Το ρεσιτάλ πιάνου του Αντρέι Γκαβρίλοφ στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Κύπρια.
Να είσαι σταθερά από τις 6 το πρωί στο πόδι, να δουλεύεις όλη μέρα στα «κόκκινα» και να πρέπει να οδηγήσεις βραδιάτικα μέχρι τη Λεμεσό για να μη χάσεις ένα ρεσιτάλ πιάνου. Μαζοχισμός, εμμονή, ή επαγγελματική διαστροφή; Κίνητρο υπάρχει. Έχει τύχει να απολαύσω δια ζώσης εξέχοντα μέλη της παγκόσμιας πιανιστικής ελίτ: την Μάρτα Άργκεριχ, τον Δημήτρη Σγούρο, τον Βλαντιμίρ Ασκενάζι. Θα χτυπούσα λοιπόν το κεφάλι μου για καιρό αν έχανα την ευκαιρία να δω και τον Αντρέι Γκαβρίλοφ, δεδομένου ότι κωλυόμουν για την παράσταση της Λευκωσίας.
Σε κάθε περίπτωση, ένας άνθρωπος μόνος μ’ ένα πιάνο, θεωρητικά είναι μια επιλογή υψηλού ρίσκου για κάποιον σωματικά και πνευματικά καταπονημένο. Ήρθαν μάλιστα έτσι τα πράγματα που η θέση μου ήταν στην πρώτη σειρά του Παττίχειου, φάτσα- κάρτα με τον σολίστα. Ευτυχές γεγονός για τον αποφασισμένο φιλόμουσο, επισφαλές για τον αποκαμωμένο χασμουρητή. Και μάλιστα το πρόγραμμα περιλάμβανε δύο μισάωρα έργα απαιτητικότατα μεν, όχι ιδιαίτερα πιασάρικα δε. Τι πιθανότητες είχα;
Όμως, ο Γκαβρίλοφ ξυπνάει και πεθαμένους. Δηλαδή και να ήθελα να ρίξω έναν υπνάκο στα κλεφτά αυτό θα ήταν αδύνατον. Μιλάμε για μια επιβλητική φυσιογνωμία, που «καταβροχθίζει» το Steinway και «φτύνει» τα πλήκτρα. Ένα παίξιμο πλήρως σωματικό και δεν εννοώ μόνο τα χέρια. Παίζει με όλο του το σώμα, με το τελευταίο κύτταρο. Κινητοποιούνται οι μύες, οι αρθρώσεις, οι τένοντες από το κεφάλι μέχρι τα ακροδάχτυλα των ποδιών. Και παίζει με όλο του το Είναι. Η επιλογή δύο έργων τόσο βαθιά εκφραστικών, εκρηκτικών και νοηματικά φορτισμένων όπως η «Σονάτα σε Σι ελάσσονα» του Φραντς Λιστ και οι «Εικόνες σε μια έκθεση» του Μοντέστ Μουσόργκσκι, δεν είναι τυχαία. Ίσως είναι περιπτώσεις έργων που βοηθούν την κιναισθητική μνήμη, στοιχείο σημαντικό για κάποιον που εκτελεί εξ ολοκλήρου από μνήμης. Πέραν αυτού, πρόκειται για έργα που απαιτούν και υπερπλήρη πνευματική και συναισθηματική εγρήγορση.
Είναι δύσκολο, αλλά εφικτό να απομνημονεύσεις νότες και κινήσεις. Τα συναισθήματα όμως; Στη Σονάτα του Λιστ είχες την εντύπωση ότι βλέπεις τον ίδιο τον ρομαντικό Ούγγρο συνθέτη -και απαράμιλλο δεξιοτέχνη του πιάνου- να εκτελεί το έργο όπως το εμπνεύστηκε. Είναι εξάλλου ένα κομμάτι αυτοβιογραφικό, εμπνευσμένο από τον μύθο του Φάουστ και τον «Χαμένο Παράδεισο» του Μίλτον. Έργο ρηξικέλευθο, ανατρεπτικό και δύσκολο, που τρομάζει μέχρι σήμερα τους πιανίστες, γεμάτο αντιθέσεις που πηγάζουν από τις εσωτερικές συγκρούσεις του συνθέτη. Ο Λιστ το είχε αφιερώσει στον Ρόμπερτ Σούμαν και λέγεται πως όταν η Κλάρα Σούμαν παρέλαβε στο σπίτι τον φάκελο κοίταξε την παρτιτούρα με αποστροφή.
Στην πολυμερή σουίτα «Εικόνες από μία έκθεση» όλα τα επεισόδια, από τον πρώτο περίπατο μέχρι την είσοδο στις Χρυσές Πύλες του Κιέβου, είναι μια διαδρομή αναζήτησης της ανακούφισης από τη βαριά σκιά της απελπισίας. Το έργο του Μουσόργκσκι είναι από τα πιο γνωστά του. Επειδή, όμως, το μετέγραψε για συμφωνική ορχήστρα ο Ραβέλ. Ο αντικομφορμιστής και μποέμ Ρώσος συνθέτης έγραψε το αυθεντικό έργο σε μια εποχή που ήταν απόκληρος και συντετριμμένος από τον αδόκητο θάνατο του ζωγράφου φίλου του Βίκτορ Χάρτμαν.
Ο Ρωσοελβετός είναι κάτι παραπάνω από πιανίστας. Είναι περφόρμερ. Η εκτέλεση έμοιαζε σχεδόν με χορογραφία. Κάθε νότα, κάθε διάστημα, κάθε συγχορδία μεταστοιχειωνόταν σε συναίσθημα και ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο και τις κινήσεις του. Όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται –και ζητώ προκαταβολικά συγνώμη από τους συμπολίτες μας με προβλήματα ακοής- είχες την αίσθηση ότι μπορούν να τον «ακούσουν» ακόμη και κωφοί. Ότι κάθε χειρονομία και μορφασμός αντικατόπτριζαν κάθε μουσικό φθόγγο που γεννούσαν τα σφυράκια του πληκτροφόρου. Το πιάνο «υπέφερε» και στο διάλειμμα δεν ήταν παράξενο ότι χρειαζόταν κούρδισμα.
Δεν επρόκειτο απλώς για μια ακουστική εμπειρία, αλλά για κανονική θέαση. Δεν έπαιζε. Σε κατάπινε. Και δεν παρακολουθούσες. Ρουφούσες. Το πρόβλημα ήταν ότι με την καταιγιστική αυτή ερμηνεία έχανες την αίσθηση του χρόνου. Τα δύο μισάωρα έργα έμοιαζαν αφόρητα σύντομα. Και δικαίως το κοινό –που παραδόξως δεν γέμισε την αίθουσα- ζητούσε επιτακτικά κι άλλο. Και το πιο σημαντικό είναι ότι στην ατμόσφαιρα επιτρέπει να αιωρείται η αίσθηση του ανικανοποίητου. Ακόμη κι εκεί που η τεχνική του έμοιαζε ν’ αγγίζει την τελειότητα. Καθώς παίζει, ο Γκαβρίλοφ δείχνει ότι βασανίζεται συνεχώς, ότι αναζητεί με λύσσα νέα μονοπάτια στην πιανιστική τέχνη, ότι διαστέλλει τα όριά του, ότι συνεχώς εξελίσσεται. Εκεί μπροστά μας.
Φιλgood, τεύχος 242