Παύλου Παυλάκη, Βιώματα Ζωής

Εκδόσεις Πήλιο, 2020

 

 

Συμπληρώνονται τρεις μήνες από την εκδημία του Παύλου Παυλάκη, ενός σημαντικού αγωνιστή του Απελευθερωτικού μας Αγώνα με ανεξίτηλη τη σφραγίδα του πατριωτικού ήθους και της ακατάβλητης μαχητικής δράσης, της ηγετικής προσωπικότητας και της πολυσχιδούς προσφοράς στα πολιτικοκοινωνικά δρώμενα του τόπου μας, όπως τεκμαίρεται μέσα από τις σελίδες του ηρωικού έπους της ΕΟΚΑ και όπως οι ζωντανές μνήμες αποτυπώνονται στα «Βιώματα Ζωής» του ομώνυμου βιβλίου του. Η χρονική απόσταση τόσων δεκαετιών από την εκτύλιξη των γεγονότων και των προσωπικών εμπειριών δεν αλλοιώνει την αλήθεια των συμβεβηκότων, απεναντίας η ζωηρή αφήγηση της σφαιρικής εξέτασης, της αναστοχαστικής αποτίμησης και της  περιεκτικής καταγραφής τους προσλαμβάνει το κύρος της αδιάψευστης αντικειμενικότητας.

Η αξιόλογη αυτοβιογραφία του αείμνηστου Παυλάκη, που αποθησαυρίζοντας πρόσθετες μαρτυρίες εμπλουτίζει την πληθωρική βιβλιογραφία του Αγώνα, δεν συνιστά μόνο κατάθεση ψυχής και πόνημα επώδυνων, εν πολλοίς, βιωματικών αναμνήσεων, αλλά και απηχεί πτυχές της Κύπρου των μέσων του περασμένου αιώνα μέχρι τους κομβικούς σταθμούς της πολυκύμαντης ιστορίας της των μετέπειτα χρόνων.

Σε καιρούς ένδειας την εποχή του Πολέμου και επίμοχθης αγροτικής βιοπάλης οι αντιξοότητες επιβίωσης των γονιών του, όπως τις έζησε στη γενέτειρά του, το χωριό Άρδανα της επαρχίας Αμμοχώστου, μαζί με τα πρώτα διδάγματα ελληνοπρέπειας που πήρε από τον δάσκαλό του σχολείου του, χάραξαν τα βήματα της προκοπής και της αγωνιστικής του πορείας. Φοιτά στην Ανωτέρα Αγγλική Σχολή Τρικώμου, δουλεύοντας τα καλοκαίρια, εργοδοτείται με χαμηλούς μισθούς σε ναυτιλιακές εταιρείες, τονώνει το εθνικό φρόνημα τις μέρες του Ενωτικού Δημοψηφίσματος του 1950, πεισμώνοντας ενάντια στον αγγλικό ανθελληνισμό, και συνδέεται στην Ανόρθωση με τον Γρηγόρη Αυξεντίου και τον Αντώνη Παπαδόπουλο. Τη μύησή του στην Οργάνωση ακολουθεί η εκπαίδευση στην κατασκευή χειροβομβίδων και βομβών, μετά την έκρηξη του Αγώνα με οδηγίες του Αρχηγού η οργάνωση των σχολείων και των ομάδων υποστήριξης της αντάρτικης ομάδας του Αυξεντίου, ο μελετημένος σχεδιασμός στόχων κρούσης, η αφαίρεση του οπλισμού από αστυνομικούς σταθμούς, η στρατολόγηση όσων αστυνομικών ενέπνεαν εμπιστοσύνη και η προειδοποίηση εκείνων που αντιστρατεύονταν την Οργάνωση. Αξίζει όμως να επισημανθεί εδώ μια εξομολόγηση, που καταδεικνύει τη συνείδηση ευθύνης και τα αισθήματα ανθρωπιάς του συγγραφέως. Όταν τη 16η Ιουνίου 1955, έναρξη της επιτυχούς τριήμερης εξόρμησης με ορμητήριο την Ανόρθωση, έστελνε τους άνδρες του να κτυπήσουν στόχους, απομονωνόταν και έκλαιγε γοερά που δεν ήταν μαζί τους, παρότι ο τομεάρχης απαγορευόταν να διακινδυνεύει σε σαμποτάζ. Μια άλλη επικίνδυνη αποστολή, καθ’ υπόδειξη του λιμενεργάτη τότε και απαγχονισθέντος ήρωος Ανδρέα Δημητρίου, ήταν να αποσπάσουν κιβώτια αγγλικού οπλισμού από το λιμάνι και να τα αποκρύψουν σε περιβόλια.

Ωστόσο μετά την εξόρμηση «προς τη Νίκη» στις 3 Νοεμβρίου, η επιχείρηση για την εκπόρθηση του Αστυνομικού Σταθμού της Γιαλούσας σηματοδοτεί λόγω της προδοσίας και της εξάρθρωσης του Τομέα Αμμοχώστου, τη σύλληψη του Παυλάκη στις 23 Δεκεμβρίου 1955. Το στρατόπεδο Καραόλου διαδέχονται οι ανακρίσεις και οι εγκλεισμοί στην Ομορφίτα, την Κοκκινοτριμιθιά και την Πύλα, οπότε και επιχειρείται η περιπετειώδης απόδρασή του με τον Αντώνη Παπαδόπουλο. Μετά την καταφυγή στο σπίτι του Θεοδόση Χατζηθεοδοσίου στους Στύλους, οι εντολές του Διγενή επέβαλλαν τον αποχωρισμό των «σιαμαίων αδελφιών». Τον μεν Άγρα είχε ζητήσει ο Ζήδρος, ο δε Καψάλης, σύμφωνα με τα ψευδώνυμα της εποχής, έπρεπε να αναδιοργανώσει τον διαλυμένο Τομέα Αμμοχώστου, ο οποίος σύντομα θα επεδείκνυε αξιοζήλευτη δράση.

Η μαζική συμμετοχή του λαού στον Αγώνα στη δεύτερη του φάση και η αναπροσαρμογή στις νέες συνθήκες με την αντικατάσταση του Harding από τον Foot, απαιτούσε τη στελέχωση των ΠΕΚΑ στα χωριά για την εχέμυθη διαφώτιση και την αναπτέρωση του ηθικού ενάντια στα νέα μέτρα της υποχθόνιας αγγλικής προπαγάνδας, ενώ την οργάνωση των νέων ο ίδιος ονόμασε ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ). Την οργάνωση επίσης στα χωριά ολιγάριθμης εθνικής φρουράς επέβαλαν οι επιθέσεις  Τούρκων τρομοκρατών εναντίον Ελλήνων χωρικών. Ωστόσο, μετά τη γνωστή σφαγή των Κοντεμενιωτών στο Κιόνελι, ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφέρει με βαριά καρδιά τα αντίποινα ενέδρας σε λεωφορείο που μετέφερε Τουρκοκύπριους από τη Σίντα στο Βαρώσι και τον φόνο πέντε αθώων.

Εξόχως διαφωτιστικά τα δρώμενα μέχρι το τέλος του Αγώνα, εφαλτήριο της μετέπειτα πολιτικής διαδρομής ενός λαμπρού αγωνιστή των ελληνικών ιδεωδών και της αείζωης μνήμης.