Λίγα λόγια για την επέτειο θανάτου της ποιήτριας (και στη ζωή και στο λόγο) Κατερίνας Γώγου – 3 Οκτωβρίου 1993.
 
Με έναν παράξενο τρόπο «ζει» ακόμα σε κάτι περίεργες αναλαμπές τις δύσκολες νύχτες που δεν κολλάει ύπνος και όλα μοιάζουν μετέωρα και πονηρά σκεπτόμενα, πιο πονηρά και βίαια από τότε – τις νύχτες εκείνες που με ιδρωμένες τις παλάμες κυκλοφορείς στις λεωφόρους της σκέψης γονατιστός παρακαλώντας. Είναι σαν να την γνώρισα, σαν να την άγγιξα, σαν στα καταραμένα της βράδια στα σπίτια που άλλαζε, πάνω κάτω τις οδούς, πάνω κάτω την Πατησίων, να περιφερόταν στις σκέψεις μαζί μου (μαζί μας) και ξεχωριστά μου (μας) – από τα ποιήματά της (εκείνα τα σπαρακτικά διαμάντια που πρώτα περνούσαν από τα εντόσθιά της, πάνω πάνω στον αφρό της καρδιάς, για να γίνουν έπειτα εξωστρεφή στη μάζα που την έκανε συνθήματα σε τοίχους για τους εγκαταλελειμμένους επαναστάτες των εκδιωγμένων καταλήψεων), από κάτι σκόρπιες φωτοτυπημένες συνεντεύξεις της που μάζεψα παλιά απ’ το Ίδρυμα Μπότση, από αφηγήσεις ανθρώπων που την είχαν γνωρίσει αλλά, κυρίως και πάντα, από τα τηλεφωνήματα με την κόρη της, τη Μυρτώ, τη Μυρτούλα, τη μόνη σταθερά της στα τελευταία χρόνια του στροβιλισμένου της μυαλού. 

Ποτέ δεν «αλλαξοπίστησε», ποτέ δεν έπεσε σε βαθιές λακκούβες που θα την μετέτρεπαν σε κάτι άλλο από ό,τι έγραφε, σαν να ‘ταν μάσκα κι όχι πρόσωπο – ερωτευμένη με τους ανθρώπους, προπάντων μ’ αυτούς: «Θάνατος στις Τέχνες και στα γράμματα / που παίρνουν το ρόλο της ζωής». Κι αλλού, σε μία συνέντευξή της του 1987, στον «Ταχυδρόμο»: «Η Τέχνη αγαπάει τον άνθρωπο. Αγαπάει τη ζωή. Με έρωτα βαθύ, απεγνωσμένο» – πού να καταλάβουν πια οι φτωχοδιάβολοι που γυρνάνε πλευρό στα άνθη που μυρίζουν λεβάντα και ορτανσία. Η Κατερίνα της χαράς, η Κατερίνα της κατάθλιψης, η Κατερίνα των θλιβερών μπλουζ και των στροβιλισμένων ρεμπέτικων και λαϊκών πεζοδρομιών μέσα στο μαύρο που κοινωνούσε από τον κόσμο γύρω της για να τη θρέφει, ως την αυτοκτονία. 

Ο Ιταλός σύζυγος της Μυρτώς (της «άλλης» Κατερίνας), ο Φραντζέσκο -η συνέχεια και άκοπος ομφάλιος λώρος της μέχρι το τέλος- συνεχίζει να ανεβάζει στο facebook τα «s agapo myrtoula mou» με φωτογραφίες της παλιές και ποιήματά της σαν θάνατος να μην υπήρξε ποτέ – σαν μη γενόμενο. Τη θυμάμαι. Ως το τέλος. Σ’ εκείνο το αγωνιώδες ψάξιμο της Όλιας Λαζαρίδου και του Κώστα Γώγου, όταν «χάθηκε», όταν όλα είχαν στραφεί ξανά στην αρχή της – καταραμένο dna που γάβγιζε σαν λυσσασμένο σκυλί από πίσω της. Τέσσερα χρόνια μετά -ο λόγος για τον οποίο «άντεχε» η Κατερίνα τον κακό της εαυτό- «ακούω» ακόμα τη φωνή της Μυρτούλας στη συνέντευξή μας: «Κάποια βράδια, όταν γυρνούσε η μαμά από το θέατρο, μου έφερνε μερέντα για το σχολείο, μπαλόνια, καραμέλες. Την ημέρα εγώ πήγαινα στο σχολείο μου, η Κατερίνα κοιμότανε, κι έτσι δεν βλεπόμασταν όσο θα ήθελα. Και μου έλειπε πολύ! Αλλά η αγάπη της ήταν μεγάλη. Το αντιλαμβανόμουν! Μου έλεγε συχνά: “Έγραψα ένα βιβλίο, φύτεψα ένα δέντρο, έκανα ένα παιδί. Ο κύκλος μου έκλεισε”».

Στην αντιποιητική αυτή εποχή όπου όλα είναι χαρτοπόλεμος, σερπαντίνα και τρελό καρναβάλι -φτηνά αγοράζονται όλα, όλα αναλώσιμα πια και «ανάπτυξη» πάλι (αμετανόητοι!)- επιστροφές σε ποιήματα σαν αυτά της Κατερίνας, ίσως να βάζουν μια άνω τελεία στα πατικωμένα συναισθήματα, στη δειλία και στο πηγαινέλα των χρημάτων που έγιναν ιδέες, στα ινδάλματα που τσουρουφλίστηκαν από το κάψιμο των κομμάτων, στη σκληρή άσφαλτο που κάλυψε το χώμα και τους βολβούς – υπενθυμίζουν: 

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σε καμπαρέ τής Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τούς στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.

Τη φαντάζομαι: Στα 79 της πια, να σβήνει σε τούρτα κεράκια στο παλιό πατρικό σπίτι του Κεραμεικού, με τη Μυρτώ στο πλάι (γιατί θα ζούσε!) σκεπασμένη την καρδιά της ολόκληρη από αγάπη, νερό και δάκρυα. Παρακαλώντας για λίγη ελπίδα στον κόσμο που γονατίζει ακόμα χωρίς μεταβολή και που δεν θ’ αλλάξει ποτέ – χωρίς «συγγνώμες». Η Μυρτώ ας «μιλήσει» ξανά: «Κάθε μέρα μιλάω για εκείνη, περπατάω και σκέφτομαι εκείνη, ζωγραφίζω και σκέφτομαι εκείνη, τρώω και σκέφτομαι εκείνη, αναπνέω και σκέφτομαι εκείνη. Θα ήθελα πολύ να ζούσε και να την έφερνα να ζήσει μαζί μου στο χωριό που ζω, εδώ που βλέπω θάλασσα, που είμαι στην εξοχή. Θα ήτανε πολύ ωραία! Νομίζω πως θα χαιρόταν αν με έβλεπε να δουλεύω, να της μαγειρεύω κι εκείνη να έγραφε… Αλλά, δεν την πρόλαβα… Όλοι μάς πρόδωσαν στο τέλος!». 

 
Φιλgood, τεύχος 240.