Εμβληματικές προσωπικότητες που προχώρησαν στη ζωή τους, επειδή ποτέ δεν παρέμειναν να κλαίνε πάνω από την καρδάρα με το χυμένο γάλα.
Με αφορμή μία συνέντευξη με την Μάρθα Καραγιάννη που είχα βρει στο αρχείο μου, από μια παλιά μας συνάντηση στο σπίτι της, 14 χρόνια πριν από το θάνατό της που συνέβη το μεσημέρι της προηγούμενης Κυριακής -ήσυχα, στα Ιλίσια-, επιβεβαίωσα αυτό που είχα πάντα ως υποψία και με άλλους σπάνιους και σημαντικούς στην καριέρα τους, και όχι πάντα στην προσωπική τους ζωή, ανθρώπους – χορτασμένους συνήθως από πάθη, ακρότητες και νεανικές παρατολμίες που, ωστόσο, τους ξεχώρισαν από τη μάζα και το μέσο όρο: Για να προχωρήσεις πρέπει να αφήσεις τα πάντα πίσω σου, για να πας στην επόμενη στροφή δεν πρέπει να κοιτάξεις από το τζαμάκι του αυτοκινήτου ποιος σε ακολουθεί – κι ας τρακάρεις.
«Τα μεγαλώματά μου, τα γεράματά μου, έρχονται πολύ γλυκά», μου είχε πει η σταρ των ασπρόμαυρων ονείρων του Γιάννη Δαλιανίδη. «Είναι και νόμος της φύσης: Δεν μπορείς από τη μία μέρα στην άλλη να γίνεσαι, από τριανταπέντε ετών, εξήντα. Αν αυτό έχει συμβεί σε κάποιους ανθρώπους, τότε μάλλον είναι κάτι τρομακτικό, κάτι επώδυνο. Δεν ξυπνάς μεγάλος. Τα γεράματα έρχονται μέσα από διαδικασίες και, τελικά, δεν τα καταλαβαίνεις. Είναι όμορφα. Στη ζωή μου με βοήθησε το γεγονός ότι, ως άνθρωπος, έχω μνήμη χρυσόψαρου· κι όλα τα άσχημα τα κράταγα πίσω μου. Έτσι προχώρησα».
«Το πιο σημαδιακό κομμάτι της παιδικής σας ηλικίας, ήταν ο θάνατος του πατέρα σας στα 10 σας χρόνια;», είχα ρωτήσει, επίσης, πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, ως αναφορά της στο παρελθόν που ίσως να την «σημάδεψε», και την Ελευθερία Αρβανιτάκη. «Ναι. Ήταν το πιο σημαντικό». «Και αυτό πάντα σας ακολουθούσε;». «Όχι. Ήταν -και είναι- ένα γεγονός που άφησα πίσω. Ευτυχώς. Και, γενικώς, είμαι ένας άνθρωπος που δεν “κολλάει” σε καταστάσεις και πράγματα του παρελθόντος. Κοιτάω πάντα μπροστά: Στο επόμενο ταξίδι, στην επόμενη γωνία που με περιμένει, στα επόμενα θαύματα. Τα οποία μπορεί να είναι εξόχως συναρπαστικά!».
Στο δρόμο από την Παιανία προς το Καλαμάκι, έπειτα από τους στενούς δρόμους της μικρής κοινότητας, ένα μοναστήρι απ’ το οποίο ακουγόταν εσπερινός και μερικές αλεπούδες που είχαν κατέβει αργά αργά από τον Υμηττό, είχα ρωτήσει κάποτε τον Μάκη Δελαπόρτα που με είχε πάει στο σπίτι της Μαίρης Χρονοπούλου, ο οποίος έχει γράψει 25 βιβλία-βιογραφίες Ελλήνων καλλιτεχνών, ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των σπουδαίων σταρς – αν όλοι είναι σαν τη Χρονοπούλου που έτρεμαν τα πατώματα όταν έλεγε «του αγοριού απέναντι» ή την Καραγιάννη που σήκωνε λευκή σημαία όταν έβαζε τις προϋποθέσεις της στο «Ο άντρας που θα παντρευτώ».
«Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που γνώρισαν αναγνωρισιμότητα και μεγάλες δόξες, έχουν ένα μαγικό τρόπο να αφήνουν τα πάντα στην άκρη και να προχωρούν στη ζωή τους. Δεν μένουν στο παρελθόν, όσο κι αν αυτό τους καίει κάποια βράδια τη μνήμη. Ό,τι κι αν έχει συμβεί!», μου είπε. «Όλοι ξέρουμε τις δυσκολίες που πέρασε στη ζωή της η Αλίκη, αλλά είδες πώς τις προσπέρασε. Μη νομίζεις πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν δύσκολοι. Ήταν. Ακόμα θυμάμαι, όταν ετοίμαζα το βιβλίο για τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, που μου έλεγε να γράψω πράγματα πολύ δικά του -που ο ίδιος μου είχε αναφέρει-, αλλά εγώ δεν συμφωνούσα. Πίστευα ότι θα τον εξέθεταν και μπορεί να σκίαζαν το όνομά του. Γιατί ο κόσμος θέλει το “παραμύθι” να είναι “παραμύθι”. Όχι κάτι ψεύτικο, αλλά τα πολύ προσωπικά δεν χρειάζονται. Είχαν, όμως, όλοι τους έναν δυναμισμό, έστω κι αν όλοι -μα όλοι!- κουβαλούσαν ένα μυστικό, συνήθως από την παιδική τους ηλικία, που, αν το διέκρινες, καταλάβαινες πως αυτό τελικά τους ώθησε να μεγαλουργήσουν». «Τα τραύματα αυτών των ανθρώπων έγιναν τα θαύματά τους;», τον ρώτησα. «Σαν το στίχο της Νικολακοπούλου. Ακριβώς».

Θυμάμαι τον Μιχάλη Γιαννάτο. Ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από εννέα χρόνια, στις 17 Σεπτεμβρίου του 2013. Έναν ηθοποιό που ζούσε μεταξύ Χόλυγουντ και Αθήνας, που βραβεύτηκε για το (κλασικό πια, στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου) «Εξπρές του Μεσονυχτίου» και το «Μόναχο», που μιλούσε με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ στον ενικό, αλλά έμενε σε ένα μικρό δυάρι στα Ιλίσια μαζί με τη γυναίκα του χωρίς κορνιζαρισμένες φωτογραφίες από την -εμφανώς- διεθνή του καριέρα στα τραπεζάκια με τα σεμεδάκια επάνω στο τζάμι.
«Όταν έχεις περάσει τις δυσκολίες που έχω περάσει εγώ στη ζωή μου δεν σου επιτρέπεται να ξεβρακωθείς. Ούτε να πάρουν τα μυαλά σου αέρα!», μου είχε πει. «Το θέμα είναι να τα αφήνεις όλα στην άκρη, να μην σνομπάρεις, να μην παραμένεις σε αγκυλώσεις, αλλά να προχωράς. Εγώ είμαι χαμηλών τόνων άνθρωπος και θα παραμείνω έτσι. Στην Ελλάδα, όμως, όταν είσαι χαμηλών τόνων είσαι “ατάλαντος”, μη προτιμητέος, και δεν μετράς. Τα βλέπω και γελάω αυτά τα πράγματα που συμβαίνουν. Εδώ, για να ζητήσεις μία συνέντευξη από κάποιον πιτσιρικά σήμερα, πρέπει να μιλήσεις πρώτα με τη γραμματέα του, τη mamager του. Εμένα δεν με πήρες απευθείας στο κινητό μου και το κανονίσαμε; Σε παρέπεμψα καθόλου σε παρατρεχάμενους; Ε, λοιπόν, όλα αυτά τα παιδάκια εγώ τα παίζω κομπολόι!».
Έλεγε κάποτε και ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, την εποχή που, νέος ακόμη, περπατούσε στο δρόμο, στο κέντρο της Αθήνας, και έβλεπε πτώματα στα πεζοδρόμια ανθρώπων που πέθαιναν από την πείνα, την περίοδο της κατοχής: «Προσπέρασα, αλλά δεν μου πέρασε. Άδραξα τη νέα εποχή και δεν έγινα μικρόψυχος. Γιατί θέλει μεγαλοψυχία να απωθείς από τη μνήμη, να μην στενοχωρείς τον άλλον για τα λάθη που διέπραξε, αν και σαφώς τον κατατρώνε τα βράδια – κοιτάμε ευθεία».
Η Κίκη Δημουλά, στην οποία συχνά επιστρέφω, ήταν κι αυτή στις κουβέντες μας σαφής: «“Είμαι καλά” σημαίνει ξεχνάω το θάνατο. Συνέβη κάτι, πέρασε λίγος χρόνος, ίσως και τριών λεπτών, που να μην σκέφτομαι το θάνατο; Τότε είμαι καλά! Όταν δεν τον σκέφτομαι είμαι καλά…».
Άσε το μυαλό να κάνει τα δικά του παιχνίδια. Εσύ, συνέχισε…
Ελεύθερα, 25.9.2022.