«Ένας Πικάσο» του Τζέφρι Χάτσερ σε σκηνοθεσία Ανδρέα Αραούζου. 
 
Υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι για να παρακολουθήσει κανείς την παράσταση με το έργο του Τζέφρι Χάτσερ «Ένας Πικάσο» που σκηνοθετεί ο Ανδρέας Αραούζος. Και δεν περιορίζονται στους καλούς συντελεστές και τη δουλεμένη ομάδα που έχει δοκιμαστεί σε ανάλογης προοπτικής και θεματικής πρότζεκτ. Το δεδομένο είναι ότι ο θεατής θα κατέβει από τον πρώτο όροφο της Λεβεντείου Πινακοθήκης έχοντας ψυχαγωγηθεί και προβληματιστεί. Αν το ζητούμενο μιας θεατρικής εμπειρίας ήταν μόνο αυτό, το συγκεκριμένο σημείωμα θα μπορούσε να κλείσει κάπου εδώ.
 
Εν αρχή ην η φλογερή προσωπικότητα του Πικάσο. Δεν ήταν απλώς ένας πρωτοπόρος που όρισε τον ρου όλων των καλλιτεχνικών ρευμάτων του 20ού αιώνα κι έβαλε φαρδιά-πλατιά τη σφραγίδα του στην πορεία του μοντερνισμού, αλλά ένας άνθρωπος με επίδραση στην ίδια την ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν θα μπορούσε να είναι ένας χαμηλών τόνων τυπάκος της διπλανής πόρτας. Ήταν ένας ασυγκράτητος ταύρος. Ορμητικός, ερωτικός, παραγωγικός, πολυσχιδής, αντισυμβατικός, σε διαρκή ανησυχία και βαθύτατα πολιτικός σε κάθε πινελιά. Ικανός να μετατρέψει τα πάντα σε εν δυνάμει υαλοπωλείο.
 
Φανταστείτε λοιπόν να τον τοποθετήσει κάποιος απέναντι σε έναν ναζί ανακριτή. Όμως ο Αμερικανός συγγραφέας δεν αρκείται σ’ ένα ντιμπέιτ περί δημιουργικής έμπνευσης και λογοκρισίας. Έχει τη σατανική ιδέα να τοποθετήσει απέναντί του μια γυναίκα και μάλιστα εκτεθειμένη σε πολλαπλές εσωτερικές συγκρούσεις. Είναι το εκρηκτικό συστατικό που απογειώνει το μίγμα και διαταράσσει όλες τις ισορροπίες. Γνωστός λάτρης του γυναικείου φύλου, σεξιστής αλλά και ευάλωτος, ο Πικάσο αναπόφευκτα μπλέκει σ’ ένα λεκτικό μπρα-ντε-φέρ, με την ισορροπία δυνάμεων να εναλλάσσεται συνεχώς.
 
Αλληλεπιδρά με το ναζιστικό καθεστώς και το γυναικείο φύλο και τίθεται μπροστά στο δίλημμα να θυσιάσει ένα από τα «παιδιά» του, δηλαδή τα δημιουργήματά του. Πέρα από τη συνεχή αίσθηση σαγήνης και απειλής, ο Χάτσερ φροντίζει να «ενοχλεί» τους θεατές θέτοντας προβληματισμούς όπως αν ένα έργο τέχνης έχει μεγαλύτερη αξία από την ανθρώπινη ζωή.
 
Ο συγγραφέας έχει στήσει με εξωφρενικά υποσχόμενο τρόπο το σύστημά του κι έχει μελετήσει διεξοδικά τις δραματικές του προοπτικές. Όμως διστάζει μπροστά στην κρίσιμη απόφαση αν θα το οδηγήσει σ’ ένα δράμα χαρακτήρων ή σε μια λογομαχία με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Το έργο είναι πολύ καλύτερα στημένο δομικά απ’ ότι δραματουργικά, ενώ ο Χάτσερ δύσκολα αντιστέκεται σε ευκολίες όπως η επίδειξη της καλής μελέτης των ιστορικών και βιογραφικών δεδομένων και η παράθεση –συχνά εξαναγκαστική- διάσημων αποφθεγμάτων που αποδίδονται στον Πικάσο. Για την ακρίβεια, τόσο γνωστών που είναι αδύνατο για τον θεατή να μην τις διαχωρίζει από το υπόλοιπο σώμα του έργου. Εκτός από του Πικάσο, ο συγγραφέας επιστρατεύει και πρωτότυπες σπιρτόζικες ατάκες που εν τη ρύμη του λόγου μοιάζουν εμβόλιμες, ενώ κάπου –αναπόφευκτα- αποδυναμώνονται στη μετάφραση.
 
Το μεγάλο επίτευγμα της παράστασης αυτής, ωστόσο, είναι ο τρόπος που η σκηνοθεσία και οι ερμηνείες παρακάμπτουν τα ίδια της τα μειονεκτήματα. Ο Αραούζος δίνει χώρο στους ηθοποιούς του να κυριαρχήσουν στο έργο. Ο Βαρνάβας Κυριαζής είναι επιβλητικός. Ως φωνή, παράστημα και παρουσία. Αποπνέει πλήρως την κομψή αλαζονεία και τη λυγερή εκρηκτικότητα του ζωγράφου. Αποδεικνύει και πάλι ότι διάγει μια δεύτερη δημιουργική νεότητα. Η Νιόβη Χαραλάμπους, στην πρώτη της πρωταγωνιστική συνεργασία μαζί του έχει ένα εξίσου δύσκολο έργο δεδομένων των εύθραυστων αντιφάσεων της ανακρίτριας- θαυμάστριας. Κατορθώνει όμως να γίνει ο καλός αγωγός όλων των ερωτικών και πολιτικών συνειρμών σε μια διαδικασία που για τον χαρακτήρα που υποδύεται μοιάζει με το άνοιγμα ενός στρειδιού.
 
Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα να καταλάβω το εικαστικό στήσιμο της παράστασης, από χωροθετικής κυρίως σκοπιάς. Το αμφιθέατρο της πινακοθήκης δεν είναι ένας θεατρικός χώρος και δικαιολογούνται τεχνικής φύσης δυσκολίες, όμως διαπίστωσα ότι ο σκηνογράφος Γιώργος Γιάννου δεν επιδίωξε να φτιάξει ένα κλειστοφοβικής αισθητικής υπόγειο μπουντρούμι- αποθηκευτικό χώρο. Εστίασε στη λειτουργικότητα του σκηνικού στις δεδομένες συνθήκες, επιλέγοντας να εστιάσει σε μια οπτική σύνδεση με το φιλελεύθερο και ανατρεπτικό πνεύμα του Πικάσο.