«Outwitting the Devil» σε χορογραφία Άκραμ Καν: Μια βαθιά συνάντηση με το όλον, αλλά και τον ενδότερο εαυτό μας.
  
Στο φουαγιέ μετά την παράσταση οι θεατές ήταν μάλλον σιωπηλοί. Έβλεπες στα πρόσωπα ότι δεν είχαν όρεξη για κουβέντα, σαν να είχε στεγνώσει το στόμα τους, σαν να τους είχαν μόλις ξυπνήσει από ένα όνειρο. Σαν να «έβλεπαν» ακόμη την παράσταση, σαν να ανέλυαν και να χώνευαν την εμπειρία, προσπαθούσαν να διαχειριστούν τα συναισθήματα και τις σκέψεις που πυροδότησε. Σαν αιφνιδιασμένοι. Σαν να ήρθαν αντιμέτωποι με μια ολέθρια αλήθεια, μια αδυσώπητη αποκάλυψη. Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι το ανθρώπινο μελίσσι να αρχίσει να βουίζει ξανά κι όλοι να παραδέχονται ότι αυτό που είδαν δύσκολα συγκρίνεται με οτιδήποτε άλλο. Ο Άκραμ Καν κατάφερε να τους σαγηνεύσει με τον απόλυτο τρόπο που μόνο η υψηλή τέχνη μπορεί.
 
Ήταν μια σαγήνη πέρα από την κατανόηση. Μια βαθιά συνάντηση με το όλον, αλλά και τον ενδότερο εαυτό μας. Είναι μια τέχνη που σκέφτεται φωναχτά, που αρθρώνει λόγο ανυπότακτο, που αφομοιώνει και επαναπροσδιορίζει το ιδιωτικό και το πολιτικό. Το είδος που στην ουσία του αποτελεί μια εκδήλωση διαμαρτυρίας, μια επαναστατική δράση. Και μόνο η αλήθεια είναι επαναστατική, κατά τον Λένιν. Αυτή η αγνή αλήθεια, γεμάτη αγάπη και αυστηρότητα, έχει σκοπό να μας καλλιεργήσει και να μας προειδοποιήσει. Επιδιώκει να μάς κάνει καλύτερους.
 
Ο Άκραμ Καν, μάς προϊδέαζε για ένα αποτέλεσμα που είναι ταυτόχρονα αναζωογονητικό και λυπηρό, αποκαθαρμένο από μια οικειότητα που στοιχειώνει. Η πρότασή του είναι να κοιτάξουμε πίσω, πολύ πίσω, να αξιοποιήσουμε τη γνώση του παρελθόντος, μνήμη και αυτοκριτική, να αποκρυπτογραφήσουμε τον οικουμενικό, σκοτεινό γρίφο της ιστορίας για να επαναπροσδιορίσουμε την προοπτική του είδους μας.
Το «Outwitting the Devil», μια από τις σημαντικότερες παραστάσεις που είδαμε ποτέ στην Κύπρο σε ποιότητα και αξία, είναι το απαύγασμα μιας μεγαλοφυίας στην πιο ώριμή της φάση. Ενός δημιουργού με βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο που έχει το χάρισμα να πλάθει τους φόβους και τις εμμονές μας μαζί με ενδείξεις της καθημερινότητας, με την ποίηση, με μύθους και φιλοσοφικούς στοχασμούς, δημιουργώντας ένα πολύτιμο αμάλγαμα.
Έξι χορευτές διαφόρων ηλικιών, σωματοτύπων, φύλων και φυλών αναζητούν τις «ιδρυτικές ιστορίες του πολιτισμού μας». Είναι φορείς. Μοιάζουν να κουβαλούν την ιστορία τους και την ιστορία της ανθρωπότητας. Ένας Φιλιππινέζος, μια Ταϊβανέζα, ένας Γάλλος, ένας Βιετναμέζικης καταγωγής Αυστραλός, μια ινδικής καταγωγής Αμερικανίδα, ένας Νεοϋορκέζος. Κι επίσης, την ομάδα συμπληρώνουν ένας Μαλαισιανός διευθυντής πρόβας, ένας Καναδός συγγραφέας, μια Αυστραλέζα δραματουργός, μια Γιαπωνέζα ενδυματολόγος, ένας Ναπολιτάνος συνθέτης, ένας Άγγλος σκηνογράφος, μια ιρλανδικής καταγωγής σχεδιάστρια φωτισμού, όλοι υπό την μπαγκέτα ενός Λονδρέζου χορογράφου με καταβολές από το Μπαγκλαντές. Ένας λειτουργικός Πύργος της Βαβέλ.
 
Στην αφήγηση εντάσσονται αναφορές στο σουμερικό Έπος του Γκιλγκαμές, ένα ποίημα του Ρουμί και ο Μυστικός Δείπνος του Ντα Βίντσι μαζί με τη αντιπατριαρχική «παρωδία» του από την Σούζαν Ντοροθέα Γουάιτ (The First Supper). Σπαράγματα εντυπωμένης μνήμης και μισοχωνεμένων μύθων που συνδιαλλέγονται με πανανθρώπινες αγωνίες και διαπερνούν το corpus του ανθρώπινου πολιτισμού. Οι διασκορπισμένες σκούρες πλάκες, που σαν να καταγράφουν τα πεπραγμένα της ανθρωπότητας, συμβολίζουν το αποτύπωμα του είδους μας πάνω στον πλανήτη. Η κυριαρχία –και λεηλασία- επί της φύσης και η εγχάρακτη γνώση. Η θειότητα των ερειπίων.
Οι έξι ερμηνευτές έχουν βαθιά ενσωματωμένη την κατανόηση του έργου και του καλλιτεχνικού οράματος. Εκφράζουν μια ρευστή κινησιολογική γλώσσα, επιδέξια συγχρονισμένη, που χαϊδεύει τις αισθήσεις και επιτρέπει στις εικόνες να ακολουθούν την αφήγηση. Το αφαιρετικό αγκαλιάζει το ουσιαστικό. Οι δραματικές φωτοσκιάσεις δίνουν μια εντύπωση χρήσης του κιαροσκούρο, με τις μορφές να προκύπτουν μέσα από τις φωτιστικές και χρωματικές αντιπαραθέσεις. Κυρίαρχο στο πίσω μέρος είναι το ξύλινο βάθρο, που παραπέμπει στην τράπεζα του δείπνου, αλλά και σε μαυσωλείο. Δρώντας και αλληλεπιδρώντας, οι ήρωες μοιάζουν παγιδευμένοι σ’ έναν υπαρξιακό βρόχο, μέσα στον οποίο παρασύρουν και τον θεατή. Οι ηχητικές παραμορφώσεις οδηγούν σε μια κατάσταση υπνωτικής όσο και αφυπνιστικής έκστασης.
 
Μόνο γι’ αυτή την παράσταση, άξιζε να ανακαινίσουμε το Δημοτικό Θέατρο της Λευκωσίας. Εις ανώτερα -αν υπάρχουν.
 
Φιλgood, τεύχος 245