Αδάμος Κόμπος
Ζαχαρίες & Κολοσσιάτες
Βεντέτες και Εγκλήματα
Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου 2021

 

Το νέο βιβλίο της κοπιώδους και επώδυνης ιστορικοκοινωνικής έρευνας του Αδάμου Κόμπου κομίζει στο φως τις πλέον σκοτεινές και τραγικές πτυχές της ζωής στη γενέτειρά του Λεμεσό, που εκτείνονται από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 και εξικνούνται μέχρι τα πρώτα χρόνια της νεοσύστατης τότε Κυπριακής Δημοκρατίας. Εντρυφώντας σε βιβλία εντοπιογραφίας, νεότερα και παλαιότερα ώς επί το πλείστον δημοσιεύματα εφημερίδων, πρακτικά δικών σε κυπριακά και βρετανικά δικαστήρια, αλλά και επικαλούμενος διά ζώσης πληροφορίες μέσα από μαρτυρίες επώνυμων και ανώνυμων προσώπων,  τα όσα καταγράφει στις 382 σελίδες του πονήματός του, διανθισμένες με εποπτικό φωτογραφικό υλικό, μόνο σε σκληρά αστυνομικά μυθιστορήματα ή κινηματογραφικές ταινίες τρόμου θα μπορούσαμε να συναντήσουμε. Αδιανόητο πώς δύο τοπικές αντίπαλες συμμορίες κατάφεραν επί μια σχεδόν τριακονταετία να συντηρούν τον ανταγωνισμό της βεντέτας, παρόμοιας με τη σικελική μαφία των αρχινονών ή την αμερικανική Κου Κλουξ Κλαν και με απροκάλυπτο τον νόμο της ζούγκλας, επισωρεύοντας σειρά ειδεχθών εγκλημάτων, ξένων προς τα ήθη της κλειστής κυπριακής κοινωνίας των προηγούμενων εποχών.

Αλλεπάλληλοι φόνοι εκ προμελέτης, κυνικής αυτοδικίας και μνησίκακης αντεκδίκησης, απρόκλητες βίαιες δολοφονίες φιλήσυχων αθώων θυμάτων, τρομοκρατικοί εκβιασμοί, βάναυσες απειλές,  βιαιοπραγίες και ζωοκλοπές με τον πιο απάνθρωπο και κτηνώδη τρόπο, των οποίων οι πρωταγωνιστές, οι αδίστακτοι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί και οι συνεργοί τους, «γεννημένοι εγκληματίες, τόσο μεγάλου μεγέθους, που σε όλη την Κυπριακή ιστορία δεν ξαναϋπήρξαν όμοιοί τους», επισημαίνει μεταξύ άλλων στον προϊδεαστικό του πρόλογο ο συγγραφέας. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε τα όσα φρικώδη και αποτρόπαια μάς εξιστορεί σε ιλιγγιώδεις ρυθμούς αφηγηματικής αναπαράστασης και σ’ ένα φαύλο κύκλο ατέλειωτων δραματικών επεισοδίων: από τα παρασκήνια των συνωμοτικών συνεννοήσεων και τις πλεκτάνες των σατανικών σχεδιασμών του υποκόσμου έως τις οικτρές σκηνές των βαρβαρικών εκτελέσεων και των ακαριαίων θανατώσεων, των εξαφανίσεων ακρωτηριασμένων πτωμάτων και των συγκαλύψεων τέτοιων στυγερών πράξεων από τις εισαγγελικές και δικαστηριακές αρχές, ιδίως από τη διαβρωμένη Αστυνομία επί Αγγλοκρατίας.  

Το έναυσμα των εγκληματικών δραστηριοτήτων πυροδότησε ο πρώτος διδάξας τους επόμενους διεστραμμένους εγκεφάλους Ζαχαρίας Αντωνίου από τη Λόφου και τον Ύψωνα, δολοφονώντας σε ενέδρα μαζί με άλλους της κλίκας του τον Κυριάκο Θέουλο, κουμπάρο και σύζυγο της φιλενάδας του Ερμιόνης. Δεδομένου ότι η οικογένεια του Κυριάκου συγγένευε με τη σύζυγο του Χαμπή Ονησιφόρου, σημαντικού επίσης γαιοκτήμονα από το Κολόσσι, επιδείνωσε το θανάσιμο μίσος που προϋπήρχε ενδεχομένως από άλλες αιτίες προστριβών ανάμεσα στους Ζαχαρίες και τους Κολοσσιάτες με τις συνακόλουθες αμφοτέρωθεν δολοφονικές επιχειρήσεις. Ειδικότερα, ο Ζαχαρίας είχε εμφυσήσει στους γιους του Αντωνή και Παμπή τους υπερφίαλους παλληκαρισμούς και την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής με τη χωρίς την παραμικρή ενοχική κρίση συνείδησης διάπραξη πλειάδας ανθρωποκτονιών. Επαινούσε μάλιστα τις πρώτες δολοφονικές απόπειρες των παιδιών του εναντίον συγχωριανών τους, εντάσσοντάς τους από την εφηβική ηλικία στη συμμορία του μαζί με άλλα στελέχη από τις γύρω περιοχές. Φονικό όπλο στα χέρια τους, κατά το παράδειγμα του πατέρα τους, η κουνιά (πέλεκυς), που τη χρησιμοποίησε πρώτος, πλην ανεπιτυχώς, ο Αντωνής εναντίον του Χρυσόστομου Νικολάου και με τη σειρά του ο Παμπής σκοτώνοντας τη φιλενάδα του πατέρα του Ερμιόνη.    

Τα αλληλοεκδικητικά, ωστόσο, κτυπήματα άρχισαν να πυκνώνουν ύστερα από τις απόπειρες φόνου εναντίον του Ζαχαρία και του Χαμπή Κολοσσιάτη από μέλη αντιστοίχως των δύο αντίπαλων φατριών μέχρι που το Δικαστήριο αποφάσισε την εξορία για κάποιο διάστημα του μεν Ζαχαρία στον Άγιο Αμβρόσιο Κερύνειας του δε Χαμπή στη Γιαλούσα Καρπασίας. Επανέρχονται δριμύτεροι στους τόπους τους και μετά τη δολοφονική τους εξόντωση, του Χαμπή το 1953 και του Ζαχαρία το 1956, αρχηγική δράση εκ μέρους των Κολοσσιατών αναλαμβάνει ο Πέτρος Μουζωμένος από την Πάχνα και ο Διαμαντής Κωνσταντίνου από το Κολόσσι, ενώ οι υιοί Ζαχαρία αναδεικνύονται σε παντοδύναμες εγκληματικές φυσιογνωμίες. Και οι δύο ομάδες περιστοιχίζονται από ενεργούμενά τους εγκληματικά στοιχεία. Έτσι, όταν ο Αντώνης μαθαίνει μέσω του πρωτοπαλλίκαρού του Λαζαρή Δημητρίου ότι ο Διαμαντής σχεδιάζει τη δολοφονία του με ένα νεαρό Δοράτη, δελεάζοντάς τον με χρήματα στο «ανωούι» της χαρτοπαικτικής του λέσχης αντιστρέφει τον δολοφονικό του στόχο και πυροβολεί πισώπλατα τον «φίλο» του με το όπλο που αυτός τού είχε εμπιστευθεί. Περιπετειώδης υπήρξε η σύλληψη, η γύμνωση και η εκτέλεση του Μουζωμένου, του άλλου ηγετικού στελέχους των Κολοσσιατών, που ο Αντώνης εκδικούμενος τη δολοφονία του πατέρα του σκότωσε κτυπώντας τον στο κεφάλι με την κουνιά και αποκόπτοντας τη μύτη, τα αυτιά, το μουστάκι και τα γεννητικά του όργανα τα επιδείκνυαν την επομένη σε ταβέρνα.

Αδυνατώντας να επεκταθούμε στον μακρύ κατάλογο των δολοφονιών, κατά πλειοψηφία από τους Ζαχαρίες, δεν παραλείπουμε να αναφέρουμε ότι στα κακουργήματά τους περιέλαβαν και αγωνιστές της ΕΟΚΑ, όπως τον Χριστόδουλο Εγγλέζο, τον Παναγή Τσαμαδό που είχε βρεθεί αρχικά από άγνοια στις πλεκτάνες τους, καθώς και τον Κώστα Αντωνιάδη (Τυλιλλή). Η συμμορία των Ζαχαρίων, ως πράκτορες των Εγγλέζων με στενές επαφές στο Special Branch των Πλατρών, προέβησαν σε δολοφονίες δήθεν προδοτών μελών της ΕΟΚΑ, η οποία προς το τέλος κυρίως και μετά τη λήξη του Αγώνα προχώρησε σε εκκαθαρίσεις στελεχών των εγκληματικών ομάδων. Εντούτοις, ο Αντωνής είχε φυγαδευτεί στην Αγγλία, ενώ οι Παμπής Ζαχαρία, Λαζαρής Δημητρίου και Μιχάλης Χειλέτικος, βεβαρυμένοι με πολλαπλά εγκλήματα, δεν απέφυγαν τον δι’ απαγχονισμού θάνατο. 

Αποτροπιαστικά αλλά λίαν ενδιαφέροντα τα πλείστα όσα παραλειπόμενα ο Αδάμος Κόμπος ζωντανεύει στο βιβλίο του.