Οι «Πέτρες» των Στέφο Νάντσου και Τομ Λύκος σε σκηνοθεσία Ανδρέα Μακρή. 
 
Ως γνωστόν η τέχνη μιμείται τη ζωή, που μιμείται την τέχνη, που μιμείται τη ζωή κ.ο.κ. Έτσι, ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν την πρεμιέρα της παράστασης «Πέτρες» στο Εγκώμιο, έφηβοι ανέβηκαν στη γέφυρα του αυτοκινητόδρομου παρά την Ξυλοφάγου και άρχισαν να πετροβολούν τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Επισημαίνω ότι αυτό ακριβώς είναι το θέμα του έργου και βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό με τη διαφορά ότι συνέβη στη Μελβούρνη πριν από 25 χρόνια κι ότι στην περίπτωση εκείνη θρηνήθηκε θύμα.
 
Επειδή η σύμπτωση, χρονικά τουλάχιστον, παραείναι κραυγαλέα και δεν μπορώ να φανταστώ τον… Ανδρέα Μακρή να πετάει πέτρες σε αυτοκίνητα για να διαφημίσει την παράσταση, απομένουν μερικές εικασίες.  Ότι το θέμα παραμένει εξωφρενικά επίκαιρο διαχρονικά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Κι ότι κοινωνικά προβλήματα σχετικά με τη λούμπεν νεολαία και τη νεανική παραβατικότητα που ταλάνιζαν την Αυστραλία της δεκαετίας του ’90 έχουν χτυπήσει την πόρτα μας.
 
Επειδή πρόκειται για ανήλικους, η Αστυνομία Κύπρου –πολύ σωστά- χειρίστηκε διακριτικά το όλο θέμα. Κι ούτε γάτα –σαν αυτές που έκαιγαν ζωντανές οι έφηβοι στο έργο των Στέφο Νάντσου και Τομ Λύκος- ούτε ζημιά. Τουλάχιστον όχι σωματική ζημιά. Κι εκεί είναι και η ειδοποιός διαφορά που αναδεικνύει το πιο έντονο από τα ερωτήματα: γιατί αν πετάξω μια πέτρα και σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και σκοτωθεί κάποιος είμαι δολοφόνος, αλλά αν δεν συμβεί το μοιραίο είμαι απλώς ένας απερίσκεπτος παραμελημένος έφηβος που πλήττει; Και ποια τιμωρία μου αξίζει;
 
Το πρόβλημα βέβαια με το έργο αυτό είναι πως αρκεί να διαβάσεις την υπόθεση, σαν μια είδηση που ξεπέταξες κάνοντας scroll down στο κινητό, για να τεθούν αυτομάτως τα ερωτήματα. Σχεδόν ξέρεις τι θα δεις. Συνεπώς, δεν είναι μια απλή υπόθεση για μια δημιουργική ομάδα να αποτυπώσει σκηνικά το έργο αυτό και να θίξει τις πτυχές του. Για την ιστορία, είναι ένας ημι-μυθοπλαστικός απολογισμός γεγονότων και των συνεπειών τους. Προέκυψε από μια διαδικασία επινοημένου θεάτρου με βάση την έρευνα των δύο συγγραφέων που μίλησαν με αστυνομικούς, μελέτησαν δικαστικά έγγραφα και εξέτασαν παρόμοια περιστατικά.
 
Η υιοθέτηση μιας γλώσσας ρεαλιστικής, δηλαδή εντελώς ανεπίσημης, περιθωριακής, οικείας για έφηβους σε συγκεκριμένες συνθήκες, ήταν εκ ων ουκ άνευ. Κι εκεί προκύπτει ακόμη ένα πρόβλημα για την κυπριακή παραγωγή για την οποία ουσιαστικά δεν θα αρκούσε μια καλή και άμεση μετάφραση στην κυπριακή διάλεκτο που έγινε την προηγούμενη δεκαετία (και αφορούσε την προ-προηγούμενη). Χρειαζόταν να δουλευτεί από την αρχή, για καιρό, με πολλούς αυτοσχεδιασμούς και με καλή μελέτη της ραγδαίως εξελισσόμενης αργκό των Κύπριων εφήβων του 2020, όπως επηρεάζεται από την τριβή με το διαδίκτυο και την αλληλεπίδραση στην εποχή μας. Κι ας μην καταλαβαίνουν γρι οι μεγαλύτεροι.  
 
Η συμπαραγωγή της Σκηνής 8 και του Θεάτρου Αντίδοτο πελαγοδρόμησε στο συγκεκριμένο κρίσιμο σημείο, χάνοντας κρίσιμους πόντους. Επίσης δεν βρήκε πολύ πειστικές λύσεις στο μεγαλύτερο πρόβλημα του έργου που είναι η πίστη στη ρεαλιστική του δυναμική με την οποία αγγίζει πολλά ακανθώδη ζητήματα, αλλά τα ανοίγει ελάχιστα. Μοιάζει με το μαρτύριο του Ταντάλου.
 
Ο σκηνοθέτης Ανδρέας Μακρής ακολουθεί την αυτονόητη λιτή, μινιμαλιστική γραμμή που απαιτεί η φύση του δρώμενου. Στη σκηνή δεσπόζει μια ευέλικτη σκάλα αλουμινίου κι ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα, με τους δύο ηθοποιούς, Ανδρέα Κουτσόφτα και Αλέξανδρο Αχτάρ να καλούνται να σηκώσουν όχι μόνο το βάρος όλων των ρόλων αλλά και να υποστηρίξουν το οπτικό και ηχητικό μέρος της πρότασης.
 
Η μινιμαλιστική προσέγγιση στόχο έχει να διεγείρει τη φαντασία. Χρειαζόταν όμως μια πιο συμπαγή καθοδήγηση για να βρεθούν οι λύσεις ως προς την εναλλαγή των χαρακτήρων ώστε να έχει η προσπάθεια πιο γόνιμα αποτελέσματα. Τουλάχιστον για τους ενήλικες, γιατί αν κρίνω από τον προβληματισμό του προέφηβου γιου μου αυτή η «ρεαλιστική αποστασιοποίηση» και η εμμονή του όλου εγχειρήματος να κρατήσει χαμηλά το δάχτυλο της ηθικής, φάνηκε να λειτουργούν. Δεν χρειαζόταν να βγάλει κάποια ετυμηγορία για την υπαιτιότητα των δύο νέων, αρκεί που σκότισε τον ανέμελο εαυτό του σχετικά με τις πτυχές της ενοχής και την προσωπική ευθύνη ως ανάχωμα στην ανημποριά των υπερφορτωμένων γονέων. Το μέλλον θα δείξει τι λουλούδι θα βγάλει αυτός ο σπόρος.
 
Φιλgood, τεύχος 243