Ένας παράξενος κινηματογραφικός κόσμος, γεμάτος ποίηση, λογοπαίγνια, ανέκδοτα, αφορισμούς, αναγραμματισμούς και παιχνιδιάρικες ανατροπές, μοιάζει να αναχωρεί. Αφήνοντάς μας να φυλλομετράμε «Κινηματογραφικά Τετράδια», αναζητώντας το νήμα της επανάστασης που κάποτε μας συστήθηκε ως το «Γαλλικό Νέο Κύμα».
Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είχε ονομάσει μία από τις πιο πρόσφατες δημιουργίες του «Αποχαιρετισμός στη γλώσσα», ως ένα ρέκβιεμ στην ανθρώπινη επικοινωνία. Τώρα που ο μεγάλος σκηνοθέτης φεύγει, πλήρης ημερών και ταινιών, μία άλλη γλώσσα, εκείνη του σινεμά, γίνεται πλέον φτωχότερη. Ένας παράξενος κινηματογραφικός κόσμος, γεμάτος ποίηση, λογοπαίγνια, ανέκδοτα, αφορισμούς, αναγραμματισμούς και παιχνιδιάρικες ανατροπές, μοιάζει να αναχωρεί. Το κεφάλαιο που άνοιξε κατά τη δεκαετία του πενήντα στην Γαλλική Ταινιοθήκη του Παρισιού κλείνει πλέον οριστικά, αφήνοντάς μας να φυλλομετράμε «Κινηματογραφικά Τετράδια», αναζητώντας το νήμα της επανάστασης που κάποτε μας συστήθηκε ως το «Γαλλικό Νέο Κύμα».
Αυτός ο γόνος πλούσιας οικογενείας από την Ελβετία, έμελλε να γίνει το τρομερό παιδί της nouvelle-vague: ο πρώτος της «περιθωριακής παρέας» που περιλάμβανε τα ονόματα των Φρανσουά Τριφό, Κλοντ Σαμπρόλ, Ζακ Ριβέτ, Αλέν Ρενέ και Ερίκ Ρομέρ. Τέκνα της ταραγμένης δεκαετίας του εξήντα, οι νεαροί σινεφίλ, έφτιαξαν την δική τους επανάσταση: πήραν τις κάμερες ανά χείρας σαν να ήταν στιλό και μουντζούρωσαν την καθωσπρέπει κινηματογραφική γλώσσα που λάτρευε η γαλλική μπουρζουαζία. Ο Γκοντάρ, περνώντας ώρες στις διάφορες κινηματογραφικές λέσχες, ύμνησε τις ταινίες του Ότο Πρέμιγκερ και του Χάουαρντ Χοκς, σνομπάροντας τον λεγόμενο «κινηματογράφο της ποιότητας» που μύριζε πλέον ναφθαλίνη. Αντίθετα, το σινεμά που εκείνος ονειρευόταν έτρεχε έξω στους δρόμους «Με κομμένη την ανάσα», έχοντας το ειρωνικό βλέμμα του Ζαν Πολ Μπελμοντό.
Ο Γκοντάρ είδε τον κινηματογράφο ως το κορυφαίο μέσο έκφρασης, αλλά και ως ένα παιχνίδι. Οι ταινίες του είναι παζλ, τα οποία φτιάχνει και ξαναφτιάχνει παρέα με τον θεατή, παίζοντας και ενίοτε κοροϊδεύοντας τους κανόνες. Περιστασιακά, το μοντάζ δεν είναι πια συνεχές, το σενάριο δημιουργείται την ώρα του γυρίσματος και τα απευκταία jump-cuts εξελίσσονται σε καλλιτεχνικά μέσα σχολιασμού. Πλήθος αναφορών σε ταινίες, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά κείμενα, μουσικά έργα, στοιχεία της ποπ κουλτούρας, εντάσσονται οργανικά στο φιλμ, δημιουργώντας μια «ταινία μέσα στην ταινία». Βεβαίως, δεν λείπουν οι σκηνές ανθολογίας, όπως το περιβόητο τράβελιγκ στο «Weekend», εκεί όπου αποτυπώνεται συμβολικά η αβάσταχτη ελαφρότητα του Γάλλου μεσοαστού.
Εξάλλου, οι ταινίες του είναι βαθιά πολιτικές, συχνά επηρεασμένες από την αγάπη του για το Μαρξ και τον Μάο (ας θυμηθούμε την -εμπνευσμένη από τον Ντοστογιέφσκι- «Κινέζα» του). Η σχέση του με την Αμερική υπήρξε, λόγω Βιετνάμ (αλλά και του «λατρεμένου» του καπιταλισμού) αμφίθυμη. Οι ήρωές του ψάχνουν μονίμως, όχι την επιτυχία, αλλά την ελευθερία. Κάπως έτσι, στον «Τρελό Πιερό», ο αγαπημένος του Μπελμοντό και η μούσα-σύζυγος Άννα Καρίνα κοιτάζουν ανερυθρίαστα την κάμερα στοιχειώνοντας τα πιο κομφορμιστικά μας όνειρα. Το ίδιο συμβαίνει με την Νανά, την πόρνη που «Ζούσε τη ζωή της» (επίσης με την Καρίνα), πλημμυρισμένη σε μια γλυκόπικρη, παριζιάνικη παρακμή. Τα φιλμ του Γκοντάρ δεν είναι μονάχα αποτυπώματα της εποχής τους, αλλά και εκείνου που έρχεται. Η ψηφιακή μας πλέον πραγματικότητα, δεν θυμίζει το «Alphaville» του 1965, στην λιγότερο νουάρ εκδοχή του;
Από τις σαράντα πέντε ταινίες του, θυμάμαι με περίσσια τρυφερότητα την «Περιφρόνηση», με την Μπριζίτ Μπαρντό και τον Μισέλ Πικολί. Ίσως η καλύτερη ταινία που έγινε ποτέ για την φύση της κινηματογραφικής δημιουργίας, βρίσκει τον Πικολί να ποζάρει ως το alter-ego του σκηνοθέτη: ένας σεναριογράφος σε αναζήτηση έμπνευσης, μακριά από το «τέρας» της βιομηχανίας, κάπου στο μαγευτικό Κάπρι. Η αποστροφή της συζύγου, τον κάνει να μοιάζει με τον Οδυσσέα απέναντι στη Σκύλα και την Χάρυβδη. Και πάλι έχουμε μία ταινία μέσα στην ταινία (συγκεκριμένα, μια ελεύθερη διασκευή της «Οδύσσειας») με τον μεγάλο Φριτς Λανγκ να εμφανίζεται ως ο σκηνοθέτης. Η λατρεία του Γκοντάρ για τον ελληνικό πολιτισμό καθρεφτίζεται στο φιλμ (μιλάμε για τον άνθρωπο που -εν μέσω μνημονίων- είπε το περίφημο «όλοι χρωστάμε πνευματικά δικαιώματα στην Ελλάδα»). Δεν είναι όμως γι’ αυτό που λατρεύω την «Περιφρόνηση», ούτε και για την εκθαμβωτική ομορφιά της Μπαρντό. Είναι κυρίως γιατί μοιάζει με μακρύ, συγκινητικό αποχαιρετισμό. Καθώς πέφτουν οι τίτλοι, μαζί με τη μουσική του Ζορζ Ντελερού θαρρείς πως ανεβαίνουμε ολοένα τα σκαλιά του σινεμά, που οδηγούν στη άλλη πλευρά της οθόνης. Εκεί όπου συναντάμε το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας και των μύθων.
Ελεύθερα, 18.9.2022.