«Amen II» σε χορογραφία Φώτη Νικολάου στις Αποθήκες του ΘΟΚ.
Πού βρίσκεται μια παράσταση πριν ξεκινήσει; Και πότε τελικά αρχίζει; Όταν σβήνουν τα φώτα της πλατείας και ανάβουν αυτά της σκηνής; Όταν ανοίγει –αν υπάρχει, που σπάνια πια υπάρχει- η αυλαία; Όταν κινείται ο πρώτος ηθοποιός; Κι αν οι ηθοποιοί είναι ήδη στημένοι από ώρα, προετοιμασμένοι και δοσμένοι ψυχή τε και σώματι, πριν καν βρει τη θέση του ο πρώτος θεατής; Κι αν η παράσταση είναι μια προέκταση της ζωής τους; Κι αν είναι μια προέκταση της δικής μας ζωής; Κι αν τελικά δεν αρχίζει παρά μόνο τη μαγική εκείνη (διαφορετική για τον καθένα) στιγμή που το γαρ του δρώμενου σκάει στο μυαλό σαν κεραυνός νοήματος;
Πού βρίσκεται μια παράσταση πριν ξεκινήσει; Και πότε τελικά αρχίζει; Όταν σβήνουν τα φώτα της πλατείας και ανάβουν αυτά της σκηνής; Όταν ανοίγει –αν υπάρχει, που σπάνια πια υπάρχει- η αυλαία; Όταν κινείται ο πρώτος ηθοποιός; Κι αν οι ηθοποιοί είναι ήδη στημένοι από ώρα, προετοιμασμένοι και δοσμένοι ψυχή τε και σώματι, πριν καν βρει τη θέση του ο πρώτος θεατής; Κι αν η παράσταση είναι μια προέκταση της ζωής τους; Κι αν είναι μια προέκταση της δικής μας ζωής; Κι αν τελικά δεν αρχίζει παρά μόνο τη μαγική εκείνη (διαφορετική για τον καθένα) στιγμή που το γαρ του δρώμενου σκάει στο μυαλό σαν κεραυνός νοήματος;
Ποιο είναι λοιπόν το «αμήν» μιας παράστασης; Πότε δίνεται το σιωπηρό παράγγελμα «γένοιτο» και το όραμα του δημιουργού εκτίθεται, επιβεβαιώνεται στα μάτια του θεατή και γίνεται μέρος της ζωής του; «Το Αμήν της φύσης είναι πάντα ένα λουλούδι» λέει ένα ενδιαφέρον απόφθεγμα κάποιου Όλιβερ Χολμς που αλιεύει κανείς στο διαδίκτυο. Το «αμήν» του Φώτη Νικολάου, όμως, είναι πιο ήπιο και ανοιχτό. Δεν αγρεύει κάποια ισχυρή επιβεβαίωση και η στιγμή του είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση του παρατηρητή. Προηγείται και έπεται του παραστατικού αποτελέσματος. Ενδεχομένως να αιωρείται κάπου ανάμεσα στο πρώτο «Amen» που ανέβασε πριν από δέκα και πλέον χρόνια και το «Amen II» που δεν έχασε την ευκαιρία περαιώσει όταν ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου του έδωσε το πλαίσιο και τα μέσα.
Δυστυχώς, το πρώτο δεν υπάρχει στο παραστασιολόγιο της μνήμης μου, όμως αυτό μικρή σημασία θέλω να πιστεύω πως έχει. Υπάρχουν άλλες δουλειές του, κοινή συνισταμένη των οποίων είναι το πείσμα του δημιουργού ν’ αναζητεί κουνελότρυπες για να καταδυθεί στα έγκατα της ύπαρξης. Και πάντοτε οι προηγούμενες δουλειές αξιοποιούνται ως μαγιά για την ωρίμανση και αίσια εξέλιξη της επόμενης. Το πλαίσιο και τα μέσα του ΘΟΚ έδωσαν στον χορογράφο ένα ακόμη ενδιαφέρον εργαλείο: την ευκαιρία να συνταιριάξει στο έμψυχο υλικό του ερμηνευτές από διαφορετικά πεδία. Να αναπτύξει έτσι ένα πολύ φιλόδοξο πείραμα με ανάμικτες κινησιολογικές και ερμηνευτικές γλώσσες και σύνθετες προοπτικές. Να δημιουργήσει ένα εκλεκτό χαρμάνι από χορευτές και ηθοποιούς, συνεπικουρούμενους από ένα επιβλητικό και περιγραφικό εικαστικό και φωτιστικό περιβάλλον. Και όλο αυτό να το δέσει με την αφηγηματική και εκφραστική μουσική και ηχητική εγκατάσταση του τακτικού πλέον και υπερπολύτιμου συνεργάτη του, Δημήτρη Σπύρου. Μια συνεργασία που εκτοξεύει και τους δύο.
Έχω την αίσθηση ότι με τον καιρό η γραφή του Φώτη Νικολάου γίνεται πιο προσωπική. Κι όσο πιο προσωπική γίνεται, τόσο εκλαϊκεύεται. Όσο πιο επινοητική, τόσο πιο βατή. Φαντάζει σαν μια καθηλωτική διήγηση σε χρόνο μέλλοντα η οποία δεν ολισθαίνει ούτε στην πεζότητα, ούτε στην υπέρβαση. Εν προκειμένω, με οξυμένη ευαισθησία, ξεδιπλώνει μια υπαινικτική και αισθαντική χορογραφία που δραματοποιεί την οδύνη της απώλειας και πραγματεύεται την τακτοποίηση της μνήμης. Χωρίς αιχμηρές γραμμές και αντικρουόμενες εντάσεις, επιχειρεί να ορίσει τις συντεταγμένες όπου θραύσματα προσωπικών αναμνήσεων και έντονων συναισθημάτων αρχίζουν να συναρμολογούν το μωσαϊκό της συλλογικής μνήμης.
Στην παράσταση υπάρχει εξωτερική κίνηση και εσωτερική δυσκινησία . Χορευτές και ηθοποιοί κινούνται εμμονικά γύρω από τον προσωπικό τους άξονα με τις «χημικές» διαφορές τους να λειτουργούν ως επιχείρηση επινόησης μιας νέας κινησιολογικής γραμματείας. Ένα χαλαρό πλέγμα αδιάκριτων προσλαμβάνουσων που οδηγούν σε μια σκοτεινή διαδρομή με αισιόδοξο προορισμό, προκαλούν μια συναρπαστική μελαγχολία.
Η πλέον αεικίνητη, εσωτερικά και εξωτερικά, από τους ερμηνευτές αποδεικνύεται η Ειρήνη Μαυροματάκη. Με ατελή οστεογένεση, με ύψος 1,10 και πατερίτσες, έχει μετατρέψει την ανάγκη της για έκφραση σε όπλο που εξαλείφει την έννοια της αναπηρίας. Σε σημείο που κάνει εσένα τον αρτιμελή, που κάθεσαι ώρες ατέλειωτες στο γραφείο μπροστά από μια οθόνη, να αισθάνεσαι κατά πολύ πιο ανάπηρος. Στην παράσταση λειτουργεί ως διαχειρίστρια και φορέας του νοήματος, παράγοντας απελευθέρωσης και καταλύτης στην εκφορά αυτής της νέας γλώσσας.