Βαρύς φύσηξε ο Απηλιώτης περί τα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη, κομίζοντας στον μανδύα του όχι εύχυμους καρπούς αλλά τη στυφή γεύση της απώλειας. Και αντί να προοιωνίζεται με την αρχέγονη φωνή του το μήνυμα της βροχής, βροχή τα δάκρυα στο άγγελμα του θανάτου από τη Μεσόγη της γενέτειράς της ώς βαθιά στα φυλλοκάρδια των ομότεχνων φίλων. Αναπεπταμένες οι αγέρινες αρχαγγελικές φτερούγες, για να ταξιδέψουν από το ενθάδε στο επέκεινα την ποιήτρια της Πάφου, τη Μυριάνθη Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου, μεταρσιώνοντάς την μέχρι την αθάνατη χώρα των ποιητών.
Η ίδια, θαρρώ, στάθηκε προφητική στην αρχή του γήινου τέλους της, επαληθεύοντάς το μέσα από το ποίημά της «Ναυαγισμένη άνοιξη», που μνήμης χάριν και εμβληματικής μνημείωσης ένεκεν αξίζει να το παραθέσουμε αυτούσιο: «Έξω από πόρτες σφαλιστές/ ναυάγησε αύτανδρο/ το πλοίο της άνοιξης/ Μην είναι η τελευταία/ και δεν οσφρανθείς πια ξανά/ τα φίνα αρώματα/ και δεν μπλησθείς ξανά/ στα άυλα χρώματα;/ Όμως ακόμα κι έτσι/ μακρύ το ταξίδι/ στα ολόχαρα λιμάνια της καρδιάς/ παράπονο κανένα δεν χωρά/ Στις χαραμάδες τώρα των καιρών/ μαζεύεις τα απομεινάρια/ της πρώτης ωραιότητας/ τα δένεις κόμπο σε ένα φυλαχτό/ και το κρεμάς στην πόρτα τ’ ουρανού/ όπως μαγιάτικο τριαντάφυλλο στεφάνι». Γιατί «μόλις μια ανάσα η ωραία πύλη του ουρανού», καθώς υπομιμνήσκει στο ποίημά της «Όραμα». Σημαδιακή προφανώς και η μεσαία στροφή από το άλλο νεόδμητο ποίημά της «Νοέμβρης μήνας», ένα σχεδόν χρόνο πριν οδεύσει προς τον αστερισμό της εκδημίας της: «Μικρή μου άρκτος απλώσου/ όσο ακόμα μπορείς/ πριν το πυκνό σύννεφο/ σου φράξει τον δρόμο/ πριν η αδέκαστη αστραπή/ διαγράψει τα ίχνη σου».
Μένει όμως στους αναπαλμούς της σκέψης και τα αγαπητικά αισθήματα της εγκαρδίωσης, κι ας πήρε τον δρόμο της ανεπίστροφης φυγής, ολοζώντανη και αειθαλής «ως άνεμος καματερός», όπως εικονίζεται στο εξώφυλλο της τελευταίας ποιητικής της συλλογής, που συγκαταριθμεί το 23ο της βιβλίο ποίησης και παιδικής-νεανικής λογοτεχνίας. Για να ζεσταίνει το πολικό ψύχος των άγονων αλλόκοτων καιρών, φωτίζοντας τις μουντές τους μέρες με τα ηχοχρώματα του λυρικού αναστοχασμού της και τα φθογγόσημα της εύηχης ποιητικότητας των στίχων της σε εναλλασσόμενες μείζονες και ελάσσονες κλίμακες.
Πολυφωνική εναρμόνια συγχορδία ως «πνοή αύρας λεπτής», που με τη δημιουργική γραφίδα του ευαίσθητου ψυχισμού της και τους πρωτεϊκούς συμβολισμούς μιας αστείρευτης πηγαίας έμπνευσης μεταμορφώνει τα ταπεινά και τα ελάχιστα στη μεγαλοσύνη του νοήματός τους και σε μεγαλείο ανακάλυψης του παντοδύναμου θαύματος. Και ιδού η έκσταση της επίκλησής του: «Ω θαύμα μέγα της φύσης ή του Αγίου κρατήσου/ […]/ στην προσδοκία του αύριο και του πάντα/ με ρίζες βαθιές που διακτινίζονται/ στις άπειρες στέρνες του σύμπαντος». Μεταπλάθοντας ακόμη την υπαρξιακή αγωνία των πρόσκαιρων στιγμών, των ρευστών φαινομένων και των δυστοπικών βιωμάτων σε εναγώνια αναζήτηση της αληθινής ουσίας των πραγμάτων, στη βίωση και την αναβίωση της αυθεντικής ύπαρξης του ανθρώπου. Καθότι, το αενάως ζητούμενο για την αείμνηστη ποιήτρια, όπως ευγλώττως αποτυπώνεται σε ένα προγενέστερο ποίημά της υπό τον τίτλο «Θα ξαναγεννηθείς» από τα «Παλιά Τετράδια» του δευτέρου μέρους της συλλογής, είναι η αναγέννηση της ζωής στο καταύγασμα του φωτός. Είτε, κατά την ευρηματική σύλληψη τής υποβλητικής της έκφρασης στον ακροτελεύτιο στίχο, «στις εκβολές του δικού σου Αμαζονίου», που πλημμυρίζει από την ανάταση των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων και των νεανικών ονείρων έως την πραγμάτωση των ώριμων οραματισμών. Συγκεφαλαιώνοντας την αισθαντικότητα της ονειρικής πρόσληψης και τη διάσταση της ενοραματικής της όρασης στο δεύτερο επιγραμματικό τετράστιχο από τις περίσκεπτες «Στιχο-μυθίες» της: «Τόσα πολλά όνειρα/ πώς να χωρέσουν/ σε μιαν ελάχιστη στιγμή/ του αιωνίου». Τη «μόνη αλήθεια», που πλοηγεί «στ’ άσπρα καράβια των ονείρων» την ελπίδα, καθώς συμπυκνώνεται σε ένα και μόνο στίχο από άλλο φερώνυμο ποίημα.
Αλλά και προορατικά τα «Υστερόγραφα» του πρώτου μέρους της συλλογής σηματοδοτούν τα στερνά βήματα της μακρόχρονης οδοιπορίας της στην ποίηση και την πλήρωση της ποιοτικής της συγκομιδής, που εμπλουτίζει το λίαν επιχωριάζον πλην το πλέον απαιτητικό είδος της λογοτεχνικής μας παραγωγής. Για τούτο και η ποιήτρια ποιητολογεί εδώ μέσα από αρκετά ποιήματα, καταγράφοντας τον επίλογο της ποιητικής της, όπου με φραστικά σχήματα αλληγορικής πολυμορφίας επισημαίνει την ιδιοπροσωπία της γλώσσας της ποιήσεως και τη μύηση στην τελετουργία των λέξεών της. Προσφυείς οι στίχοι: «Πώς να τα βγάλεις πέρα/ με τις λέξεις/ γλιστρούν σαν άμμος/ σαν χέλια στα νερά». Κατά προέκταση η επωδός στο «Περί ποιήσεως ή το παράπονο ενός ηλικιωμένου ποιητή»: «μα τώρα γέρασα/ γεράσανε κι οι λέξεις μη θαρρείς/ και κλείνονται στα δωμάτιά τους/ κι άντε να τις βρεις…».
Και ο ποιητής ή οι ποιητές που τους «εξαΰλωσε η φωτιά»; Συνοδοιπορεί και συνομιλεί μαζί τους η ποιήτρια στα άδυτα μιας ακαταύπαυστης διαλεκτικής μέθεξης, αναβαπτίζοντας την καρδιά και τον νου με το «λάλον ύδωρ» της ψυχής τους. Πρώτα με τον φίλτατό της Αμμοχωστιανό ιατρό-ποιητή Γιώργο Φάνο, που κατέφυγε πρόσφυγας στην Πάφο, για ν’ αφουγκραστεί τους κραδασμούς στο «στέρνο του μια ανοιχτή καρδιά». Μνημονεύοντας ύστερα με ελεγειακούς αλλά και διθυραμβικούς τόνους τους άλλους εκλιπόντες ποιητές της θαλασσοφίλητης πόλης, με τον αείζωο λόγο της έκκλησής τους να μεταδίδουν «τα πανάρχαια κύματα»: «Μέμνησο της Αμμοχώστου». Γιατί «οι ποιητές δεν πεθαίνουν/ σκορπάνε λέει ως ψήγματα χρυσού/ στο ρίζωμα της γης». Ένα μυρίπνοο αθάνατο άνθος η Μυριάνθη της Παφίας και της Κύπριδας γης.