Ήταν ένα δροσερό βράδυ Παρασκευής. Με προσωπικές σκέψεις σε μια επικαιρότητα που επισκιάζει οτιδήποτε πραγματικά επουσιώδες.

Είχαμε καθίσει στα «Καραμανλίδικα του Φάνη» για γίγαντες μπουγιουρντί με φέτα και σουτζούκι, και παστουρμαδοπιτάκια με ντοματούλες και αγγουράκι. Στη γωνία της Σωκράτους με την Ευριπίδου, στο τέλος ενός δρόμου γεμάτου από ντεμέκ γυαλιά ηλίου και ψάθινα καπέλα «σε τιμές ευκαιρίας», κοντά στην Κεντρική Αγορά των παραγωγών κρεάτων, εκεί όπου τα παλιά σπίτια των αλλοδαπών αξίζουν πια υπερτριπλάσια με τις αντικειμενικές αξίες της Αθήνας να εκτοξεύονται και τα ενοίκια να οδηγούν σε εξώσεις για να «καλωσορίσουν» τους τουρίστες των AirBnB, μια ειλικρινής γαστρονομική απόλαυση συνεχίζει να επιβιώνει υπενθυμίζοντας την παλιά τέχνη των γιαγιάδων – αυτήν που τα πάντα φτιάχνονταν με αγάπη και για τον κάθε έναν ειδικά. Ο Μ. μου εξηγούσε, στη χαρά που τον έλουζε για την βραδινή μας βόλτα, πώς πιάνεις τον ουρανό με τ’ άστρα: «Αποβάλλεις την σοβαρότητα και προσπαθείς να επισημάνεις το φωτεινό στίγμα όλων εκείνων που διαμένουν εκτός σου αν και παραμένουν εντός». Δεν το πολυκατάλαβα. Αλλά έγνεψα συγκαταβατικά. 

Το τραπέζι μας κοιτούσε στις γλάστρες ενός τσιμεντένιου διαδρόμου, κάποιοι παραδίπλα -καλλιτέχνες μάλλον- κανόνιζαν να πάνε στην έκθεση του Στέφανου Ρόκου, στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, περιγράφοντας μια φωτογραφία που αποτύπωνε δύο φιγούρες να περπατάνε επάνω στην παχιά άμμο -μάλλον ενός ελληνικού νησιού- και λίγα θραύσματα ζωών που κανείς κυματοθραύστης δεν διέκρινε στο βάθος. «Ζήσαμε μόνοι», είπε κάποια στιγμή εκείνος στη γυναίκα πλάι του που κάπνιζε άφιλτρα. Έγνεψα στον Μ. να σωπάσει και ζήτησα αντί για εκείνον πλιγούρι, τυροκαυτερή και ψωμί τυλιγμένο μέσα σε ζεστή πετσέτα. «Ζήσαμε μόνοι, φίλη μου. Στην αρχή με στενοχωρούσε αυτό – παρατηρούσα ανθρώπους να περνούν δυαδικά τα χρόνια που τους απέμεναν, να γεννάνε και να ξεγεννάνε, κι εγώ αναζητούσα λίγη παρέα σε συνεστιάσεις γιασεμιού και επιδείξεων τάπερ, στην κλειστή αυτή χώρα που ο ξερόβηχάς σου διακινείται διαμέσου των στομάτων που μιλάνε γιατί δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Ζήσαμε μόνοι βέβαια, αλλά τουλάχιστον ελεύθεροι. Χωρίς ευθύνες. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό – όλα εμπεριέχουν και τα δύο. Όμως, ναι, θα ‘θελα αντί να έχω “αποκλειστική” στα πήγαινέλα μου στο νοσοκομείο, ένα δικό μου χέρι, απλήρωτο, να ακουμπάει ζεστά στην παλάμη μου. Ζήσαμε μόνοι, δεν συγκατοικήσαμε ποτέ με κανέναν από επιλογή ή από ανικανότητα συνύπαρξης – το περιγράφει έξοχα ο Διονύσης Χαριτόπουλος στις “σχέσεις” του. Υπήρξαμε ειλικρινείς ωστόσο, χωρίς “βάρη”, χωρίς “βαλίτσες”, με ελαφριά ρούχα το καλοκαίρι και χωρίς κουβαδάκια στην άμμο ή ενοικιαζόμενο τετράκλινο εξοχικό διαμέρισμα στα μέσα Αυγούστου. Φτιάξαμε μόνοι μας τα “κάστρα” μας για να ‘χουμε έπειτα την αληθινή μεταμέλεια των επιλογών μας που σκάνε με φόρα στους βράχους και μισοκρύβουν περιστατικά χωρίς κανένα αποτύπωμα της μονομαχίας που προηγήθηκε». 

«Δεν θα ‘θελες να είχες παντρευτεί; Τόσες ευκαιρίες δόθηκαν», του είπε εκείνη, ανάβοντας δεύτερο άφιλτρο. Βουτώντας την άκρη απ’ τη φραντζόλα στο ζουμί απ’ τα σουτζουκάκια που άχνιζε, είπε πως «όχι». «Ξέρω εκείνους που είναι μαζί από φόβο ή απ’ την πιθανότητα της εγκατάλειψης. Καλή είναι κι η συντροφιά – αλλά όχι για πολλή ώρα», απάντησε και γέλασε. Το δροσερό Απριλιάτικο αεράκι της αυλής φύσηξε στα μαλλιά της και μου φάνηκε όμορφη – ήταν ήδη αμήχανη. Ύστερα ξεκίνησαν να μιλάμε για την επικαιρότητα που έχει υπερκαλύψει πια οποιοδήποτε προσωπικό «πρόβλημα» που φαντάζει πια στις μέρες μας μικρό καπρίτσιο: Την νεκρή Τζωρτζίνα, τον Μπάμπη της Κάρολάιν που πήγε στο δικαστήριο για να μιλήσει για τα «εν βρασμώ» του, το τρέιλερ της Νικολούλη με τον Μάνο Δασκαλάκη, τις υπόνοιες για εξωσυζυγικές σχέσεις της Ρούλας, τους ειδικούς που ο ένας λέει το τάδε και ο άλλος υπερθεματίζει, τις ζωντανές συνδέσεις της μάνας Πισπιρίγκου με τον Νίκο Ευαγγελάτο…

Έπειτα σώπασαν για λίγο και επανήλθαν στα δικά τους, σ’ αυτό που δεν είχε ειπωθεί προηγουμένως: «Ωστόσο, ας είμαι ειλικρινής μαζί σου, φίλη μου: Θα ‘θελα να είχα κάνει ένα παιδί!», είπε εκείνος με πίκρα. «Ένα παιδί, να το μεγάλωνα όπως θα ‘θελα εγώ – θα ‘μουνα ιδανικός μπαμπάς. Έτσι πιστεύω». «Πολύ εγωιστικό», αποφάνθηκε εκείνη, κάπως καθησυχάζοντάς τον. «Ξέρω… Ξέρω… Ίσως να με κυριαρχεί στο μεγάλωμά μου το μεσοαστικό απωθημένο της οικογένειας που δεν δημιούργησα, μα όσο κι αν σταθμίζω τη ζυγαριά, εκείνη γέρνει περισσότερο σ’ αυτά που έχασα παρά σε όσα κέρδισα αναμοχλεύοντας καθημερινά τα σωστά και τα λάθη του εαυτού μου, όχι χωρίς να ‘μαι σε στιγμές μου διαρκώς απολογούμενος». Σώπασαν ξανά, για δευτερόλεπτα. Μα, χτύπησε το κινητό εκείνης – και κάπως συνοφρυώθηκε για ό,τι τους χάλασε στην ατμόσφαιρα της -επιτέλους- ανοιξιάτικης  πόλης με ανειλημμένες υποχρεώσεις· κοινωνικές και αναίτιες. Είπαν για μια «παραμυθοχώρα» που θα γίνει τον Μάιο, πλήρωσαν κι έφυγαν βιαστικά. Τους κοιτούσα καθώς απομακρύνονταν – ίσως να μην είχαν καταλάβει την αξία της βαθιάς φιλίας που τους έδενε -φαινόταν!- αναζητώντας κάτι εντελώς ξένο από τη φύση τους που δεν είχαν αποδεχτεί. «Το πλιγούρι μας ήταν εξαιρετικό!», με επανέφερε ο φίλος μου. «Το πλιγούρι μας ήταν εξαιρετικό και το τραπέζι άδειο», του απάντησα.  

Ελεύθερα, 10.4.2022.

xatzigeorgiou@yahoo.com