Μετά τον Μαρκ Ρόθκο, τον Φράνσις Μπέικον και τον Λούσιαν Φρόιντ και τον φανταστικό ζωγράφο Τζόναθαν Γουάξμαν, η θεατρική σύμπραξη των Βαρνάβα Κυριαζή και Ανδρέα Αραούζου και η συνεργασία Alpha Square και Λεβέντειου Πινακοθήκης, δίνει σάρκα και οστά στον αναμορφωτή και διαμορφωτή της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης, Πάμπλο Πικάσο. Ωστόσο, το έργο του Τζέφρι Χάτσερ «Ένας Πικάσο» είναι κάτι περισσότερο από ένα βιογραφικό δράμα που φωτίζει πτυχές μιας πολυσχιδούς και εμβληματικής προσωπικότητας.
 
Το έργο έπεσε τυχαία στα χέρια του Ανδρέα Αραούζου. «Βρισκόμουν στη Νέα Υόρκη για να παρουσιάσουμε την ‘Κατερίνα Κορνάρο’ κι έψαχνα ένα άλλο έργο για τον Πικάσο. Στο drama book shop δεν το είχαν και μου πρότειναν το συγκεκριμένο, που είναι για δύο ηθοποιούς. Αμέσως μου έκανε ‘κάτι’. Το πήρα, το διάβασα στο αεροπλάνο της επιστροφής και ενθουσιάστηκα. Το έδωσα αμέσως στον Βαρνάβα κι ήμασταν σίγουροι ότι αυτό θα ήταν το επόμενο έργο αυτής της θεματικής και θα το ανεβάζαμε στη Λεβέντειο Πινακοθήκη» θυμάται ο σκηνοθέτης της παράστασης.
 
Πρόκειται για ένα έργο με ανατροπές στην πλοκή και τη διακύμανση των χαρακτήρων, ένα παιχνίδι γάτας- ποντικιού με θέμα την τέχνη, την πολιτική, το σεξ και την αλήθεια. Οι εσωτερικές και διαπροσωπικές συγκρούσεις των δύο χαρακτήρων εντάσσονται σε ένα ιστορικό φόντο. Πέρα από το οξύ πνεύμα ενός δημιουργού- ορόσημο στην ιστορία του 20ου αιώνα, αναδεικνύονται και οι πληγές που άφησαν πίσω τους τα πολιτιστικά εγκλήματα του ναζισμού. «Μ’ ενδιαφέρει ο τρόπος που το έργο αναλύει την τέχνη μέσα από τις διαφωνίες και τις αντιπαραθέσεις του» αναφέρει ο σκηνοθέτης. «Όχι τόσο φιλοσοφικά, όσο εμπειρικά».  
 
Στις 19 Ιουλίου 1937, το ναζιστικό καθεστώς είχε εγκαινιάσει στο Μόναχο την –επίτηδες κακοστημένη- έκθεση με τίτλο «Εκφυλιστική Τέχνη», με στόχο να διαφημίσει τον αποτροπιασμό του για την τέχνη που θεωρούσε υποδεέστερη, να σπιλώσει και να γελοιοποιήσει το έργο πρωτοποριακών καλλιτεχνών παραδίδοντας τα έργα τους στη «δημόσια περιφρόνηση». Κι αυτό γιατί η δουλειά τους ερχόταν σε πλήρη σύγκρουση με τη λαϊκιστική και προπαγανδιστική ναζιστική αισθητική. Οι ναζί είχαν εξαπολύσει μια γιγαντιαίας κλίμακας επιχείρηση καταλήστευσης της μοντέρνας τέχνης. Και δεν δίωκαν τη ριζοσπαστική τέχνη για να επωφεληθούν της χρηματιστηριακής της αξίας, αλλά επειδή θεωρούσαν την ελευθερία έκφρασης απειλή για το άριο μοντέλο.
 
Το έργο του Χάτσερ φέρνει τον Πικάσο το φθινόπωρο 1941 στο υπό κατοχή Παρίσι να ανακρίνεται από μια πολιτιστική ακόλουθο από το Βερολίνο, η οποία προσπαθεί να πιστοποιήσει την αυθεντικότητα τριών έργων που κατασχέθηκαν από Εβραίους ιδιοκτήτες. Στον ζωγράφο έχει ήδη για περισσότερο από ένα χρόνο απαγορευτεί να πουλάει ή να εκθέτει έργα του. Και δεχόταν συχνά «επισκέψεις» από Γερμανούς. «Το σκηνικό του Γιώργου Γιάννου είναι ένα υπόγειο της Γκεστάπο στο Παρίσι» εξηγεί ο Αραούζος. «Αυτό που εκτυλίσσεται είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα φιλοσοφικό διάλογο περί τέχνης και πολιτικής. Αφορά και τα συναισθήματα που προκαλεί στον καθένα αυτό το φρικιαστικό κομμάτι της ιστορίας: η τέχνη στην πυρά».
 
«Υπάρχει εκφυλιστική τέχνη; Σαφέστατα όχι. Μόνο σε εκφυλισμένα μυαλά» παρεμβαίνει ο Βαρνάβας Κυριαζής που δίνει σάρκα και οστά στον Πικάσο. Από την πλευρά της, η Νιόβη Χαραλάμπους καταθέτει μια χαρακτηριστική στιχομυθία. Η πολιτιστική ακόλουθος, την οποία ενσαρκώνει λέει στον Πικάσο «θέλουμε να αναγνωρίσετε κάποιους». «Ποιους;» απαντά ο ζωγράφος. «Όχι ανθρώπους…» διευκρινίζει εκείνη.
 
Ο ρόλος του Πικάσο είναι εξαιρετικά απαιτητικός, ενώ και το ίδιο το έργο είναι εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενα με την ίδια θεματολογία με τα οποία ο Βαρνάβας Κυριαζής είχε καταπιαστεί. Σε μεγάλο μέρος του βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα, αλλά και πραγματικά λόγια που αποδίδονται στον σπουδαίο ζωγράφο. Για παράδειγμα, η απεσταλμένη των ναζί τον ρωτά αν είναι αυτός που ζωγράφισε την «Γκερνίκα» κι αυτός απαντά «όχι, εσείς!» Ο Κυριαζής υπενθυμίζει ότι μάλιστα ο Πικάσο συνήθιζε να στέλνει καρτ ποστάλ με την «Γκερνίκα» σε Γερμανούς.
 
«Ο Πικάσο δεν παίζεται. Μας παίζει» λέει ο ηθοποιός που μελέτησε τον ρόλο μέσω διαφόρων πηγών. «Παρακολούθησα βίντεο που τον δείχνουν να ζωγραφίζει, τη μοναδική συνέντευξη που υπάρχει, φωτογραφίες, μελέτησα τη ζωή του. Είναι μια εκρηκτική προσωπικότητα που δεν μπορούσε να μπει σε καλούπια, παθιασμένος με τη δουλειά του και τη ζωή. Πίστευε πραγματικά ότι δεν υπάρχει τέχνη παρά μόνο ύστερα από σκληρή δουλειά, χειρωνακτική και πνευματική». Ο Κυριαζής καμώνεται στην παράσταση, πολύ πειστικά σύμφωνα με τους συνεργάτες του, ότι ζωγραφίζει στ’ αλήθεια. Εντούτοις, ο ίδιος παραδέχεται ότι στην πραγματικότητα δεν έχει καθόλου ταλέντο στη ζωγραφική. «Σκάω γι’ αυτό» λέει. «Έχω αρκετούς φίλους εικαστικούς κι είναι οι μόνοι άνθρωποι τους οποίους ζηλεύω».
 
«Η πολιτικοποιημένη τέχνη είναι επίσης θέμα του έργου» σύμφωνα με τη Νιόβη Χαραλάμπους. Όχι επειδή αγγίζει το ζήτημα της υποτιθέμενης εκφυλιστικής τέχνης, αλλά επειδή ο Πικάσο ήταν ούτως ή άλλως ένα έντονα πολιτικοποιημένο άτομο. Η ηθοποιός επισημαίνει και τη βαθιά σύγκρουση που υπάρχει στον χαρακτήρα της Φίσερ. Είναι μια καταπιεσμένη προσωπικότητα. Παράλληλα, υποβόσκει ένας ερωτισμός. Κι όλα αυτά, σε συνδυασμό με την καταγεγραμμένη δεινότητα του Πικάσο να χειρίζεται κάθε άνθρωπο ξεχωριστά σαν πιόνι, είναι στοιχεία που συνθέτουν μια ατμόσφαιρα που είναι συνεχώς ηλεκτρισμένη και σε κάθε κομβικό σημείο του έργου είναι έτοιμη να εκραγεί. Ο συσχετισμός δυνάμεων και εξουσίας εναλλάσσεται συνεχώς κι ο θεατής καλείται συνεχώς να αποφασίσει ποιος από τους δύο έχει το πάνω χέρι.
 
INFO Η παράσταση «Ένας Πικάσο» παρουσιάζεται στο πλαίσιο των 5ων γενεθλίων της Λεβεντείου Πινακοθήκης στο Αμφιθέατρο «Κωνσταντίνος Λεβέντης». Πρεμιέρα: Τρίτη 26 Μαρτίου 8.30μ.μ. Παραστάσεις: κάθε Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη (8.30μ.μ. – εκτός 3/4 & 10/4) 2266 8838