Απογευματινή βόλτα στην china town της Αθήνας, στις παρυφές της πόλης που δεν ακούγονται πια ελληνικά.
«Δέκα ευρώ είναι τα αθλητικά, εκτός από το μαύρο που βλέπεις. Τα έχω και σε μπλε και σε κόκκινο. Τι νούμερο φοράς για να τα δοκιμάσεις;». Ο μικρόσωμος Κινέζος, πωλητής στην πλατεία Κουμουνδούρου, έχει ακριβώς την ίδια συμπεριφορά όπως και οι προηγούμενοι είκοσι που συνάντησα περπατώντας στις γύρω περιοχές της μικρής China Town της Αθήνας που εκτείνεται από τη Σοφοκλέους, την Ευρυπίδου, ένα κομμάτι της Πειραιώς μπροστά από το ΙΚΑ, μέχρι την Αγησιλάου και τους δρόμους κοντά στην Ομόνοια: Ευγενικός, με μπερδεμένα στους φθόγγους της γλώσσας του το Πεκίνο και την Ελλάδα, πρόθυμος να με βοηθήσει, να ψάξει μέσα στα χάρτινα κιβώτια του για το ιδανικό ρούχο και αξεσουάρ, έτοιμος να κάνει ακόμα και παζάρια προκειμένου να με πείσει να τα αγοράσω. «Οι πλούσιοι είναι οι καλύτεροι μου πελάτες. Την πρώτη φορά που έρχονται εδώ, ντρέπονται. Σταματούν με τα αυτοκίνητα τους στην πλατεία, περιμένουν δυο τρία λεπτά για να βεβαιωθούν πως δεν τους βλέπει κανείς, και μετά μπαίνουν στο κατάστημα». Είναι ιδρωμένος και σκουπίζει με την παλάμη του το μέτωπό του. «Έχω μαζί μου χαρτομάντιλα», του λέω και του δίνω ένα.
Μετακινεί την καρέκλα που βρίσκεται στο ταμείο για να καθίσω μέχρι να τακτοποιήσει κάποια πράγματα που είχαν έρθει μια ώρα πριν, ώστε να ’ναι όλα έτοιμα όταν θα πρέπει να πάει στο σπίτι του. Τον ρωτάω πού μένει. «Στην Σαπφούς. Λίγο πιο πάνω είναι. Μαζί με άλλους τέσσερεις φίλους μου για να πληρώνουμε όσο γίνεται λιγότερο νοίκι – 40 ευρώ ο καθένας. Σπάνια βγαίνουμε να διασκεδάσουμε, άντε το πολύ να πάμε κάποιο Σάββατο στα καφέ που είναι εδώ γύρω από την πλατεία, αλλιώς το πρόγραμμα μας είναι σχεδόν στρατιωτικό: Ξυπνάμε στις οκτώ το πρωί για να έρθουμε στη δουλειά, και κοιμόμαστε στις έντεκα το βράδυ. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς εσείς οι Έλληνες ξενυχτάτε στον Αργυρό και στο Ρέμο και το πρωί μπορείτε χωρίς πρόβλημα να πάτε στη δουλειά σας».
Η Wan που μπαίνει στο μαγαζί είναι 23 χρονών και ζει τα τελευταία τέσσερα χρόνια στην Αθήνα. Σπουδάζει διδακτική της τεχνολογίας και των ψηφιακών συστημάτων στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά – κάνω πως καταλαβαίνω για να νιώσει οικεία. Μικροσκοπική, όπως όλες οι Κινέζες, μελαχρινή, απλά ντυμένη, κάπως αισθάνεται αμήχανα. Παραγγέλνει καφέ χωρίς ζάχαρη -γιατί όπως μου θα μου εξηγήσει αργότερα, έβαλε λίγα κιλά τελευταία και θέλει να τα χάσει-, και με παρατηρεί εξονυχιστικά. «Μπορεί να είμαι Κινέζα, αλλά δεν αγοράζω από τους Κινέζους», μου λέει κοφτά. «Στην αρχή, όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, όλοι με κοίταζαν περίεργα. Ήμουν κάτι σαν UFO γι’ αυτούς. Σιγά σιγά άρχισαν να με προσεγγίζουν, να μου μιλάνε, και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα κατάφερα να κάνω τόσο δυνατές φιλίες που πιστεύω πως θα κρατήσουν για πάντα!». «Κανένας ρατσισμός;», της λέω. «Εμ, λιγάκι…Τώρα όλοι με ρωτάνε για τη Σαγκάη – “τι γίνεται, ποια είναι η αλήθεια, τι κρύβουμε”». «Και; Τι “κρύβετε”; Τι ξέρετε που δεν γνωρίζει ο υπόλοιπος κόσμος;». Αισθάνεται αμήχανα – θέλει να μου μιλήσει για τα ανθρώπινα δικαιώματα που καταπατούνται, το καθεστώς, το πλούσιο οικονομικό περίβλημα σε μια χώρα φτωχών δημοκρατικών πεποιθήσεων· φοβάται. «Κι αν με βρουν; Γίνεται να μην μας βγάλεις φωτογραφία;».
Το ρύζι με αυγά και μπαμπού που με κερνάει είναι ένα από τα αγαπημένα της φαγητά – αν και όχι εύκολο να το πετύχει κάποιος. Το μυστικό, μου εξηγεί, είναι ο χρόνος που ζεσταίνεις το ρύζι – ανάλογα με τα μπαχαρικά που έχεις προσθέσει και την ποσότητα των αυγών πρέπει να ψηθεί με ακρίβεια δευτερολέπτων. «Βλέπεις “Master Chef” ή “Survivor”;», τη ρωτάω γελώντας, μήπως την απομακρύνω από τις γκρίζες της σκέψεις και το τηλεφώνημα που περιμένει στο κινητό της – αλλά δεν χτυπάει. Κοφτή κι αυτή η απάντηση: «Μόνο κινέζικα κανάλια απ’ τον δορυφόρο!».
Λίγο πιο κάτω, στην οδό Αγησιλάου, δεκαπέντε λεπτά από την πλατεία Ομονοίας και πέντε από την Ιερά Οδό, ο Robin με περιμένει στο υποτυπώδες γραφείο του. «Ελάχιστα διασκεδάζουμε», θα μου πει. «Αύριο βράδυ θα γίνει μια πολιτιστική εκδήλωση και θα πάμε. Θα έρθουν κάποιοι γνωστοί Κινέζοι απ’ το Πεκίνο, για την παρουσίαση μερικών νέων βιβλίων». «Δεν βγαίνετε κάπου όλοι μαζί; Δεν έχετε καθορισμένα σημεία συνάντησης;» τον ρωτώ. «Όχι, αυτά είναι σαν γκέτο, δεν έχουμε τέτοια πράγματα. Διασκεδάζουμε όπως όλοι οι Έλληνες. Σε λιγότερο βαθμό βέβαια, αλλά βγαίνουμε κι εμείς πού και πού σε clubs, σε μπυραρίες. Όλα αυτά, βέβαια, προτού ξεκινήσουν να γίνονται όλα αυτά στη Σαγκάη. Πλέον δεν έχουμε διάθεση να πάμε πουθενά – “ουρλιάζουμε” κι εμείς από εδώ όπως οι συμπατριώτες μας μέσα από τα διαμερίσματά τους κι ας είμαστε στην Αθήνα, ελεύθεροι». Η Xin που κάθεται στο πλάι θέλει να μου βάλει μέσα σε ένα ταπεράκι λίγο ρύζι – κάνω πως ξέρω ποιο είναι το «μυστικό» της. «Πώς είναι το “ευχαριστώ” στα κινέζικα;» την ρωτάω. «Xie, xie» μου λέει. «Ok, πολλά xie xie», της λέω καθώς διορθώνει την προφορά μου. «Και να πάνε όλα καλά!», συνεχίζω. «Rang yiqie shunli…», μου μεταφράζει σα να προσεύχεται.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 23.4.2022.