«Τσιτάχ. Η ερημιά του τερματοφύλακα» του Βασίλη Κατσικονούρη σε σκηνοθεσία Ερμίνας Κυριαζή και Γιώργου Νινιού.

Ένα αόρατο νήμα που συνδέει λογοτεχνικά κείμενα ξετυλίχτηκε στο μυαλό μου παρακολουθώντας τον μονόνολογο του Βασίλη Κατσικονούρη «Τσιτάχ. Η ερημιά του τερματοφύλακα», που ανέβηκε σε πανελλήνια πρώτη στην Κύπρο από την ομάδα Άπειρο. Από την «Αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» του Πέτερ Χάντκε, που συνομιλεί απευθείας με το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογέφσκι και τον «Ξένο» του Καμί (ο οποίος στα μικράτα του υπήρξε τερματοφύλακας) κι από εκεί στον Κάφκα και τη «Δίκη» του. Είναι ένα νήμα που περιέχει ίνες μελαγχολίας, αποξένωσης, αυτιστικής αποσύνδεσης, υπαρξιακής αγωνίας. Και τελικά καταλήγει στον ίδιο τον Κατσικονούρη. 

Ο συγγραφέας κάνει στον μονόλογο αυτό μια ευθεία αυτοαναφορά στο «Γάλα», το σπουδαιότερο ίσως έργο του και κείμενο- σταθμό για το ελληνικό θέατρο του 21ου αιώνα. Στο έργο εκείνο, ο μικρός, απροσάρμοστος αδερφός, ο Λευτέρης αγκιστρώνεται στη χαμένη του πατρίδα και τη μνήμη, επαναφέροντας στο μυαλό του τη λούπα της μυθοποίησης ενός ποδοσφαιριστή, ονόματι Παραστάτοφ. Στο πιο εντυπωσιακό του επίτευγμα, έχει ντριμπλάρει όλους τους αντίπαλους, σταματάει την μπάλα πάνω στη γραμμή και αγκαλιάζεται με τον κατάπληκτο τερματοφύλακα για να αποθεωθεί. Το γκολ δεν έχει καμία σημασία. Στο «Τσιτάχ», ο συγγραφέας παρουσιάζει το επίτευγμα του Παραστάτοφ από τη σκοπιά του τερματοφύλακα.

Ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν, ένας από τους κορυφαίους πορτριέρε στην ιστορία του ποδοσφαίρου (που παραμένει ενεργός παρά το γεγονός ότι πατάει τα 45), είχε δηλώσει κάποτε ότι για να γίνει κανείς τερματοφύλακας πρέπει να είναι μαζοχιστής και εγωκεντρικός. Και παθολογικά μοναχικός, θα πρόσθετα. Καταδικασμένος να ζει μέσα στα όρια της περιοχής του, προορισμένος να είναι σχεδόν πάντα ο μοιραίος. Αυτή την περίπλοκη, βαθιά αντιφατική, σχεδόν ποιητική και αυτοκαταστροφική φύση και ψυχοσύνθεση επιχειρεί να προσεγγίσει ο ποδοσφαιρόφιλος Κατσικονούρης μέσα από αυτόν τον μονόλογο, που εστιάζει ακριβώς στη μοναξιά του τερματοφύλακα.  

Αυτή η τελετουργική αποξένωση αποτελεί μοτίβο και σε άλλους μονολόγους του, όπως το «Μπουφάν της Χάρλεϊ» όπου μια χαροκαμένη μάνα απευθύνεται σ’ έναν εύζωνα σκοπό στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ή ο «Μάκης» όπου ένας ηλικιωμένος ανοίγει την καρδιά του σ’ ένα χρυσόψαρο στη γυάλα. Στην περίπτωση αυτή, ακροατήριο είναι οι μαθητές ενός σχολείου όπου ο βετεράνος τερματοφύλακας της Εθνικής Ελλάδος έρχεται υποτίθεται για να μιλήσει για «τη σημασία του ποδοσφαίρου και της αθλητικής άμιλλας». Τελικά, αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά παράδειγμα προς μίμηση, καπνίζοντας αρειμανίως μπροστά στους μαθητές και μάλιστα με ψυχαναγκαστικό τρόπο, αφήνοντας τις γόπες όρθιες να σβήσουν μόνες τους και πετώντας τη στάχτη πρώτα στη χούφτα κι έπειτα στην τσέπη του αθλητικού φούτερ. Και σαν να μη φτάνει αυτό, η ιστορία από τη ζωή και την καριέρα του στην οποία εστιάζει κάθε άλλο παρά προσφέρεται ως πρότυπο και αντικείμενο επεξεργασίας για τους ανήλικους μαθητές. 

Το Τσιτάχ, όπως έγινε γνωστός ο συγκεκριμένος πρώην αθλητής, θέτει μερικά πολύ σοβαρά ζητήματα ζωής που οι άγουροι ανήλικοι ενδεχομένως να πάρουν αψήφιστα, όχι όμως και οι ενήλικοι θεατές που είναι αυτοί που στην ουσία απευθύνεται. Ένα από αυτά είναι το δίλημμα «αξιοπρέπεια και φανέλα ή οικογένεια», αυτό που ουσιαστικά τον καταδίκασε στο πιο θεαματικό «αυτογκόλ» της ζωής του. 

Ο μονόλογος είναι ένα δύσκολο θεατρικό είδος διότι ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός καλούνται να δομήσουν ένα πλέγμα δράσης και δραματικής ισχύος μέσα από έναν χαρακτήρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μια άδεια, σκοτεινή σκηνή κι ένα μικρό θρανίο όπου ο ηθοποιός αναλαμβάνει δράση συνεχώς καθισμένος με μοναδική «παρέα» μια μπάλα και μια μαριονέτα- τερματοφύλακα με φανταχτερή στολή, εκθέτουν μακροσκοπικά το υπό παρατήρηση φαινόμενο. 

Καθώς φωτίζονται τα συρτάρια του παρελθόντος, μεταφερόμαστε μέσα από την κυρίαρχη, όσο επίσης απλή και μετρημένη διαχείριση των εκφραστικών μέσων του Γιώργου Νινιού στον πυρήνα των υπαρξιακών μετεωρισμών του ψύχραιμα σπαρακτικού Τσιτάχ. Ο ηθοποιός δείχνει να ισορροπεί με παροιμιώδη άνεση μεταξύ του τραγικού και του κωμικού στοιχείου, ανάμεσα στην περηφάνεια και την αποστασιοποίηση.

Πέραν της αυτοαναφορικής του διάθεσης, ο Κατσικονούρης δείχνει να γοητεύεται ειλικρινά από την ιδιοσυγκρασία του τερματοφύλακα, την οποία ταυτίζει με την αθλητικότητα, την επιδεξιότητα και την κυνική ευελιξία του ταχύτερου χερσαίου οργανισμού στον πλανήτη. Χαρακτηριστικό στην ηθολογία του είναι ότι γίνεται μέλος μιας ομάδας για να επιβιώσει και να διακριθεί ή να βουλιάξει, αλλά στην ουσία ποτέ δεν παύει να παίζει μόνος. Ειδικά όταν γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι το παιχνίδι είναι στημένο.

Ελεύθερα, 10.4.2022