχόλησης νέων εικαστικών και επαγγελματιών του πολιτιστικού πεδίου με το έργο, αλλά και τη γενικότερη συνεισφορά και το ρόλο των εκπροσώπων της γενιάς αυτής στην εξέλιξη και διαμόρφωση της σύγχρονης κυπριακής εικαστικής πραγματικότητας.
Χατζηδά, Στεφανίδου, Χαρικλείδου και Παυλίδου εμφανίστηκαν στην καλλιτεχνική σκηνή την περίοδο της Ανεξαρτησίας και συμμετείχαν ενεργά στις εικαστικές αναζητήσεις και ζυμώσεις της εποχής. Πτυχιούχοι Ανώτατων Σχολών Καλών Τεχνών, διέθεταν τα εργαλεία, τα εφόδια αλλά και τη διεισδυτική εικαστική ματιά, ώστε να χαράξουν τη δική τους πορεία στο χώρο της τέχνης. Έργα τους παρουσιάστηκαν σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις ενώ κάποιες από αυτές εκπροσώπησαν την Κύπρο σε σημαντικές καλλιτεχνικές διοργανώσεις στο εξωτερικό. Λαμβάνοντας υπόψη τη συνέπειά τους στη δημιουργική διαδικασία, το εύρος και τη ζωτικότητα της δουλειάς τους, αντιλαμβάνεται κανείς τη σημασία και συνεισφορά τους στην εξέλιξη των εικαστικών πραγμάτων στην Κύπρο και την προβολή που οφείλουμε στο έργο τους.
Η επιμελήτρια επισημαίνει πάντως ότι μέσα από τις προσωπική τους ιστορία δεν προκύπτει ότι οι γυναίκες αυτές αντιμετώπισαν αντιστάσεις στην απόφασή τους να ασχοληθούν με τα εικαστικά, από τον οικογενειακό ή τον κοινωνικό περίγυρο. «Η άμεση και εύκολη εισδοχή τους στη Μέση Εκπαίδευση και η επαγγελματική αποκατάσταση που εξασφαλιζόταν έτσι ήταν μάλλον καθησυχαστικός παράγοντας» διευκρινίζει.
Για την έκθεση έγινε μία επιλογή έργων τα οποία εμπίπτουν στον χρονικό ορίζοντα 1960 -1980 και τα οποία αποτυπώνουν ενδεικτικά την εικαστική πορεία της κάθε καλλιτέχνιδας μέσα από τις αισθητικές, εκφραστικές και θεματικές της αναζητήσεις. Επιδιώκοντας την πολυδιάστατη αξιοποίηση του όγκου της πληροφορίας που προκύπτει από τη σχετική επιμελητική έρευνα, δύο σύγχρονες δημιουργοί προσκλήθηκαν να προτείνουν εναλλακτικές ανταποκρίσεις στο υλικό αυτό. Η Ναταλί Γιαξή δημιουργεί ένα εικαστικό βιβλίο (artist’s book) το οποίο εισάγει μια υποθετική συνθήκη γνωριμίας και συνομιλίας με τις τέσσερις δημιουργούς και το έργο τους, σχολιάζοντας την απουσία η ετεροβαρή παρουσία τους στα κυρίαρχα αφηγήματα της ιστοριογραφίας της Κυπριακής τέχνης. Η Αθηνά Κάσιου μελετά και προσεγγίζει το υλικό στο οποίο της δίνεται πρόσβαση, και σε συνεργασία με μία ηθοποιό σχεδιάζει μια θεατρική ανταπόκριση δομημένη γύρω από την αναγκαιότητα να προσεγγίσουμε και να έρθουμε πιο κοντά στις ιστορίες των γυναικών αυτών.
* Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Λευτέρη Οικονόμου και οι συντελεστές της έκθεσης εκφράζουν θερμές ευχαριστίες προς τις οικογένειες των καλλιτέχνιδων, οι οποίες διαχειρίζονται, προβάλλουν και μελετούν το έργο τους και οι οποίες έθεσαν στη διάθεση των διοργανωτών πολύτιμες πηγές πληροφόρησης, υλικό και μαρτυρίες. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στις Ελένη Κάνθου, Μαρίνα Στεφανίδου και Μαρκέλλα Χατζηδά, καθώς και στο Ίδρυμα Τηλέμαχος Κάνθος.
Ποιες είναι
Η Βέρα Γαβριηλίδου-Χατζηδά (1936-2012) γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκωσία. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής και εσωτερικής διακόσμησης στο Kingston School of Art στο Surrey (1957-1960). Από το 1960, οπότε και επέστρεψε στην Κύπρο, εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση ενώ παράλληλα υπήρξε ενεργή στην εικαστική σκηνή του τόπου με συμμετοχές σε ομαδικες εκθέσεις σε Κύπρο και εξωτερικό. Παρουσιάσε για πρωτη φορά ατομική της έκθεση το 1962, στην Ένωση Νέων Trust στη Λευκωσία και ακολούθησαν άλλες επτά ατομικές εκθέσεις. Συμμετείχε με έργα της σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Κύπρο και στο εξωτερικό, μεταξύ των οποίων Mπιεννάλε Νέων Καλλιτεχνών της Μεσογείου, Παρίσι (1967), Μπιεννάλε SaoPaulo (1969), Έκθεση Σύγχρονης Κυπριακής Ζωγραφικής-Δημήτρια ’79, Θεσσαλονίκη (1979), Ομαδική Γυναικών Ζωγράφων, Λευκωσία (1985), ΑrtAthina 2, Αθήνα (1994) και σε όλες τις παγκύπριες εκθέσεις του Ε.ΚΑ.ΤΕ. Σχεδίασε τα σκηνικά για διάφορες θεατρικές παραστάσεις.
Η Ελένη Χαρικλείδου (1926-1978) γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1949 -1955), με καθηγητές τους Ουμβέρτο Αργυρό, Γιάννη Μόραλη και Γιάννη Κεφαλληνό. Από το 1957 δίδαξε Τέχνη στα δημόσια εκπαιδευτήρια, κυρίως στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Θηλέων Παλλουριώτισσας. Το 1970 με υποτροφία του British Council, συμμετείχε σε πρόγραμμα εκπαίδευσης γύρω από θέματα διδασκαλίας της Τέχνης στο Bretton Hall, Wakefield της Αγγλίας. Συμμετείχε σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό, αλλά δεν έδειξε ποτέ τη δουλειά της σε ατομική έκθεση. Το 1980 το έργο της παρουσιάστηκε σε μια αναδρομική έκθεση στην γκαλερί Ζυγός με πρωτοβουλία του Τηλέμαχου Κάνθου. Μεγάλο μέρος της δουλειάς τοποθετήθηκε σε μόνιμη έκθεση, επιμελημένη από τον Κάνθο, την οποία μπορεί να επισκεφτεί κανείς σήμερα στο Ίδρυμα Τ.Κάνθος.
Η Καίτη Στεφανίδου (1925-2012) γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1949 -1955), με καθηγητές τους Ουμβέρτο Αργυρό και Γιάννη Μόραλη και στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής και γραφιστικής στο St. Martin’s School of Art στο Λονδίνο. Το 1960, μετά από κάποια χρόνια παραμονής σε Λονδίνο και Παρίσι, επέστρεψε στην Κύπρο και διορίστηκε στη Μέση Εκπαίδευση όπου και εργάστηκε μέχρι το 1985. Υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική και συμμετείχε ενεργά στα καλλιτεχνικά πράγματα της περιόδου. Συμμετείχε με δουλειά της σε πολλές ομαδικές εκθέσεις και διοργανώσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό μεταξύ των οποίων Κύπριοι Καλλιτέχνες, γκαλερι Βαγίανου, Αθήνα (1961), Μπιεννάλε Αλεξάνρδειας (1963), Eκθεση Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης, Λονδίνο, Εδιμβούργο, Ινστιτούτο Κοινοπολιτείας (1970),‘Eκθεση Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης, Αμβούργο (1974),‘Eκθεση Σύγχρονης Κυπριακής Ζωγραφικής-Δημήτρια ’79, Θεσσαλονίκη (1979), ενώ από το 1960 συμμετείχε σε όλες τις παγκύπριες εκθέσεις του Ε.ΚΑ.ΤΕ. Παρουσίασε 9 ατομικές εκθέσεις, με πρώτη αυτή το 1972 στην Γκαλερί Ακρόπολις, Σχολή Τυφλών, Λευκωσία (1972).
Η Παυλίνα Παυλίδου (1924-1993) γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Σπούδασε γλυπτική στο Camberwell School of Art στο Λονδίνο και στη συνέχεια συνέχισε τις σπουδές της στη Ρώμη, όπου εργάστηκε για λίγο καιρό. Την περίοδο 1961-1977 έζησε στο Παρίσι. Το 1967 παρουσιάσε την πρώτη και μοναδική ατομική της έκθεση στην Κύπρο, στο Χίλτον της Λευκωσίας. Το 1979 μετακόμισε στο Μόντε Κάρλο του Μονακό όπου έζησε μέχρι τον θάνατό της. Κατά τη διάρκεια της ζωής της τιμήθηκε με τρία βραβεία γλυπτικής [1983: Salon International “Arts-Inter” | AVIGNON 1983 | Πρώτο μεγάλο βραβείο γλυπτικής (Plaquette d’Or “Arts Inter”), 1983: Χρυσό βραβείο γλυπτικής, Cambery, 1983: Βραβείο στο Salon at Aix En Provence “Hors concours”]. Εξέθεσε δουλειά της σε ατομικές και ομαδικές παρουσιάσεις στις Γκαλερί LaMedusa, Ρώμη (1960), Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα (1960), Γκαλερί 5.4, Artetcommunication, Παρίσι (1987), AlwinGallery, Λονδίνο (1970), InternationalGalleries, Σικάγο (1964) και Comité nationalmonégasquedesartsplastiques, Ανδόρα (1985).
* Στην κύρια φωτογραφία: Καίτη Στεφανίδου, «Σύνθεση», 1974, ακρυλικό.