Η Κύπρια ποιήτρια Κλεοπάτρα Μακρίδου ανήκει στη «Γενιά της εισβολής» ή, όπως αλλιώς επικράτησε να ορίζεται, στη «Γενιά του ’70». Ανήκει δηλαδή στη γενιά που βίωσε τα γεγονότα του 1974 και τις εξελίξεις που αυτά σηματοδότησαν στην Κύπρο· το πραξικόπημα των αφρόνων αξιωματικών της Αθήνας και των πρόθυμων φερεφώνων τους στη Λευκωσία, την τουρκική εισβολή, τη βαρβαρότητα και τις ωμότητες των «ειρηνοποιών» του Αττίλα, την προσφυγιά, τον θάνατο, το δράμα των αγνοουμένων, και τον ακρωτηριασμό των εδαφών της νήσου.
Οι ποιητές της γενιάς αυτής στα ποιήματά τους ιστορούν την κατάρρευση των ονείρων τους, αντιστέκονται στο διαρκές έγκλημα που εξακολουθεί να διαπράττεται στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, αμύνονται στη διαιώνιση της αδικίας, δεν συμβιβάζονται, δεν ξεχνούν. Η μνήμη τους είναι καρφωμένη στους τόπους και τους ανθρώπους που χάθηκαν. Νοσταλγούν τα χωριά και τις πόλεις, τα αρχαία μνημεία, τα μοναστήρια και τα ξωκλήσια.
Η βελόνα της πυξίδας τους παραμένει αμετακίνητη στο ίδιο σημείο, στον ίδιο προσανατολισμό· στα μέρη όπου έκαναν τα πρώτα τους βήματα, στις περιοχές όπου έμαθαν να συλλαβίζουν τα πρώτα τους γράμματα. Η σκέψη τους γυροφέρνει στους απανταχού της νήσου αγνοούμενους νεομάρτυρες, στους ήρωες που έπεσαν στο πεδίο της δόξας, της τιμής και του καθήκοντος, στους απλούς, τους γνωστούς και τους άγνωστους. Στ’ αυτιά τους ηχούν διαρκώς το κλάμα των μανάδων που έφυγαν από τα εγκόσμια χωρίς να δουν τους αγνοούμενους γιους τους, ο στεναγμός του ντροπιασμένου Πενταδάκτυλου, η βαριά ανάσα της Κερύνειας και της Αμμοχώστου, της Λαπήθου, της Γιαλούσας, του Ριζοκάρπασου, της Μόρφου. Σε αυτή, λοιπόν, την ποιητική γενιά ανήκει η Κλεοπάτρα Μακρίδου, η οποία ζει στη Γαλλία, όπου σπούδασε, δημιούργησε οικογένεια και σταδιοδρόμησε επαγγελματικά, αλλά ποτέ δεν άφησε να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο.

Το πλούσιο έως τώρα έργο της αριθμεί δεκαπέντε ποιητικές συλλογές, κέντρο των οποίων είναι οι περιπέτειες που σημάδεψαν την ιστορική διαδρομή τής νήσου. Αναφέρονται στους διαχρονικούς αγώνες της Κύπρου για ελευθερία και διατήρηση της ελληνικότητάς της. Αναφέρονται, επίσης, στους αδιάφορους, στους σιωπηλούς, στους ισχυρούς που λειτουργούν με βάση αυτό που υπαγορεύει το συμφέρον τους, στους θεματοφύλακες δήθεν της διεθνούς νομιμότητας που εξομοιώνουν τον θύτη με το θύμα και υποκρίνονται ότι προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πρόκειται για ποιήματα που τα διαποτίζει η αγάπη προς την πατρίδα, τους ανθρώπους που τη δόξασαν στο απώτερο και το νεώτερο παρελθόν, τον πολιτισμό και την Τέχνη, τους μύθους, τους θρύλους και την παράδοση.
Η λέξη μνήμη στον τίτλο της συλλογής «Η ηχώ της μνήμης» έχει βαρύνουσα σημασία, αν ληφθεί υπόψη ότι η μνήμη συνιστά βασικό παράγοντα για τη δημιουργία ποίησης και συνδέεται με τον χώρο, στον οποίο έζησαν και ζουν άνθρωποι που τους χαρακτηρίζουν κοινά διαχρονικά στοιχεία. Τη σημασία της μνήμης εξαίρει ο Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί, τοποθετώντας την στην πιο ψηλή κορυφή και προσδίδοντάς της μεγάλη δύναμη. Τα θεμέλιά μου στα βουνά/ και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους/ και πάνω τους η μνήμη καίει/ άκαυτη βάτος./ Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Στην ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου και ειδικότερα στη συλλογή «Η ηχώ της μνήμης» η σχέση μνήμης και τόπου είναι στενή. Παρελθόν και παρόν αλληλεξαρτώνται. Το παρελθόν είναι φορτωμένο με τα τραυματικά βιώματα του ’74 και δεν επιτρέπουν στο ποιητικό υποκείμενο να τα προσπεράσει και πολύ περισσότερο να τα απωθήσει στη λήθη.
Έρχονται οι μνήμες σαν Περσεφόνες / βαρούν την πόρτα της καρδιάς/ ζητιανεύοντας λίγη ζεστασιά/ μες στου Χειμώνα την παγωνιά.
Άλλωστε, η διατήρηση της μνήμης τους συνιστά πράξη αντίστασης στην αυθαιρεσία των εισβολέων και μη αποδοχή της παροντικής κατάστασης στη νήσο. Η απουσία μνήμης ισοδυναμεί με διαγραφή του παρελθόντος αλλά και του παρόντος. Όμως, μια τέτοια διαγραφή προϋποθέτει όχι απλώς αμεριμνησία και ανέμελη στάση απέναντι στη σημερινή κυπριακή πραγματικότητα αλλά αναίδεια και αμνησία.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου προσδίδει έμφαση στην ανάμνηση του παρελθόντος και την υπόμνηση ότι και στο παρόν πρέπει να αναληφθεί δράση προς την κατεύθυνση συνέχισης των αγώνων που διεξήγαγαν ηρωικές μορφές που διέλαμψαν σε κάθε σημείο της Μεγαλονήσου. Παραμένουν πάντα σύμβολα πράξεων θάρρους και γενναιότητας. Δεν συγχωρούν ουδεμία παρέκκλιση από τις πατροπαράδοτες αρετές.
Οι νεκροί που κουβαλούμε μέσα μας/ αγριεύουν κάθε που η υποχώρηση/ βγαίνει σεργιάνι στον γιαλό τις νύχτες/ Στάζουν αίματα/ στα ξεφτισμένα πανιά της μνήμης/ καθώς φουσκώνουν νέες ψευδαισθήσεις.
Τα 63 ποιήματα της συλλογής είναι διαποτισμένα από αγάπη και νοσταλγία προς τα πάτρια, αλλά και από την εσωτερική ανάγκη της ποιήτριας να εκφράσει τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλεί το συνεχιζόμενο έγκλημα του Αττίλα στη Μεγαλόνησο. Κάθε στίχος της έχει αφετηρία και προορισμό την Κύπρο. Είναι εμπνευσμένος από τις πληγές της που αιμάσσουν και δεν αφήνουν περιθώριο στη λήθη.
Για την Κλεοπάτρα Μακρίδου η μνήμη παραμένει γρηγορούσα, μετατοπίζεται από το παρελθόν στο παρόν και από το παρόν στο παρελθόν. Συνιστά παράγοντα διατήρησης της ταυτότητας και τόνωσης της εθνικής αυτοσυνειδησίας. Μνήμη ατομική και μνήμη συλλογική. Μνήμη των δεινών και των παθών, μνήμη των συγκινήσεων, των εξάρσεων και των ελπίδων, μνήμη των ονείρων, των αισθήσεων και των επιδιώξεων, μνήμη των επιτυχιών και των αποτυχιών, του χώρου, του τόπου και του χρόνου.
Η λέξη αναφέρεται 24 φορές στα ποιήματα της συλλογής, για να προσδιορίσει «σφαγιασμένα όνειρα», να ιχνηλατήσει πόθους και προσδοκίες, να γίνει «ανελέητος κριτής», να υπενθυμίσει τους αγώνες όσων ανταποκρίθηκαν στο προσκλητήριο της πατρίδας, όταν βρέθηκε στις μεγάλες στιγμές της ιστορίας της, και με το παράδειγμά τους δίδαξαν στους όπου γης καταπιεζόμενους λαούς ότι η ελευθερία αναγεννιέται μέσα από τους καπνούς των μαχών και τα ολοκαυτώματα των ηρωομαρτύρων.
Μέσω της μνήμης ανακαλούνται στάσεις και συμπεριφορές όσων την ύστατη ώρα, όταν η ιστορία φώναξε το όνομά τους, ήταν απόντες, λιποψύχησαν, εγκατέλειψαν «τα ωραία και μεγάλα έργα», επέδειξαν αδιαφορία και ακολούθησαν ευτελείς συνήθειες. Όλοι αυτοί συμπυκνώνονται στο πρόσωπο του συντρόφου προς τον οποίο απευθύνεται το ρητορικό ερώτημα: Αλήθεια σύντροφε/ πώς δεν κατάλαβα/ γιατί έδεσες τα χέρια σου πίσω από το κεφάλι/ και παραδόθηκες αμαχητί!/ Εξ επαφής μόνο η προδοσία πυροβολεί.
Είναι όμως και οι συμβιβασμένοι, οι αμνήμονες, που επαναπαύονται στην απόλαυση των αγαθών τους, σφυρίζουν αδιάφοροι την ώρα που η πατρίδα είναι μισή «και το στόμα του λύκου/ ορθάνοικτο μπροστά τους». Παθητικοί παρατηρητές των εξελίξεων, τότε και τώρα, μεριμνούν για την ατομική τους ευημερία και εξαντλούν το ενδιαφέρον τους στην εξεύρεση τρόπων και μέσων διαιώνισής της.
Φοβάμαι τη θάλασσα/ που δαιμονισμένη ρουφήχτρα /διαβρώνει το έδαφος/ μα πιο πολύ φοβάμαι το Χώμα/ που δεν αντιστέκεται.
Αλλά ο λόγος της Κλεοπάτρας Μακρίδου δεν είναι μόνο κριτικός, επικριτικός και καταγγελτικός. Είναι και λόγος ρεαλιστικός, προτρεπτικός και συμβουλευτικός. Παραθέτω ενδεικτικά τη δεύτερη ενότητα του ποιήματος με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μη βολευτείς», το ύφος γραφής του οποίου παραπέμπει στον Καβάφη.
Τα απόμακρα χαμόγελα φοβού/ που σ’ εξορίζουν από τη γη σου/ Μη συγκατανεύσεις/ στις χορωδίες της άλωσης/ πιάσε τον ταύρο από τα κέρατα/ και μη διακορεύσεις τα σύνορα μεταξύ/ μνήμης και θανάτου/ μεταξύ ανθρώπου και θεού/Μη βολευτείς ούτε στην κατάρα/ούτε στην ευλογία/κι ας παίζει αντιαθλητικά η πραγματικότητα/Βρέξε κάθε ευκαιρία με τα όνειρά σου/η ανάσα σου διαρκώς λιγοστεύει/ αλλά η θάλασσα ανεξάντλητη.
«Η ηχώ της μνήμης» είναι μία ακόμη ποιητική συλλογή στην οποία κυριαρχούν οι συμβολισμοί του παρελθόντος και του παρόντος που διαμορφώνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι η νήσος διήνυσε και εξακολουθεί να διανύει μοναχική πορεία στον χώρο και στον χρόνο, χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά ως τόπος προώθησης των συμφερόντων των δυναστών της αλλά παράλληλα δεν έπαυσε να αντιστέκεται και να παρουσιάζεται με χαλυβδωμένη την απόφαση να διατηρήσει την ελληνικότητά της.
Μυθολογικά και ιστορικά πρόσωπα, όπως οι Αχαιοί, η Ελένη, η Κίρκη, ο Όμηρος, ο Δίας, η Περσεφόνη, οι Αμαθούσιοι, ο Στασάνορας, ο Προκρούστης, ο Προμηθέας, ο Θουκυδίδης, η Κλεοπάτρα, η Σαπφώ και η Αφροδίτη, η Άρτεμη και ο Άδωνις, ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη, εμφανίζονται συχνά στους στίχους της, για να διευκολύνουν τον διάλογο του τότε με το τώρα. Τόποι φορτωμένοι με συμβολική σημασία, όπως η Ιθάκη, η Βαβυλώνα, η Σπηλιά του Πλάτωνα, οι Συμπληγάδες και ο Αχέροντας, τόποι ιστορικοί, όπως η Κερύνεια και η Πάφος, χώροι καθαγιασμένοι, όπως ο Πενταδάκτυλος και η Αμμόχωστος διαποτίζουν τα ποιήματα της συλλογής και ωθούν τον αναγνώστη σε συνειρμούς, παραλληλισμούς και συγκρίσεις.
Με τα ποιήματά της η Κλεοπάτρα Μακρίδου προετοιμάζει τον αναγνώστη να μετατοπίσει και ο ίδιος τη μνήμη του στη διαμελισμένη Κύπρο, τα ιμάτια της οποίας έχουν διαμοιραστεί, με την ανοχή αν όχι με την ενθάρρυνση των δυνατών, τον παροτρύνει να μην επιτρέψει να λησμονηθούν τα γεγονότα που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο και σημάδεψαν ανεξίτηλα την πορεία της νήσου.
Θα κλείσω με την επισήμανση ότι στην ποιητική συλλογή της Κλεοπάτρας Μακρίδου «Η ηχώ της μνήμης» το παρελθόν και το παρόν έχουν σχέση αλληλεξάρτησης. Το παρελθόν δεν μπορεί να λησμονηθεί, να ξεπεραστεί. Αντίθετα, επιβάλλεται να διατηρηθεί στη μνήμη και η διατήρηση αυτή αποτελεί χρέος έναντι εκείνων που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τα όσια και τα ιερά, την τιμή και την αξιοπρέπεια.
Μανώλης Μ. Στεργιούλης, δ.φ.