Αφιέρωμα στον Γερμανικό Ρομαντισμό, με έργα σημαντικών μουσουργών, λαμπρών συνθετών από τη Γερμανία εντάσσει όπως πάντα μέσα στο πρόγραμμά της η Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Μεταξύ των έργων που παρουσιάζονται σε δύο βραδινές παραστάσεις σε Λευκωσία και Πάφο, στις 13 και 14 Ιουνίου, είναι και το «Κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα» του σύγχρονου συνθέτη Χέλμουτ Κράουσερ που κάνει στην Κύπρο την παγκόσμια πρεμιέρα του.  

Φέτος, οι Γερμανοί συνθέτες τιμώνται από την Ορχήστρα, η οποία παρουσιάζει τα έργα τους σε όλο τους το μεγαλείο, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν και με σολίστ στη βιόλα τον παγκοσμίου φήμης Γερμανό βιρτουόζο και ακαδημαϊκό Νιλς Μένκεμαγιερ στην πρώτη του συνεργασία με τη ΣΟΚ. 

Συγκεκριμένα, παρουσιάζονται η «Εισαγωγή σε Ντο μείζονα, έργο 101 (των Τρομπέτων)» του Φέλιξ Μέντελσον, το «Κοντσέρτο για βιόλα και ορχήστρα» του Χέλμουτ Κράουσερ σε παγκόσμια πρεμιέρα και η «Συμφωνία αρ. 2 σε Ντο μείζονα, έργο 61» του Ρόμπερτ Σούμαν. 

Από τους πιο περιζήτητους, διεθνούς εμβέλειας βιολίστες σήμερα, ο Μένκεμαγιερ έχει πλούσια δισκογραφία στο ενεργητικό του η οποία έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές και βραβεία, περιλαμβανομένων του «ECHO Klassik» ως ο καλύτερος νεοεμφανισθείς καλλιτέχνης (2009) και για καλύτερη ηχογράφηση (2010). 

Κάθε πρεμιέρα γέννηση ενός νέου σύμπαντος

Ο Μένκεμαγιερ μιλά για τη για τη συνεργασία του με τον  συνθέτη Χέλμουτ Κράουσερ και το «Κοντσέρτο του για βιόλα», καθώς και για τις προκλήσεις που παρουσιάζει η ερμηνεία σύγχρονης μουσικής. 

«Καταρχάς, κάθε πρώτη εκτέλεση έχει μια ιδιαίτερη μαγεία, η οντότητα ενός έργου ολοκληρώνεται μόνο αφού παιχθεί και ακουστεί από το ακροατήριο» σημειώνει. «Ο Κράουσερ, όντας ένας από τους κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής μας, είναι αναμφίβολα μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες που θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα συνεργαζόμουν ποτέ. Για μένα αποτελεί ένα είδος σύγχρονης ‘οικουμενικής μεγαλοφυΐας’, έναν άνθρωπο πολυσχιδή ο οποίος είναι ταυτόχρονα συγγραφέας, συνθέτης, εξερευνητής και επιμελητής του Εξοστρακισμένοι Συνθέτες του Καθεστώτος των Ναζί. Ενώ ο όλος τρόπος που προσεγγίζει την Τέχνη γενικότερα έχει μία προκλητικότητα και αυστηρότητα, η μουσική του έχει τα θεμέλιά της στην πληθωρική υφή, ήχο και τονικότητα του ώριμου ρομαντισμού – μια σειρά από αντιφάσεις τις οποίες προσωπικά βρίσκω βαθιά συναρπαστικές». 

Ο ίδιος επισημαίνει ότι σήμερα δεν υπάρχει οποιοδήποτε ενιαίο συνθετικό στυλ στη μουσική. «Κάθε συνθέτης έχει την ελευθερία να αναπτύξει τη δική του προσωπική γλώσσα. Αυτή αποτελεί την πρόκληση και τη χαρά τόσο για το ακροατήριο όσο και για τους ερμηνευτές. Καλούμαστε να εισέρθουμε σε ένα άγνωστο σύμπαν, παρόλο που ίσως να μη γνωρίζουμε ή να κατανοούμε τη γλώσσα του αμέσως, μπαίνουμε σε ένα άγνωστο αλλά συναρπαστικό ‘έδαφος’. Έτσι, κάθε πρεμιέρα δεν είναι παρά η γέννηση ενός νέου σύμπαντος. Ευτυχώς, η ερμηνεία σύγχρονης μουσικής ενέχει ένα μεγάλο πλεονεκτήμα: μπορούμε εύκολα να ρωτήσουμε τη άποψη του συνθέτη». 

Κράουσερ: Γραμμένο σε κατάσταση ερωτικής έκστασης

Ο Χέλμουτ Κράουσερ περιγράφει το Κοντσέρτο του για βιόλα ως «ένα εκφραστικό έργο πάθους, γραμμένο ενόσω βρισκόμουν σε μία κατάσταση ερωτικής έκστασης». Αποτελεί κάτι σαν χορό ζευγαρώματος της βιόλας ο οποίος διαδραματίζεται μπροστά σε μία γυναίκα φανταστική. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τον υπότιτλο ‘Ερωτολογώντας’. Προσπάθησα να μεταφράσω το μεγάλο εύρος των συναισθημάτων του εραστή σε ήχο και μελωδίες. Από το κλαψούρισμα και τις επικλήσεις, τις ζωηρές ενδείξεις θαυμασμού και τις πόζες μέχρι τις προτροπές και τους κομπασμούς, τους όρκους και τη θριαμβική έξαρση». 

H αρχική εκδοχή, με τρομπόνια και κοντραφαγκότο ήταν λίγο τραχύτερη στο άκουσμα. Για τη ΣΟΚ ο Γερμανός συνθέτης έγραψε μία τρυφερή, πιο «λεπτή» εκδοχή, την οποία τώρα προτιμά αντί της αρχικής λόγω της διαφάνειας και της χάρης της.

Ο Σούμαν θεωρούσε τον Μέντελσον ως «τον Mozart του δέκατου ένατου αιώνα, τον πιο λαμπρό μουσικό, αυτόν που βλέπει πιο ξεκάθαρα μέσα από τις αντιφάσεις της εποχής και για πρώτη φορά τις συμφιλιώνει.» Ο Σούμαν, η επιτομή του μουσικού ρομαντισμού, επαινεί τον πλέον «Κλασικό» εκ των Γερμανών Ρομαντικών συνθετών! Αλλά η αισθητική πολυφωνία είναι ακριβώς αυτό που χαρακτηρίζει τον Γερμανικό Ρομαντισμό. Το πρόγραμμά μας συνιστά μια πρόσκληση για να απολαύσετε αυτόν την υπέροχο στιλιστικό πλούτο. Ο Μέντελσον και ο Σούμαν, το παιδί θαύμα και ο φλεγόμενος ρομαντικός ιδεαλιστής συναντούν έναν μοντέρνο επίγονο τους, τον Χέλμουτ Κράουσερ, του οποίου η μουσική είναι διαποτισμένη με τα εκφραστικά χαρακτηριστικά του Ρομαντικού Ιδεώδους.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΣΟΚ Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν σημειώνει ότι οι Μέντελσον και Σούμαν είναι δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Γερμανικού ρομαντισμού, ενώ η μουσική του σύγχρονου συνθέτη και γνωστού συγγραφέα μυθιστορημάτων Χέλμουτ Κράουσερ, πηγάζει από τις ίδιες ρίζες εξελικτικά με αυτή των Μέντελσον και Σούμαν. 

  • Λευκωσία: Πέμπτη 13 Ιουνίου, Θέατρο Παλλάς, 20:30, 22 410181, www.cyso.org.cy
  • Πάφος: Παρασκευή 14 Ιουνίου, Μαρκίδειο Δημοτικό Θέατρο, 20:30, 26 222286
     

Η Εισαγωγή «των Τρομπετών»

Σύμφωνα με τον μουσικολόγο Φράνσις-Νεκτάριο Γκάυ, η Εισαγωγή «των Τρομπετών» του Φέλιξ Μέντελσον γράφτηκε το 1826 όταν ο συνθέτης ήταν μόλις δεκαέξι ετών, λίγο πριν συνθέσει τη θαυμαστή του Εισαγωγή στο Όνειρο Θερινής Νυχτός. Είναι άγνωστο κάτω από ποιες περιστάσεις έγινε η πρεμιέρα του έργου. Πολύ πιθανόν, όμως, να παίχτηκε για πρώτη φορά το 1826 σε συναυλία μαζί με το ορατόριο του Handel, Ισραήλ στην Αίγυπτο υπό τη διεύθυνση του Μέντελσον στο Ντίσελντορφ. O νεαρός συνθέτης αναθεώρησε το έργο αυτό το 1833.
 
Η προσωνυμία «Εισαγωγή των Τρομπετών» δίνεται στο έργο αυτό από την οικογένεια των Μέντελσον, αντανακλώντας το γεγονός ότι πριν από το 1826 η πλειοψηφία των έργων του ήταν για έγχορδα. Το έργο ήταν επίσης το αγαπημένο του πατέρα του. Στην πραγματικότητα, η τρομπέτα έχει ένα σχετικά ασήμαντο ρόλο στην όλη Εισαγωγή και αυτό κάνει κάποιον να αναρωτηθεί γιατί να δόθηκε η συγκεκριμένη προσωνυμία. Οι εισαγωγικές φανφάρες στην τρομπέτα, παρόλο που δεν είναι και ιδιαίτερα πρωτότυπες, ήταν ένα νέος μουσικός τρόπος έκφρασης για τον έφηβο συνθέτη. Η Εισαγωγή εμπίπτει στις συμβατές κλασικότροπες φόρμες βασισμένες στα μοντέλα των μεγάλων δασκάλων Μότσαρτ και Χάιντν. Πρόκειται για ένα δυναμικό έργο με λαμπρά αλλά και λυρικά μέρη για τα έγχορδα. Τα ξύλινα και χάλκινα πνευστά αξιοποιούνται με φειδώ, αλλά αποτελεσματικά.
 

Συμφωνία αρ. 2, σε Ντο μείζονα, έργο 61
 
Ο Ρόμπερτ Σούμαν άρχισε να γράφει αυτή τη Συμφωνία το 1845 και την ολοκλήρωσε ένα χρόνο αργότερα. Ο Μέντελσον διηύθυνε την πρεμιέρα της στις 5 Νοεμβρίου 1846 στο Gewandhaus της Λειψίας, ένα μόλις χρόνο πριν τον θάνατό του.
 
Ο Σούμαν υπέστη μία σειρά από νευρικούς κλονισμούς. H χαρά που του έφεραν οι γάμοι του με την Κλάρα Βικ, το 1840, φάνηκε αρχικά πως έδιωξε «τους δαίμονες» από τη ζωή του, και πως θα ακολουθούσαν καλύτερα χρόνια. Το 1842, όμως, ο Schumann κατέρρευσε από εξάντληση και υπερκόπωση. Στα 1844 η κατάστασή του κορυφώθηκε σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε καν να ακούσει μουσική και παραπονιόταν για ένα αδιάκοπο, εξουθενωτικό κουδούνισμα στα αυτιά του. Η Συμφωνία σε Ντο μείζονα, είναι το πρώτο μακροσκελές έργο που έγραψε μετά από τους τελευταίους του κλονισμούς. 
 
Ο Φράνσις Γκάυ σημειώνει ότι η Συμφωνία αρχίζει με μια άθυμη αργή εισαγωγή, που θυμίζει τις «σκοτεινές» μέρες του συνθέτη. Ποιο σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι παρουσιάζει το κύριο θέμα και αρκετές δευτερεύουσες ιδέες του Allegro ma non troppo που ακολουθεί, καθώς επίσης τη φανφάρα των χάλκινων πνευστών η οποία επαναλαμβάνεται ως κορύφωση των τριών πρώτων κινήσεων αλλά και στο τέλος της Συμφωνίας. Παρόλο που η πρώτη κίνηση από μόνη της είναι πολύ δυναμική και συναισθηματικά φορτισμένη, ο Schumann επιλέγει να μην την ακολουθήσει με τη συνηθισμένη ήρεμη και αργή κίνηση, αλλά με ένα βιρτουόζικο scherzo.
 
Όπως και ο Μπετόβεν στην Ενάτη του Συμφωνία, έτσι και ο Σούμαν μας αφήνει να περιμένουμε για την αργή κίνηση, και δεν μας απογοητεύει καθόλου. Πρόκειται για μουσική μεγάλης ομορφιάς, γραμμένη στην Ντο ελάσσονα (οι άλλες τρεις κινήσεις είναι στην Ντο μείζονα) η οποία στο μέσο της αναζωογονείται με μια φούγκα.
 
Στο φινάλε, ο συνθέτης ενσωματώνει μια εξαιρετική μεταμόρφωση του μουσικού υλικού που είχε χρησιμοποιεί μέχρι εκείνη τη στιγμή στη Συμφωνία, και ακόμα περισσότερο από το κύριο θέμα του Andante. Η ανάπτυξη και η επανέκθεση συμπτύσσονται και τελειώνουν στην Ντο ελάσσονα. Μετά ακολουθεί η μακριά και αξιοσημείωτη coda οποία σχεδόν επισκιάζει ότι έχει προηγηθεί. Είναι βασισμένη σε ένα καινούργιο για τη Συμφωνία αυτή μουσικό θέμα, παρόλο που ο Σούμαν το είχε αξιοποίησει και προγενέστερα στην Φαντασία του για πιάνο.