Ο Γρηγόρης μυρίζει κολόνια – ωραία, αντρική κολόνια, από εκείνες τις παλιές, που μόνο σε κάτι παραδρόμους του κέντρου της Λευκωσίας συναντάς πια. Στο δεξί του χέρι φοράει τρία κομποσχοίνια – άλλα δύο στο αριστερό. «Πιστεύεις;», τον ρωτώ. «Είναι δώρο των ανιψιών μου. Παιδιά δεν έχω εγώ. 25 χρόνων είμαι. Μου τα έφεραν για να με προσέχουν». «Και; Σε προσέχουν;». «Με προσέχουν, ναι. Τα πράγματα άλλαξαν πια μέσα στις φυλακές. Δεν είναι όπως παλιά, μου λένε όσοι είναι εδώ μέσα χρόνια. Αλλά δεν παύει, στις εννιά το βράδυ, σκοτάδι πια, όταν ακούς εκείνον τον κρότο από τη βαριά πόρτα που κλείνει και μπαίνεις μέσα στο κελί σου, όταν είσαι πια εσύ κι ο εαυτός σου, να συνειδητοποιείς πως δεν θα μπορέσεις να πας εκείνη την ώρα για καφέ με τους φίλους σου, να κάνεις μια βόλτα στη θάλασσα, έναν περίπατο, να φλερτάρεις με μια κοπέλα, να μιλήσεις με τον κολλητό σου στο τηλέφωνο, πράγματα “φυσιολογικά”, κατά κάποιο τρόπο, για σας τους “απέξω” – δεδομένο δεν είναι τίποτα στη ζωή, οριστικό κανένα. Τι είναι όλα; Μία γραμμή. Μία λεπτή γραμμή που χωρίζει το “πριν” απ’ το “μετά” της ζωής – και δεν σου μιλώ για τις “βαριές” περιπτώσεις εγκληματιών, μην παρεξηγηθώ. Θα πληρώσω το λάθος μου. Θα υποφέρω. Θα κλάψω μόνος μου. Θα πω χίλια “γιατί” στον εαυτό μου. Αλλά, μετά, εσύ, γιατί δεν μου δίνεις το δικαίωμα να προχωρήσω πέρα από το συμβάν, πέρα από το ατόπημα; Γιατί μου στήνεις μια ακόμη φυλακή ανάμεσα στους ανθρώπους;».
Στο θεατρικό έργο «Οι Κληρονόμοι» του Μιχάλη Πιτσιλλίδη που παρουσιάζεται από τους φυλακισμένους των Κεντρικών Φυλάκων και συμμετέχει στο Παγκύπριο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου του ΘΟΚ, ο Γρηγόρης υποδύεται τον γιο του μεγαλοκτηματία Μακράντωνα – μια κυπριακή ηθογραφία, στέρεων κατευθύνσεων λόγου και μηνυμάτων. Ο Φαέθων είναι ο πρωταγωνιστής – ο «προύχοντας». «Το ‘χεις ξανακάνει;», αναρωτιέμαι. Ούτε εκείνος, ούτε άλλος από τους κρατούμενους που συμμετέχουν στην παράσταση, σε σκηνοθεσία και έμπνευση της -αεικίνητης – Ζωής Κυπριανού που, για ακόμη μία χρονιά, εργάζεται αφιλοκερδώς, για εννέα μήνες, κάνοντας πρόβες, μέσα στις φυλακές και αφιερώνοντας πολύτιμο προσωπικό της χρόνο γι’ αυτούς τους ανθρώπους. «Πώς το αποφάσισες;», ρωτώ τον Φαέθοντα. «Ήταν ένα ακόμη από εκείνα που θέλησα να διδαχθώ στον ελεύθερό μου χρόνο. Μέσα στη φυλακή ασχολούμαι με την ξυλογλυπτική. Είμαι επίσης ο τερματοφύλακας της ομάδας των φυλακών. Παίζω τάβλι όταν έχω καλό αντίπαλο, βλέπω τηλεόραση, μιλώ με τους συγκρατούμενούς μου – μιλώ πολύ μαζί τους. Ξέρεις, αδελφοποιείσαι εδώ με τους ανθρώπους, αισθάνεσαι πως ξέρεις τον άλλον καλά – σε αντίθεση με ό,τι μπορεί να συμβαίνει έξω. Κοιτάς μάτια – αυτό. Και προσαρμόζεσαι. “Αναγκάζεσαι” στην αρχή – υποφέρεις, ίσως. Καταλαβαίνεις, ωστόσο, μέσα στη φυλακή, πως το πιο “ασήμαντο”, το κεκτημένο σου -ένα φαΐ με τη μάνα σου, για παράδειγμα- είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στον κόσμο! Ή μια ώρα με τα μωρά σου, όποτε θέλεις, όταν θέλεις, όσο θέλεις. Πως δεν υπάρχει τίποτα πιο ανώτερο, πιο πολύτιμο και ακριβό για τον άνθρωπο, από το “δεδομένο” για σας: η ελευθερία!».
Η Ζωή Κυπριανού είναι συγκινημένη – υπάρχει μέσα της εκείνο το αδιόρατο νήμα του δοσίματος χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς συναλλαγή. Καθόμαστε ανάμεσα στις γυναίκες κρατούμενες – τη θαυμάζουν. Μου μιλά. «Όταν ξεκίνησα αυτή την προσπάθεια, πριν από 27 χρόνια, όλα ήταν διαφορετικά. Νομίζω πως ηθοποιός σημαίνει προσφορά – αυτό. Αν, έστω και ένας από αυτούς τους ανθρώπους, δεν επιστρέψει στις φυλακές μετά την αποφυλάκισή του λόγω της ενασχόλησής του με το θέατρο, για μένα αυτό είναι η “αμοιβή” μου και το μεγαλύτερο χειροκρότημα!».
Τα τελευταία χρόνια, άλλαξαν πολλά στις Κεντρικές Φυλακές – οι ιστορίες με τους δεσμοφύλακες που περνούσαν από τα κελιά και χτυπούσαν τους κρατουμένους ή έκαναν ύποπτα πάρε δώσε, ήταν μια πραγματικότητα που πλέον δεν υπάρχει. Αν δεν ήταν η «Άννα» (με το μικρό της όνομα τής μιλούσαν γυναίκες και άνδρες) η «δημόσια υπάλληλος»-διευθύντρια, Άννα Αριστοτέλους, χωρίς ωράριο και με θέληση για το καλύτερο δυνατόν ώστε όλα να μοιάζουν «φυσιολογικά», τίποτα δεν θα ήταν ίδιο – ήταν εμφανής η ταύτιση που αισθάνονταν μαζί της όλοι κι αυτό το «ό,τι πει η Άννα μας» η ένδειξη βαθιάς εμπιστοσύνης για εκείνα που χάθηκαν γι’ αυτούς τους ανθρώπους, σ’ εκείνη τη λάθος στροφή της παράβασης.
Τους λέω, πριν φύγω, να κάνουν μια αγκαλιά, από εκείνες τις γηπεδικές και ταυτισμένες με το όλον, με το σύνολο – για μία λήψη. Είναι ατόφιοι. Γνήσια παιδιά μιας άλλης πραγματικότητας – δίπλα μας. Χαμογελάνε. Όσο κι αν, πίσω από τα κάγκελα και τις αριθμημένες πτέρυγες, κανείς δεν μπορεί να ξέρει πόσα ακόμη σιωπηλά «δικαστήρια» στήνονται, πόσες πολλαπλάσιες ποινές αριθμούνται – πόση χαμένη ελευθερία διεκδικείται μέσα σ’ ένα μυαλό που πετά πέρα από τους σοβατισμένους τοίχους των Κεντρικών Φυλακών.
* Η θεατρική ομάδα του Τμήματος Φυλακών, θα παρουσιάσει το θεατρικό έργο του Μιχάλη Πιτσιλλίδη «Οι Κληρονόμοι», σε σκηνοθεσία Ζωής Κυπριανού, στις 9 Δεκεμβρίου, στο Δημοτικό Θέατρο Λατσιών, στις 20:00.
Φιλgood, τεύχος 248.