Μου συνέβαινε συνεχώς στα στενά δρομάκια των γειτονιών της πανάρχαιας αυτής ιστορικής πόλης που η μισή είχε γκρεμιστεί με «ειρηνευτικά» προσχήματα (πάντα έτσι ονομαζόταν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα η εξολόθρευση ανθρώπων) και με σκοπό μια ανοικοδόμηση περίεργη και περιφραγμένη από συρματοπλέγματα και ταμπέλες που έγραφαν «polis» (περίπου όπως αντικρίζουμε την Αμμόχωστο τυλιγμένη γύρω γύρω στις «προειδοποιήσεις»): Μια σκλαβωμένη επικράτεια ανάμεσα στην ελεύθερη, ως «καθημερινότητα» πια και φυσικό. Η πληγή των Κούρδων, της πλειοψηφίας των κατοίκων του Ντιγιάρμπακιρ, λίγα χιλιόμετρα βόρεια από την πόλη Καμισλί, εκεί από όπου ξεκίνησε η Τουρκική εισβολή τα ξημερώματα της Πέμπτης με έναρξη τους 15 νεκρούς (έπονται «δυσανάλογες» ακόμη πράξεις «ειρήνευσης» και σιωπής-με πόσα άλλα ψηφίσματα κουρέλια να αναμετρηθούν οι άνθρωποι;) αποτυπωνόταν μπροστά στα μάτια μου σε μια παρέα νεαρών Κούρδων στο καλαίσθητο «Suluklu Han» που είχε γίνει πια café κλασικής μουσικής και υπόκωφων δακρύων από νεκρούς προηγούμενων χρόνων στα μικρά δρομάκια, πόνος με ανοιγμένα χέρια (σαν παράκληση στο Θεό) από τη μάνα εκείνη με τη μαντίλα που λίγο πολύ μου εξηγούσε για μία οικογένεια ξεκληρισμένη και βουτηγμένη στο αίμα από τα πυροβόλα και την εκκαθάριση, δίπλα από το Kadi Camii, με το μωρό που τράβηξα στη φωτογραφία που βλέπετε να νομίζει την πατερίτσα για πολυβόλο. Στους νέους χάρτες, η μισή πόλη δεν έχει πια σπίτια – είναι ένα τεράστιο οικόπεδο. Δεν έχει τόπους να κρυφτείς, δεν έχει λαγούμια, δεν έχει τρύπες για μαχητές ούτε ευκαιρίες για γενναιότητες και δυνατότητες ηρωισμού – ένας θρήνος πλακώνει πάλι τον δημοκρατικό μας χυλό, όσο ο Τραμπ νίπτει τας χείρας του και η Διεθνής Κοινότητα κάνει εντέχνως την πάπια.
Έξω από το σπίτι του ποιητή Ahmed Arif, δίπλα από το Ulu Cami, μία διμοιρία περνά βιαστικά και ένα τανκ διασχίζει την καθημερινότητα με παρατεταμένα όπλα στα πρόσωπα των περαστικών – μία απλή υπενθύμιση του ποιος πραγματικά κυβερνά το έδαφος. Ήταν η μοναδική στιγμή που κάπως τα ‘χασα μπροστά στην κάννη – ο μόνος, μάλλον, στη βάρβαρη «ρουτίνα» των ημερών που είχαν προηγηθεί. Ο Sedat, μέσα στο yeni aydin hammam, τρίβοντας δυνατά τον φόβο μου για να ξεκολλήσει από το δέρμα, μου εξηγούσε το «φυσιολογικό» μιας περίεργης συνύπαρξης αλλά και εξόντωσης ανθρώπων που έπαψαν πια να οραματίζονται, να ονειρεύονται, από μια χυδαία απαγωγή αυτονόητων -κατά τα άλλα «ανθρωπίνων»- δικαιωμάτων – ανθρώπων που έπαψαν να ελπίζουν κυρίως. Στο λαϊκό εστιατόριο του Onur μετά, παραγγείλαμε ρύζι με καυτερές πιπεριές, ταμπουλέ και μοσχάρι. Πλήρωσε εκείνος τα δύο ευρώ του δικού μου λαίμαργου γεύματος και σήκωσε το ποτήρι ψηλά γελώντας δυνατά, αλλά αρθρώνοντας ψιθυριστά: «Free Kurdistan!». Πίκρα.
Αυτά έγιναν πριν από δύο χρόνια. Κι η αλητεία της γλώσσας δεν μπορεί, δυστυχώς, να αντικαταστήσει στ’ αλήθεια αυτό που επίκειται να συμβεί τις επόμενες μέρες στη γειτονική απ’ το Ντιγιάρμπακιρ περιοχή που προσπαθεί να αντιστέκεται, αν και εγκαταλελειμμένη πια από όλους, στο έλεος των στρατευμάτων που ήδη προελαύνουν – των μελλοντικών νεκρών, της μελλοντικής εξολόθρευσης, της μελλοντικής υποκρισίας του «συγκλονισμού» μας στο αίμα που θα ρέει δίπλα μας οσονούπω σε μεγάλες ποσότητες, σε ζωντανή μετάδοση αναπαραγωγής νικών και πίστης στο γρήγορο σήμα που έδωσε ο Ερντογάν -καθισμένος απέναντι από το tablet του και τη σημειολογία της φωτογραφίας του Ατατούρκ από πίσω- στον Τούρκο υπουργό άμυνας Χουλουσί Ακάρ για επίθεση (περίπου σαν στίχος του Κραουνάκη: «Σεισμός και καταποντισμός / κι εφτά με εννιά ο πόλεμος…»).
Ο εχθρός είναι δίπλα – επεκτείνει «σύνορα» που θα κάνει σύνορα. Ποδοπατεί και υψώνει σημαίες κόκκινες – κόκκινες σαν αίμα μελλοντικών σκοτωμένων. Σιωπή. Σιωπή.