Περίμενα 31 ολόκληρα χρόνια μέχρι να επισκεφθώ το Μουσείο Μαουριτσχάους της Χάγης, «το μεγαλύτερο από τα μικρά μουσεία του κόσμου και το μικρότερο από τα μεγάλα μουσεία του κόσμου», όπως θεωρείται, το οποίο στεγάζει έργα μερικών εκ των σπουδαιότερων Φλαμανδών ζωγράφων. Γιατί ήθελα να δω έναν πίνακα, έναν συγκεκριμένο πίνακα, που τον είχα πρωτοσυναντήσει σε ένα βιβλίο…
 
Διάβασα για πρώτη φορά το όνομα του Βερμέερ (Γιοχάνες Βερμέερ, 1632-1675) το μακρινό καλοκαίρι του 1983, στην παραλία Λιβάδι της Δονούσας. Τυφλωμένη από τον ήλιο, έψαχνα όλη μέρα ίσκιους, για να μην αφήσω από τα χέρια μου το βιβλίο που διάβαζα και με είχε συναρπάσει. Ήταν Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, γραμμένο από τον κατοπινό υπουργό Πολιτισμού (1988-1991) της Ισπανίας, Χόρχε Σεμπρούν.
Πρόκειται για ένα πολιτικό βιβλίο, που ξεδιπλώνει την παράνοια των σκοτεινών χρόνων του σταλινισμού, ωστόσο κάποιες σκηνές εκτυλίσσονται μέσα σε ένα μουσείο, όπου ο Φιλίπ, ο ήρωας, παρατηρεί ένα έργο του Βερμέερ, την «Άποψη Ντελφτ», σε μια προσπάθεια, απεγνωσμένη ίσως, να συλλάβει την ομορφιά αυτού του πίνακα […] όλο εκείνο το απαλό συγκεντρωμένο φως, απ’ όπου θα εκτοξευόταν ως τον συννεφιασμένο ουρανό, πιτσιλίζοντάς τον, απ’ τα κάτω και απ’ το πλάι, με μια έκρηξη αναποδογυρισμένου ήλιου και ο Φιλίπ θα έμπαινε ίσως, ή μάλλον ήταν σίγουρο πως θα ’μπαινε, τελείως αβίαστα και φυσικά, μέσα στην ψηλαφητή διαφάνεια αυτού του τοπίου. Τελικά κέρδισα μια ηλίαση, αλλά κι ένα νέο χρώμα: το κίτρινο του Βερμέερ. Το κίτρινο του Βορρά…
 
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, πρώτο μου μέλημα ήταν να ανατρέξω σε εγκυκλοπαίδειες και βιβλία τέχνης, για να δω έργα του Βερμέερ. Τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο ούτε έξυπνα τηλέφωνα, δεν πατούσες ένα κουμπί κι έβγαινε μπροστά σου, άκοπα, οτιδήποτε είχες σκεφτεί. Τότε η αναζήτηση της πληροφορίας απαιτούσε κόπο και χρόνο. Γι’ αυτό και αποθηκευόταν εσαεί στα φαιά κύτταρα. Αλλά θα περίμενα πάνω από τρεις δεκαετίες μέχρι να αξιωθώ να δω τον ίδιο τον πίνακα. Συνέβη όμως και αυτό, τον Δεκέμβριο του 2014, στη Χάγη, όταν επαναλειτούργησε το Μουσείο Μαουρίτσχαους.
Τον καιρό εκείνο, εννοώ το 1983, αγνοούσα, επίσης, ότι ο Μαρσέλ Προυστ βγήκε για τελευταία φορά από το σπίτι του προκειμένου να πάει να δει κάποια έργα του Βερμέερ, που εξετίθεντο τότε στο Παρίσι. Άλλωστε και μια περσόνα από το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ο συγγραφέας Μπεργκότ, βασανίζεται από την ανάμνηση ενός μικρού κομματιού κίτρινου τοίχου, από τον ίδιο πίνακα του Βερμέερ, την «Άποψη Ντελφτ».
 
Τώρα πια, τόσο η «Άποψη Ντελφτ» όσο και «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι», το άλλο πασίγνωστο έργο του Βερμέερ, από τους συνολικά 35 πίνακες του ζωγράφου που έχουν διασωθεί, είναι mouse-pad, είναι στυλό και ντοσιέ, είναι βεντάλιες, μπρελόκ, μαγνητάκια για το ψυγείο, θήκες για κινητό, σημειωματάρια κι ό,τι άλλο σκεφτείτε.
 
Επιπλέον, μια αφίσα της «Ολλανδέζας Μόνα Λίζα», όπως έχουν αποκαλέσει το Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι, ενέπνευσε στην Αμερικανίδα συγγραφέα Τρέισι Σεβαλιέ το ομώνυμο μυθιστόρημα, το οποίο εκδόθηκε το 1999 και γνώρισε παγκόσμια επιτυχία, μεταφραζόμενο σε 36 γλώσσες! Λίγα χρόνια αργότερα, το 2003, μεταφέρθηκε εξίσου επιτυχώς και στον κινηματογράφο, από τον Πίτερ Γουέμπερ, με τη Σκάρλετ Γιόχανσον στον επώνυμο ρόλο.
 
Υ.Γ.: Περιττό φαντάζει, μετά από όλα αυτά, να προτείνω κάποια αναγνώσματα ή ταινίες. Να υπενθυμίσω, όμως, ότι ο για πολλά χρόνια εξαντλημένος Δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Θεμέλιο, πάντα στην εξαιρετική μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου. Δυσεύρετο είναι στα ελληνικά Το κορίτσι με το σκουλαρίκι της Σεβαλιέ (εκδόσεις Ωκεανίδα, μτφρ. Θεοφανώ Καλογιάννη). Την ταινία, που είναι βέβαιο ότι θα σας αρέσει, αναζητήστε την με τον αγγλικό της τίτλο (Girl with a pearl earring). Στο Μαουρίτσχαους φυλάσσεται επίσης η «Καρδερίνα» του Κάρελ Φαμπρίσιους, δασκάλου του Βερμέερ. Ο μικρός αυτός πίνακας ενέπνευσε προ ετών στην Ντόνα Ταρτ το ομώνυμο δημοφιλέστατο μυθιστόρημα (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Λιβάνη, μτφρ. Χριστιάννα Σακελλαροπούλου), το οποίο μεταφέρθηκε φέτος στον κινηματογράφο από τον Τζον Κρόουλι.
 
Φιλgood, τεύχος 240