Μικρές εικόνες από εποχές όπου η κοινωνία δεν ήταν σε διάσταση από την πραγματικότητα.
Ένα φωτογραφημένο σπίτι στην οδό Μιχαλακοπούλου της Αθήνας, από τον αθηναιογράφο Νίκο Βατόπουλο, μέσα στο καμωμένο με γούστο και χωρίς να τσιμπά μοντερνισμούς και περιττά ευφυολογήματα βιβλίο του (όπως ίσως κάνουν άλλοι περιγράφοντας «μοδάτες» διαδρομές και ταξίδια με «πληρωμένες» πληροφορίες) «περπατώντας στην Αθήνα» (εκδόσεις Μεταίχμιο), μου θύμισε τα κορίτσια που έμεναν κάποτε απέναντι απ’ αυτό, στην οδό Πόντου, στην παλιά γειτονιά μου. Κορίτσια λαϊκά, απλά, κορίτσια αφοπλιστικά συνειδητοποιημένα στα νύχια της νύχτας και της δουλειάς που είχαν αποφασίσει να κάνουν – προτού γεμίσει η Ιάσονος, το Γκάζι και ο Κεραμεικός με «studios», από δεκάδες παραδρόμους ερώτων που ξαφνικά λοξοδρόμησαν από την «κεντρική» Φυλής. Ήταν, περίπου, κορίτσια σαλεμένα που «πουλούσαν» το προϊόν τους λαχταρώντας (πόσες φορές να τους εξηγήσω τον πρώτο μήνα πως δεν είμαι «πελάτης»;), κορίτσια που δεν έκαναν τη δουλειά τους μόνο ανάγκη αλλά και χαρά και ηδονή και σκέρτσο – «θα σου κάνω έκπτωση εσένα, μανάρι μου!». Κατά κάποιο τρόπο τις ξαναβρήκα μπροστά μου σε αυτό το βιβλίο του Βατόπουλου με τα χρωματιστά τους μίνι φορέματα, το έντονο μακιγιάζ, τα μπουκλιασμένα ατημέλητα μαλλιά που έφταναν λίγο πιο κάτω από τους ώμους, τα κατακόκκινα κραγιόν, τις βάτες που εμμονικά φορούσε η μεγαλύτερη – η «αρχηγός». Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τι μου γίνεται τις αγάπησα με τον τρόπο που ξαναβρίσκεις κάτι χαμένο από μία παιδική ηλικία με βόλτες πίσω από το χαμάμ Ομεριέ στη Λευκωσία, κοντά στην Περβόλα του Μαύρου και στην Πενταδακτύλου – τότε που τα εγχώρια κορίτσια με κερνούσαν μπισκοτάκια μπακάντις. «Γιατί ξεκίνησες να κάνεις αυτή τη δουλειά;», είχα ρωτήσει τη μικρότερη αφελώς, που φαινόταν πως δεν ασφυκτιούσε στον ευδαιμονισμό που της πρόσφερε η ολοήμερη πιάτσα εκτός κέντρου (άρα με μεγαλύτερη δυσκολία κέρδος) όταν πια ξεκίνησε να με εμπιστεύεται όπως οι τουρίστες τον ξένο αλλόκοτο κόσμο. Μελό δεν έγινε, τραυματικά απωθημένα πουθενά όπως συνηθίζεται από όσες ζητάνε και τα ρέστα από πάνω για την «άδική» τους μοίρα – πολλές φορές το γλένταγε, βαριεστημένα περιμένοντας κάποιον ξέμπαρκο από τα γύρω μεγάλα νοσοκομεία στο ισόγειο σπίτι με τους μεγάλους κόκκινους γλόμπους. Υπήρχε μία έκρηξη σεξουαλικότητας στην ατμόσφαιρα – γιατί ήταν νέες και οι νέες δεν σκέφτονται το μεθαύριο, οι νέες ζουν και πιστεύουν το καθετί σαν φανατικές πιστές σε θρησκεία.
Αυτά τα κορίτσια των παρυφών των Αμπελοκήπων -και από κάτι κουβέντες που έγραψα σε ένα sms μου προχθές- μού θύμισαν ξανά τη Σπεράντζα Βρανά – την ευδαιμονική αρτίστα: «Δεν υπάρχει χρόνος! Ό,τι προλάβουμε, χρυσό μου!». Καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού της σε μία παράλληλη οδό της Πατησίων -ήταν η Μιχαήλ Βόδα; Θα σας γελάσω-κεντούσε για να ‘χει πρόσχημα πως η μέρα δεν πάει χαμένη λόγω της ακινησίας από την οποία υπέφερε τελευταία και στην τηλεόραση παρακολουθούσε Μενεγάκη γιατί τη διασκέδαζε και πίστευε πως λαχτάρισε όσο κι εκείνη να ζήσει μία ζωή χωρίς όρια και μεγαλόσχημες κοροϊδίες – προτού παντρευτεί, προτού κάνει τα παιδιά της, προτού χωρίσει και τούμπαλιν, προτού γίνει σταρ. Επίτηδες μου εξηγούσε πώς αναγνωρίζει τα ωραία αντρικά κορμιά, ποια ελιά στον ώμο κάνει το αρσενικό μάγκα, ποιο γύρισμα στο μουστάκι τον μετατρέπει σε μπεσαλή κι όχι σε φλώρο, ποιο σαγόνι, ποιο εξόγκωμα τον κάνει πόθο. «Είχα ταλέντο στο σεξ», μου έλεγε διπλώνοντας με κόπο τα πόδια της κάτω από το μικρό τραπεζάκι όπου είχε παρατημένα βελόνια και κλωστές, γελώντας σκανδαλιάρικα κι ανοιγοκλείνοντας το μεγάλο της στόμα χωρίς προσχήματα – ήταν εμφανές, ναι!
Την επόμενη μέρα, θυμάμαι πως είχα πάει για μια συνέντευξη στην Άννα Καλουτά, στο σπίτι της, στην Κυψέλη – διαφορές μεγατόνων με τη Σπεράντζα ως προς τα ίχνη που ήθελαν να αφήσουν στο πέρασμα των χρόνων, στην επιδραστικότητα της τραπεζαρίας και του πεζοδρομίου όπου τσεκάρονται οι αλήθειες και οι μύθοι με τρόπο εμφανή. Και το βράδυ πάντα εκεί, ένα πέρασμα από τα κορίτσια της Πόντου, στα σκαλάκια που κοιτούσαν το παλιό σπίτι που παλιά θα ‘χε απλωμένες μπουγάδες με θέα στον Ιλισό, προτού μπαζωθεί από κορδωμένους πολιτικούς και αδειάσει από νερό και τιτιβίσματα.
Ωραίες εποχές! Όχι ως προς την ανάμνηση που προκαλούν σε κάτι οριστικά εγκαταλειμμένο που δεν ήταν ποτέ μεγαλόσχημοι ξένοι κόσμοι, αλλά για μία πίκρα που κάποια πράγματα τότε δεν έγιναν και δεν ειπώθηκαν με τις λέξεις και τους τρόπους που οι νέοι φέρουν ως κυτταρική ορμή.
Κίκα, Ρένα, Τζένη, τα ίχνη σας μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια – η ανάμνησή σας θα έχει για πάντα μέσα μου μια απέραντη γλύκα!